Τα τελευταία στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) για τις τεχνικές ασφαλίσεις το 2025 και συγκεκριμένα για τα συμβόλαια που περιέχουν καλύψεις για έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) καταγράφουν λιγότερες καταστροφές συνολικά, αλλά όταν συμβαίνουν προκαλούν πολύ μεγαλύτερες οικονομικές ζημιές. Ειδικότερα, το 2025 καταγράφηκαν 426 ζημιές σε ασφαλιστήρια που περιλάμβαναν καλύψεις ΑΠΕ, από 924 που καταγράφηκαν το προηγούμενο έτος (μείωση κατά 53,9%), ενώ η συχνότητα των ζημιών περιορίστηκε από περίπου 14% σε 6,6%, δείχνοντας ότι τα περιστατικά ήταν πιο αραιά. Ωστόσο, το μέσο κόστος μιας ζημιάς ανέβηκε στα 8.755 ευρώ το 2025, από 5.423 ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση περίπου 61%.
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς σήμερα η αγορά ενέργειας φαίνεται να κινείται με ταχύτατους ρυθμούς. Τον Ιούλιο, η συνολική ισχύς των φωτοβολταϊκών που βρίσκονται σε λειτουργία στην Ελλάδα έφτασε τα 13,8 GW, ξεπερνώντας ήδη τα 13,5 GW που προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα για το 2030, ενώ παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας η εγκατεστημένη φωτοβολταϊκή ισχύς θα μπορούσε να πλησιάσει ακόμη και τα 20 GW.
Όπως εξηγεί γνώστης του κλάδου, η αύξηση του μέσου κόστους είναι ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα και επηρεάζεται από στοιχεία όπως η ένταση του φαινομένου, η αξία του εξοπλισμού που επλήγη, το μέγεθος του έργου και κυρίως η περιοχή στην οποία εκδηλώθηκε το συμβάν. Συνεπώς, ακόμη και αν τα περιστατικά μειώνονται, μια σοβαρή βλάβη ή ένα ακραίο φυσικό φαινόμενο μπορεί να προκαλέσει πολύ υψηλότερη οικονομική απώλεια σε σχέση με το παρελθόν.
Ποιοι κίνδυνοι κοστίζουν περισσότερο
Οι βασικοί κίνδυνοι για τα έργα ΑΠΕ διαφοροποιούνται ανάλογα με την τεχνολογία, την τοποθεσία και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται κάθε επένδυση. Ωστόσο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι πυρκαγιές και οι βλάβες κρίσιμου εξοπλισμού βρίσκονται στην κορυφή της λίστας των ασφαλιστικών εταιρειών.
Οι ηλεκτρολογικές βλάβες βρέθηκαν στην πρώτη θέση ως προς τη συχνότητα εμφάνισης, με τα καιρικά φαινόμενα να ακολουθούν με ποσοστό 8,2% και τη μέση αποζημίωση να ανέρχεται σε 16.241 ευρώ. Οι φωτιές, παρόλο που αντιπροσώπευσαν μόλις το 6,3% των δηλωθεισών ζημιών, εμφάνισαν υψηλότερη μέση αποζημίωση, η οποία έφτασε τα 21.014 ευρώ για το έτος 2025.
Την ίδια στιγμή, οι ηλεκτρικές βλάβες ήταν η αιτία με τη μεγαλύτερη συχνότητα, αλλά χαμηλότερο κόστος μέσης αποζημίωσης στα 4.499 ευρώ. Τα λοιπά αίτια —κλοπή, καθίζηση, κατάρρευση, κακόβουλες ενέργειες, ελαττωματικά υλικά, μηχανικές βλάβες— συγκέντρωσαν το 50,7% των περιστατικών, με μέση αποζημίωση 8.927 ευρώ.
Τα στοιχεία δείχνουν επομένως ότι οι συχνότεροι κίνδυνοι δεν είναι απαραίτητα και οι ακριβότεροι. Μια φωτιά ή ένα έντονο καιρικό φαινόμενο μπορεί να καταστρέψει μεγάλο τμήμα μιας εγκατάστασης, αυξάνοντας απότομα το ύψος της απαίτησης. Μια εικόνα που επιβεβαιώνεται και στις εκκρεμείς αποζημιώσεις, όπου η φωτιά, με 520.094 ευρώ, και τα καιρικά φαινόμενα, με 549.621 ευρώ, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τις πολύ πιο συχνές ηλεκτρικές βλάβες, στα 490.404 ευρώ.
Οι πληρωθείσες αποζημιώσεις για έργα ΑΠΕ υποχώρησαν από 1,85 εκατ. ευρώ το 2024 σε περίπου 709.000 ευρώ το 2025. Οι εκκρεμείς αποζημιώσεις, ωστόσο, παρέμειναν σε υψηλό επίπεδο, στα 3,02 εκατ. ευρώ, έναντι 3,16 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Όσον αφορά τα φωτοβολταϊκά πάρκα, «απειλούνται» κυρίως από το χαλάζι, τους ισχυρούς ανέμους, τις πλημμύρες και τις πυρκαγιές, καθώς μπορούν να προκαλέσουν εκτεταμένες ζημιές στα πάνελ, στις βάσεις στήριξης, στους μετατροπείς και στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις. Στα αιολικά πάρκα, αντίστοιχα, η έκθεση σε ακραίες καιρικές συνθήκες είναι ιδιαίτερα υψηλή, ενώ σοβαρές ζημιές μπορεί να προκύψουν από βλάβες σε πτερύγια, γεννήτριες, κιβώτια ταχυτήτων και άλλα κρίσιμα εξαρτήματα των ανεμογεννητριών.
Τέλος, η ίδια πηγή της αγοράς χαρακτήρισε ως εξαιρετικά ζημιογόνα τα περιστατικά που δεν περιορίζονται μόνο στη φυσική ζημιά του εξοπλισμού, αλλά οδηγούν σε παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας του έργου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το οικονομικό κόστος αυξάνεται σημαντικά, καθώς στην αποκατάσταση της ζημιάς προστίθεται και η απώλεια εσόδων για όσο διάστημα η μονάδα παραμένει εκτός λειτουργίας. Για τον λόγο αυτό, οι ασφαλιστικές εξετάζουν τόσο το ύψος της πιθανής υλικής ζημιάς όσο και τον χρόνο που απαιτείται για την επισκευή ή την αντικατάσταση εξειδικευμένου εξοπλισμού.
Ο σχεδιασμός του έργου στο επίκεντρο των ασφαλιστών
Στη διαδικασία αξιολόγησης του κινδύνου, οι ασφαλιστικές δεν εξετάζουν πλέον μόνο το μέγεθος του έργου, αλλά κυρίως το πόσο καλά έχει σχεδιαστεί και προστατευθεί απέναντι στους πραγματικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει, δηλαδή αν όσοι συμμετέχουν στο έργο έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αποφευχθεί η ζημιά.
Πέρα από την τοποθεσία του έργου, την έκθεσή του σε κινδύνους όπως πυρκαγιά ή πλημμύρα, την ποιότητα του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται και την ανθεκτικότητα των έργων απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα οι ασφαλιστικές ρίχνουν μεγάλο βάρος επίσης στην εμπειρία του κατασκευαστή, αλλά και στο φορέα λειτουργίας που αναλαμβάνει το έργο.
Επομένως, το βασικό ζητούμενο για τις ασφαλιστικές δεν είναι μόνο η αξία μιας επένδυσης, αλλά το κατά πόσο έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί με τρόπο που περιορίζει τον κίνδυνο και επιτρέπει την ταχεία αντιμετώπιση μιας πιθανής ζημιάς.
Γιατί αυξάνεται το κόστος κάθε περιστατικού
Σύμφωνα με τον ίδιο παράγοντα σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η ένταση του συμβάντος, η αξία του εξοπλισμού, το μέγεθος του έργου και η περιοχή στην οποία βρίσκεται η εγκατάσταση. Για παράδειγμα, ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο σε μια περιοχή όπου συγκεντρώνονται πολλά φωτοβολταϊκά πάρκα μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερες απώλειες από ένα αντίστοιχο συμβάν σε περιοχή με περιορισμένες ενεργειακές υποδομές. Παράλληλα, τα νέα έργα είναι μεγαλύτερα και τεχνολογικά πιο σύνθετα, ενώ περιλαμβάνουν εξοπλισμό υψηλότερης αξίας. Επομένως, ακόμη και όταν ο αριθμός των ζημιών υποχωρεί, το κόστος αποκατάστασης μπορεί να αυξάνεται.
Τα ακραία φαινόμενα που έχουν πλήξει την Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια, όπως ο «Ιανός», ο «Daniel» και ο «Byron», έχουν ήδη επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι ασφαλιστικές αξιολογούν τα έργα. Οι εταιρείες εξετάζουν πλέον αναλυτικότερα την τοποθεσία, την έκθεση σε πλημμύρα ή πυρκαγιά, τις τεχνικές μελέτες και τα μέτρα προστασίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αυξηθεί τόσο τα ασφάλιστρα όσο και οι απαιτήσεις πρόληψης.
Πάνω από 6.400 συμβόλαια ΑΠΕ
Η ασφαλιστική αγορά των ΑΠΕ έχει πλέον αποκτήσει σημαντικό μέγεθος. Το 2025 εκδόθηκαν συνολικά 26.053 συμβόλαια τεχνικών ασφαλίσεων, αυξημένα κατά 18,9%. Από αυτά, τα 6.441 περιλάμβαναν καλύψεις για Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Το μερίδιό τους στο σύνολο περιορίστηκε από 30% το 2024 σε 24,7% το 2025, ωστόσο οι ΑΠΕ παρέμειναν η δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία τεχνικών ασφαλίσεων, πίσω μόνο από τις καλύψεις ΕΕΙ, ΜΒ και CMI.
Όπως σημειώνει γνώστης του κλάδου, η αγορά δεν είναι πλέον μικρή, αλλά παραμένει εξειδικευμένη. Πριν από αρκετά χρόνια επρόκειτο για μια σχετικά περιορισμένη αγορά, με λίγα έργα και λίγους ασφαλιστές να δραστηριοποιούνται σε αυτήν. Σήμερα είναι πολύ πιο ώριμη, με περισσότερους ασφαλιστές και αντασφαλιστές, τόσο ελληνικούς όσο και μεγάλους διεθνείς ομίλους, να διαθέτουν πλέον εμπειρία και εξειδίκευση στον κλάδο.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, μία εταιρεία που να κυριαρχεί απόλυτα. Στα μεγαλύτερα έργα, η κάλυψη συνήθως μοιράζεται μεταξύ περισσότερων ασφαλιστών και αντασφαλιστών, ώστε να επιμερίζεται ο κίνδυνος λόγω του μεγέθους της επένδυσης και των υψηλών κεφαλαίων που διακυβεύονται.
Για τον επενδυτή, κρίσιμη δεν είναι τόσο η ονομασία της ασφαλιστικής εταιρείας, όσο η εμπειρία της στον κλάδο των ΑΠΕ, η δυνατότητά της να διαχειριστεί μεγάλες ζημιές και η οικονομική της βιωσιμότητα.
Ωστόσο, η ωρίμανση της αγοράς δεν σήμανε και φθηνότερη ασφάλιση. Αντίθετα, μετά τα ακραία καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών, οι ασφαλιστικές έχουν γίνει πιο προσεκτικές στο underwriting, με αυξημένα ασφάλιστρα και πιο αυστηρές απαιτήσεις πρόληψης σε αρκετές περιπτώσεις.
Η ασφάλιση ξεκινά από την κατασκευή
Κατά την κατασκευή ενός φωτοβολταϊκού ή αιολικού πάρκου, ενός υδροηλεκτρικού σταθμού ή ενός συστήματος αποθήκευσης, δεν υπάρχει μία γενική νομοθετική απαίτηση που να επιβάλλει το ίδιο ασφαλιστήριο σε κάθε έργο.
Στην πράξη, όμως, σχεδόν κανένα μεγάλο έργο δεν ξεκινά χωρίς ασφαλιστική προστασία. Οι τράπεζες, οι επενδυτές και οι συμβάσεις EPC απαιτούν συνήθως ασφάλιση κατά παντός κινδύνου κατασκευής (CAR/EAR), κάλυψη αστικής ευθύνης και σε αρκετές περιπτώσεις προστασία από την απώλεια κερδών λόγω καθυστέρησης της έναρξης λειτουργίας. Πρόκειται ουσιαστικά για προαπαιτούμενα προκειμένου να χρηματοδοτηθεί και να ξεκινήσει η κατασκευή ενός έργου.
Μετά την ολοκλήρωση του έργου, η ανάγκη ασφάλισης γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, καθώς υπάρχουν πλέον εγκατεστημένα περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας και έσοδα που πρέπει να προστατευθούν σε περίπτωση ζημιάς. Οι καλύψεις μπορούν να περιλαμβάνουν πυρκαγιά, πλημμύρα, καταιγίδα, χαλάζι, κλοπή, βανδαλισμό, ηλεκτρικές ή μηχανολογικές βλάβες, καθώς και απώλεια εσόδων εάν το έργο τεθεί εκτός λειτουργίας λόγω ασφαλισμένου συμβάντος.
Με απλά λόγια, ο επενδυτής δεν ασφαλίζει μόνο τον εξοπλισμό, αλλά και τη δυνατότητα του έργου να συνεχίσει να παράγει ενέργεια και, κατ’ επέκταση, έσοδα.
Παράλληλα, βάσει του νέου πλαισίου για τις φυσικές καταστροφές, συγκεκριμένες επιχειρήσεις υποχρεούνται να ασφαλίζουν τουλάχιστον το 70% της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων έναντι σεισμού, πλημμύρας και δασικής πυρκαγιάς, με την υποχρέωση να αφορά εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και λοιπά περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης.
Οι μπαταρίες αλλάζουν τα δεδομένα
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για την ασφαλιστική αγορά είναι τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες. Τα BESS εισάγουν νέους κινδύνους, κυρίως ως προς την πιθανότητα εκδήλωσης και εξάπλωσης πυρκαγιάς μεταξύ των μονάδων αποθήκευσης, κάτι που μπορεί να προκαλέσει ζημιές μεγάλης έκτασης.
Η αυξημένη προσοχή που δίνουν οι ασφαλιστικές στην πυροπροστασία των συστημάτων αποθήκευσης συνδέεται άμεσα με τα ευρήματα της έρευνας, σύμφωνα με τα οποία η φωτιά, αν και δεν αποτελεί συχνό περιστατικό, προκαλεί τη μεγαλύτερη μέση ζημιά.
Στη διαδικασία αξιολόγησης του κινδύνου εξετάζονται πλέον τα συστήματα ανίχνευσης και κατάσβεσης, οι αποστάσεις μεταξύ των containers, ο σχεδιασμός της εγκατάστασης, η ποιότητα του εξοπλισμού και η εμπειρία του κατασκευαστή και του φορέα λειτουργίας, πριν καν οι ασφαλιστές αναλάβουν έναν τέτοιο κίνδυνο. Και αυτό ακριβώς επειδή μια εκτεταμένη ζημιά σε BESS μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα ζημιογόνα τόσο για τον επενδυτή όσο και για την ίδια την ασφαλιστική.
Το ζήτημα θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα τα επόμενα χρόνια. Εάν η φωτοβολταϊκή ισχύς προσεγγίσει τελικά τα 20 GW έως το τέλος της δεκαετίας, όπως εκτιμάται. Η ανάπτυξη αυτή από τη μια ανοίγει ένα νέο πεδίο για τις ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το ύψος των κεφαλαίων που εκτίθενται σε φυσικούς και τεχνολογικούς κινδύνους. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο να ασφαλιστούν περισσότερα έργα, αλλά να προστατευθούν αποτελεσματικά μεγαλύτερες και ακριβότερες επενδύσεις.
Διαβάστε ακόμη
