Σχεδόν διπλασιασμό της ισχύος των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας που θα είναι συνδεδεμένες στο δίκτυο διανομής προβλέπει ο σχεδιασμός του ΔΕΔΔΗΕ μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Από περίπου 9 GW το 2025, η ισχύς των ΑΠΕ αναμένεται να φτάσει τα 16 GW το 2030, προσθέτοντας μέσα σε μία πενταετία περί τα 7 GW νέας «πράσινης» παραγωγής σε ένα δίκτυο που ταυτόχρονα καλείται να υποδεχθεί μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα και μια νέα γενιά μεγάλων καταναλωτών.
Η μεταβολή δεν αφορά μόνο το μέγεθος της εγκατεστημένης ισχύος. Αλλάζει στην πράξη και ο ρόλος του δικτύου διανομής, το οποίο από υποδομή που μετέφερε κυρίως ηλεκτρική ενέργεια προς τους καταναλωτές εξελίσσεται σε ένα πολύ πιο σύνθετο και αμφίδρομο σύστημα. Παραγωγή από φωτοβολταϊκά και άλλες αποκεντρωμένες μονάδες, αποθήκευση και κατανάλωση συνυπάρχουν πλέον σε διαφορετικά σημεία του δικτύου, δημιουργώντας μεγαλύτερες απαιτήσεις ως προς τη χωρητικότητα, την ευελιξία και τον έλεγχο των ροών σε πραγματικό χρόνο.
Η κλίμακα της αλλαγής αποτυπώνεται και σε ένα ακόμη στοιχείο: ο ΔΕΔΔΗΕ εκτιμά ότι το μερίδιο των ΑΠΕ που θα είναι συνδεδεμένες στο δικό του δίκτυο θα αυξηθεί από 43% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος της χώρας το 2021 σε 58% το 2030. Με άλλα λόγια, προς το τέλος της δεκαετίας σχεδόν έξι στα δέκα MW ΑΠΕ θα περνούν από το δίκτυο διανομής.
Οι 70 υποσταθμοί και τα 900 MW μπαταριών
Η μεγαλύτερη παρουσία των ΑΠΕ φέρνει, ωστόσο, μαζί της και το γνώριμο πρόβλημα της περίσσειας παραγωγής σε ώρες υψηλής ηλιοφάνειας ή ισχυρών ανέμων, όταν η τοπική ζήτηση ή η δυνατότητα μεταφοράς της ενέργειας δεν επαρκούν. Για τον λόγο αυτό, η ανάπτυξη των δικτύων συνδέεται πλέον στενά με την αποθήκευση.
Ο ΔΕΔΔΗΕ έχει ήδη αξιολογήσει το δίκτυό του και έχει εντοπίσει 70 υποσταθμούς στους οποίους προκρίνεται κατά προτεραιότητα η ανάπτυξη 900 MW μπαταριών. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εντοπίζεται στην Κεντρική Ελλάδα, με 14 υποσταθμούς, και ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία με 10, η Θεσσαλία και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με 9 έκαστη, η Δυτική Ελλάδα με 8, η Δυτική Μακεδονία με 7, η Πελοπόννησος με 6, η Ήπειρος με 4 και η Αττική με 3.
Η λογική είναι να μπορεί μέρος της πλεονάζουσας ενέργειας από τις ΑΠΕ να αποθηκεύεται και να αξιοποιείται σε μεταγενέστερο χρόνο, περιορίζοντας την πίεση στο δίκτυο και αυξάνοντας την πραγματική δυνατότητα ενσωμάτωσης νέων έργων.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Διαχειριστής εξετάζει και τις λεγόμενες ευέλικτες συνδέσεις, ως μεταβατικό εργαλείο για περιοχές όπου η διαθέσιμη χωρητικότητα είναι περιορισμένη. Μέσω αυτών, νέα έργα παραγωγής ή νέες καταναλώσεις μπορούν να συνδέονται ταχύτερα υπό συγκεκριμένους λειτουργικούς περιορισμούς, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουν την ολοκλήρωση όλων των έργων ενίσχυσης του τοπικού δικτύου. Η επιλογή αυτή, πάντως, δεν υποκαθιστά τις επενδύσεις που απαιτούνται για την αύξηση της διαθέσιμης δυναμικότητας.
Το δίκτυο πιέζεται και από την άλλη πλευρά
Την ίδια ώρα που αυξάνεται η παραγωγή, το δίκτυο πρέπει να προετοιμαστεί και για αισθητά μεγαλύτερη κατανάλωση. Η βασική πρόβλεψη του ΔΕΔΔΗΕ, η οποία λαμβάνει υπόψη την οικονομική ανάπτυξη, την ηλεκτροκίνηση και τον ευρύτερο εξηλεκτρισμό της οικονομίας, τοποθετεί την ετήσια ζήτηση από περίπου 49 TWh το 2025 στις 51 TWh το 2030.
Η εικόνα αλλάζει όμως όταν προστεθεί το κύμα μεγάλων νέων φορτίων που βρίσκεται ήδη στον ορίζοντα. Data centers, λιμάνια και επιχειρηματικά πάρκα ανεβάζουν τη ζήτηση που πρέπει να λάβει υπόψη του ο σχεδιασμός του δικτύου περίπου στις 59,5 TWh το 2030, αυξάνοντας σημαντικά τον όγκο των υποδομών που θα χρειαστούν τα επόμενα χρόνια.
Ειδικά στα data centers, ο ΔΕΔΔΗΕ υπολογίζει ότι η ισχύς μπορεί να φτάσει τα 350 MW, με κατανάλωση περίπου 1,3 TWh έως το 2034, ενώ έχουν ήδη υποβληθεί νέα αιτήματα σύνδεσης της τάξης των 220 MW. Στα επιχειρηματικά πάρκα προβλέπονται ανάγκες πρόσθετης ισχύος 675 MVA σε 31 βιομηχανικές ζώνες, ενώ για την ηλεκτροδότηση πλοίων από την ξηρά στα λιμάνια, το λεγόμενο shore power, οι ανάγκες υπολογίζονται σε 628 MVA.
Παράλληλα, ο εξηλεκτρισμός απλώνεται σε πολύ περισσότερα και μικρότερα σημεία κατανάλωσης. Η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, οι νέοι ταχυφορτιστές στους ευρωπαϊκούς οδικούς άξονες και τα αμαξοστάσια ηλεκτρικών λεωφορείων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη προσθέτουν νέα φορτία, ενώ οι προβολές κάνουν λόγο για περίπου 438.000 κατοικίες και 170.000 κτίρια υπηρεσιών με αντλίες θερμότητας έως το 2030.
4,5 δισ. ευρώ για να προηγηθεί το δίκτυο της ζήτησης
Μπροστά σε αυτή τη διπλή πίεση, από περισσότερη παραγωγή και μεγαλύτερη κατανάλωση, ο ΔΕΔΔΗΕ αναπτύσσει επενδυτικό πρόγραμμα περίπου 4,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι περίπου 1 δισ. ευρώ κατευθύνεται σε 96 έργα προληπτικής ενίσχυσης της χωρητικότητας, τα οποία δεν συνδέονται με ένα συγκεκριμένο αίτημα επενδυτή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια αλλαγή φιλοσοφίας: οι υποδομές σχεδιάζονται με βάση το φορτίο που αναμένεται να εμφανιστεί τα επόμενα χρόνια και όχι αποκλειστικά αφού κατατεθεί ένα αίτημα σύνδεσης.
Στο συγκεκριμένο σκέλος περιλαμβάνονται 63 νέοι ή αναβαθμισμένοι υποσταθμοί Υψηλής και Μέσης Τάσης και κέντρα διανομής, καθώς και 25 νέα υποβρύχια καλώδια Μέσης Τάσης. Η πρόκληση για τον Διαχειριστή είναι η διαθέσιμη ηλεκτρική χωρητικότητα να βρίσκεται εκεί όπου θα αναπτυχθούν οι νέες επενδύσεις, αντί το δίκτυο να καλείται κάθε φορά να καλύψει εκ των υστέρων το κενό.
Έξυπνοι μετρητές και έλεγχος της παραγωγής σε πραγματικό χρόνο
Όσο όμως το δίκτυο γίνεται μεγαλύτερο και περισσότερο αποκεντρωμένο, τόσο δυσκολότερο είναι να λειτουργήσει χωρίς ψηφιακή εικόνα του τι συμβαίνει σε κάθε σημείο του. Γι’ αυτό η ψηφιοποίηση αποτελεί τον δεύτερο πυλώνα, δίπλα στις φυσικές επενδύσεις σε καλώδια και υποσταθμούς.
Μέχρι σήμερα έχουν εγκατασταθεί 1,5 εκατ. έξυπνοι μετρητές, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 60% της καταναλισκόμενης ενέργειας, με στόχο την καθολική κάλυψη έως το 2030. Παράλληλα, το 93% των RTUs των ΑΠΕ έχει ενσωματωθεί στο SCADA, επιτρέποντας στον Διαχειριστή να παρακολουθεί και να ελέγχει σε πραγματικό χρόνο πολύ μεγαλύτερο μέρος της αποκεντρωμένης παραγωγής.
Η ψηφιακή αποτύπωση του δικτύου μέσω GIS έχει ξεπεράσει το 80%, με στόχο να φτάσει στο 100% έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ η νέα πλατφόρμα HELIOS καλύπτει ήδη το 50% των αιτημάτων σύνδεσης. Στον ίδιο σχεδιασμό εντάσσονται η προγνωστική συντήρηση, η παρακολούθηση εξοπλισμού με αισθητήρες, η μετάβαση άνω του 75% των ψηφιακών υποδομών στο cloud και η πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας NIS2.
3.400 χιλιόμετρα παρεμβάσεων για πιο ανθεκτικό δίκτυο
Ένα ακόμη μέτωπο ανοίγει η κλιματική αλλαγή, καθώς πυρκαγιές, ακραίες θερμοκρασίες και έντονα καιρικά φαινόμενα αυξάνουν τις απαιτήσεις ανθεκτικότητας των υποδομών.
Το πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης περιλαμβάνει περίπου 3.400 χιλιόμετρα κατασκευών και αναβαθμίσεων, με 581 από τα συνολικά 870 έργα να αφορούν υπογειοποιήσεις. Ο συνολικός προϋπολογισμός διαμορφώνεται σε περίπου 415 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 100 εκατ. ευρώ προέρχονται από ευρωπαϊκή επιχορήγηση.
Την τελευταία τριετία, σύμφωνα με τα στοιχεία της παρουσίασης, πραγματοποιούνται περισσότερα από 1.000 χιλιόμετρα υπογειοποιήσεων ετησίως. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης συγκεντρώνεται στην Αττική, με ποσοστό 40,4%, και ακολουθούν η Βόρεια Ελλάδα με 29,8%, τα νησιά με 15,3% και η Πελοπόννησος μαζί με την Ήπειρο με 14,5%.
Από τις διασυνδέσεις στα «έξυπνα» νησιά
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το νησιωτικό δίκτυο. Σήμερα 27 νησιά παραμένουν εκτός του διασυνδεδεμένου συστήματος, με περίπου 240.000 κατοίκους να εξαρτώνται από ακριβότερη και περισσότερο ρυπογόνο παραγωγή με πετρέλαιο.
Για 17 από αυτά προωθείται σύνδεση με το ηπειρωτικό σύστημα έως το 2030 μέσω νέων υποβρύχιων καλωδίων και υποσταθμών, με επενδύσεις περίπου 544 εκατ. ευρώ. Για μικρότερα νησιά, όπου η ηλεκτρική διασύνδεση δεν θεωρείται πρακτική λόγω γεωγραφίας ή χαμηλής ζήτησης, η λύση αναζητείται σε υβριδικά συστήματα ΑΠΕ και αποθήκευσης. Ο Άγιος Ευστράτιος παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, με διείσδυση ΑΠΕ που φτάνει το 98% και τις μονάδες diesel να διατηρούνται μόνο ως εφεδρεία.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι ενός δικτύου που μέσα σε λίγα χρόνια καλείται να αλλάξει κλίμακα και τρόπο λειτουργίας. Τα 16 GW ΑΠΕ έως το 2030 αποτελούν ίσως τον καθαρότερο δείκτη αυτής της μετάβασης: πίσω από τον αριθμό βρίσκονται περισσότερες μπαταρίες, νέα έργα δικτύου, ψηφιακός έλεγχος, υπογειοποιήσεις και μεγαλύτερη χωρητικότητα ώστε παραγωγή και κατανάλωση να μπορούν να αναπτύσσονται χωρίς το δίκτυο να γίνεται το στενό σημείο της ενεργειακής μετάβασης.
Στην αποτίμηση του ίδιου του ΔΕΔΔΗΕ, οι επενδύσεις αυτές εκτιμάται ότι έως το 2030 θα δημιουργούν κοινωνικό όφελος υπερτριπλάσιο του συνολικού κόστους του συστήματος διανομής, με περίπου 1,7 δισ. ευρώ ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας και στήριξη 42.000 θέσεων εργασίας.
Διαβάστε ακόμη
