Νέες δυνατότητες για να περιορίσουν το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος ανοίγει σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις το νέο πλαίσιο αυτοκατανάλωσης, βάζοντας στην ίδια «βεντάλια» λύσεων από τα μικρά φωτοβολταϊκά μπαλκονιού έως τα μεγαλύτερα συστήματα με μπαταρίες και τις αυτόνομες μονάδες αποθήκευσης. Ανάλογα με το ύψος της κατανάλωσης, τις ώρες κατά τις οποίες χρησιμοποιείται το ρεύμα και το κεφάλαιο που μπορεί να διαθέσει ο καταναλωτής, η εξοικονόμηση μπορεί να ξεκινήσει από περίπου 20% για ένα μικρό οικιακό σύστημα και να ξεπεράσει το 50% όταν το φωτοβολταϊκό συνδυάζεται με αποθήκευση.

Για τις επιχειρήσεις τα περιθώρια είναι ακόμη μεγαλύτερα, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις η κατανάλωση συμπίπτει χρονικά με την παραγωγή του φωτοβολταϊκού. Ενδεικτικά σενάρια της αγοράς ανεβάζουν το όφελος από περίπου 40% για μία αυτόνομη μπαταρία έως και 84% για κατάλληλα διαστασιολογημένο φωτοβολταϊκό σύστημα χωρίς έγχυση στο δίκτυο.

Πίσω από τα ποσοστά βρίσκεται η νέα Υπουργική Απόφαση για την αυτοκατανάλωση, η οποία αναδιαμορφώνει το πλαίσιο του ταυτοχρονισμένου και του εικονικού ταυτοχρονισμένου συμψηφισμού, δηλαδή του net billing και του virtual net billing, και ξεκαθαρίζει μια σειρά από διαδικαστικά ζητήματα που περιόριζαν μέχρι σήμερα την αξιοποίησή τους.

Στο net billing, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται και καταναλώνεται την ίδια χρονική στιγμή μειώνει απευθείας τις ανάγκες αγοράς ρεύματος από το δίκτυο. Η περίσσεια μπορεί, ανάλογα με το μοντέλο που έχει επιλεγεί, είτε να διοχετεύεται στο σύστημα και να αποζημιώνεται είτε να αποθηκεύεται σε μπαταρία ώστε να χρησιμοποιηθεί όταν η παραγωγή του φωτοβολταϊκού έχει μειωθεί ή μηδενιστεί.

Η φθηνότερη είσοδος στην αυτοκατανάλωση

Στη χαμηλότερη βαθμίδα κόστους βρίσκονται τα λεγόμενα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού, τα μικρά plug-in συστήματα που μπαίνουν πλέον για πρώτη φορά σε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο. Η μέγιστη ισχύς παραγωγής τους μπορεί να φτάνει τα 800 Watt, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς έως τα 1.000 Watt. Μπορούν να τοποθετούνται σε κτίρια και να συνδυάζονται ακόμη και με μικρό σύστημα αποθήκευσης.

Για ένα μέσο νοικοκυριό με κατανάλωση περίπου 300 κιλοβατωρών τον μήνα και περιορισμένο διαθέσιμο χώρο, ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να αποτελέσει την οικονομικότερη είσοδο στην αυτοπαραγωγή. Με κόστος που, σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς, κινείται περίπου στα 1.000 ευρώ, η μείωση του λογαριασμού μπορεί να φτάσει έως και το 20%.

Το τελικό όφελος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ρεύμα καταναλώνεται την ώρα που το φωτοβολταϊκό παράγει. Ένα νοικοκυριό που μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσής του στις ώρες ηλιοφάνειας μπορεί να αξιοποιήσει μεγαλύτερο ποσοστό της παραγόμενης ενέργειας και, επομένως, να περιορίσει περισσότερο τις αγορές ρεύματος από το δίκτυο.

Η διαδικασία είναι σαφώς απλούστερη από εκείνη ενός συμβατικού φωτοβολταϊκού. Δεν απαιτείται σύμβαση σύνδεσης με τον ΔΕΔΔΗΕ, άλλη άδεια ή έγκριση ούτε τέλος σύνδεσης. Χρειάζεται, ωστόσο, Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη σε ισχύ και δήλωση εγκαταστάτη ή μηχανικού κατάλληλης ειδικότητας ότι τηρούνται οι ειδικές τεχνικές προδιαγραφές.

Ο ΔΕΔΔΗΕ καλείται να δημοσιοποιήσει τις συγκεκριμένες προδιαγραφές έως τις 31 Οκτωβρίου 2026. Από τη στιγμή που αυτές αναρτηθούν, θα μπορεί να ξεκινήσει η εγκατάσταση των μικροηλιακών συστημάτων. Παράλληλα, έως τις 31 Δεκεμβρίου ο Διαχειριστής θα πρέπει να ανακοινώσει την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της ειδικής ψηφιακής πύλης μέσω της οποίας θα γίνεται η σχετική ενημέρωση. Όσα συστήματα εγκατασταθούν νωρίτερα θα πρέπει να δηλωθούν στην πύλη εντός 30 ημερών από την έναρξη λειτουργίας της.

Πότε συμφέρει φωτοβολταϊκό με μπαταρία

Διαφορετική είναι η εξίσωση για ένα σπίτι με αισθητά υψηλότερες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια, όπως μία κατοικία με αντλία θερμότητας και ετήσια κατανάλωση της τάξης των 7.500 kWh. Σε αυτή την περίπτωση, η μικρή ισχύς ενός φωτοβολταϊκού μπαλκονιού δεν αρκεί για να κάνει μεγάλη διαφορά και το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σε ένα συμβατικό φωτοβολταϊκό, με ή χωρίς μπαταρία.

Με βάση ενδεικτικούς υπολογισμούς της αγοράς και βαθμό ταυτοχρονισμού 20%-40%, ένα σύστημα με μπαταρία μπορεί να προσφέρει εξοικονόμηση περίπου 1.000 ευρώ τον χρόνο, που αντιστοιχεί σε μείωση του λογαριασμού της τάξης του 56%. Το υψηλότερο αρχικό κόστος της αποθήκευσης ανεβάζει τον χρόνο απόσβεσης κοντά στα οκτώ χρόνια, αλλά επιτρέπει στο νοικοκυριό να αξιοποιεί μεγαλύτερο μέρος της δικής του παραγωγής και τις ώρες που δεν υπάρχει ήλιος.

Χωρίς μπαταρία, στο ίδιο ενδεικτικό προφίλ, το ετήσιο όφελος υπολογίζεται περίπου στα 690 ευρώ ή στο 39% του λογαριασμού. Η χαμηλότερη αρχική δαπάνη περιορίζει, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, την περίοδο απόσβεσης κοντά στα επτά χρόνια.

Μία ακόμη επιλογή είναι το zero feed-in, δηλαδή φωτοβολταϊκό που καλύπτει αποκλειστικά τις ανάγκες της εγκατάστασης χωρίς να διοχετεύει περίσσεια ηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο. Το νέο πλαίσιο δίνει μάλιστα περισσότερη ευελιξία στην αποθήκευση, καθώς υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπαταρίες που συνδέονται με συστήματα χωρίς έγχυση μπορούν να φορτίζουν και από το δίκτυο.

Και μπαταρία χωρίς φωτοβολταϊκό

Μία από τις σημαντικές νέες δυνατότητες είναι ότι η αποθήκευση αποσυνδέεται πλέον από την υποχρεωτική ύπαρξη φωτοβολταϊκού. Φυσικά και νομικά πρόσωπα μπορούν να εγκαθιστούν μεμονωμένες σταθερές ή κινητές μπαταρίες, οι οποίες φορτίζουν από το ηλεκτρικό σύστημα και χρησιμοποιούν στη συνέχεια την αποθηκευμένη ενέργεια για την κάλυψη της κατανάλωσης της εγκατάστασης, χωρίς να επιτρέπεται να εγχέουν ρεύμα πίσω στο δίκτυο.

Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί χώρο για νέα μοντέλα διαχείρισης του ενεργειακού κόστους, ιδιαίτερα όσο διευρύνονται τα δυναμικά ή πολυζωνικά τιμολόγια. Ο καταναλωτής μπορεί, για παράδειγμα, να φορτίζει την μπαταρία σε ώρες χαμηλότερου κόστους και να χρησιμοποιεί την αποθηκευμένη ενέργεια σε ακριβότερες ώρες.

Γιατί οι επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερο όφελος

Η οικονομική εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στις επιχειρήσεις, καθώς τα ωράρια λειτουργίας πολλών εμπορικών και επαγγελματικών εγκαταστάσεων συμπίπτουν με τις ώρες υψηλής ηλιακής παραγωγής. Αυτό ανεβάζει τον ταυτοχρονισμό και επιτρέπει να καταναλώνεται επιτόπου μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου ρεύματος.

Για ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα με ετήσια κατανάλωση 50.000 kWh, ενδεικτικό σενάριο φωτοβολταϊκού net billing με μπαταρία μπορεί, σύμφωνα με εκτιμήσεις ανθρώπων της αγοράς, να οδηγήσει σε εξοικονόμηση περίπου 78%, με απόσβεση της επένδυσης σε λιγότερο από τρία χρόνια.

Ακόμη υψηλότερα μπορεί να κινηθεί το όφελος σε φωτοβολταϊκό zero feed-in, εφόσον το προφίλ της επιχείρησης επιτρέπει να καταναλώνεται σχεδόν όλη η παραγόμενη ενέργεια επιτόπου. Στο ίδιο ενδεικτικό παράδειγμα, η εξοικονόμηση εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει το 84%, με χρόνο απόσβεσης ακόμη και κοντά στο ένα έτος. Αντίθετα, η επιλογή μόνο μιας μπαταρίας, χωρίς φωτοβολταϊκό, υπολογίζεται ότι μπορεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος περίπου κατά 40%, με απόσβεση γύρω στα τέσσερα χρόνια.

Τα ποσοστά δεν αποτελούν έναν ενιαίο «τιμοκατάλογο» εξοικονόμησης. Η πραγματική απόδοση κάθε επένδυσης εξαρτάται από την καμπύλη κατανάλωσης, το μέγεθος του φωτοβολταϊκού και της μπαταρίας, τις τιμές αγοράς και πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας και, κυρίως, από το πόσο καλά έχει διαστασιολογηθεί το σύστημα. Αυτό που αλλάζει με το νέο πλαίσιο είναι ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις αποκτούν πλέον περισσότερους διαφορετικούς δρόμους για να καλύπτουν μέρος των αναγκών τους με δική τους παραγωγή ή αποθήκευση και να περιορίζουν την έκθεσή τους στο κόστος του δικτύου.

Διαβάστε ακόμη