Σε μια νέα σοβαρή απειλή για τα έσοδα των μικρομεσαίων παραγωγών ΑΠΕ εξελίσσονται οι αρνητικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα αρκετοί παραγωγοί να αναγκάζονται ακόμη και να «κατεβάζουν διακόπτες». Αν και τον περασμένο Ιούνιο προβλέφθηκε η αποζημίωση των παραγωγών για τις περιόδους κατά τις οποίες εμφανίζονται μηδενικές τιμές στην αγορά, το σημαντικότερο πρόβλημα που αναδεικνύεται πλέον αφορά τις αρνητικές τιμές. Η αγορά, υπό αυτές τις συνθήκες, αναμένει νέες παρεμβάσεις από την πολιτεία.
Σύμφωνα με το Green Tank, αθροιστικά κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 σημειώθηκαν 857 ώρες με σχεδόν μηδενικές ή αρνητικές τιμές. Ο αριθμός αυτός είναι περίπου 4,8 φορές μεγαλύτερος σε σύγκριση με τις 179 ώρες κατά τις οποίες καταγράφηκε το ίδιο φαινόμενο την αντίστοιχη περίοδο του 2025, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική αύξηση του προβλήματος στην ελληνική αγορά.
Ωστόσο, το φαινόμενο δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα. Σύμφωνα με την S&P Global, καταγράφηκαν 2.426 αρνητικές ωριαίες τιμές ενέργειας στις αγορές της ΕΕ-10 κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου του έτους, σημειώνοντας αύξηση 55,7% σε ετήσια βάση. Την ίδια περίοδο, η παραγωγή από ηλιακά φωτοβολταϊκά στις συγκεκριμένες αγορές αυξήθηκε κατά 18%, φτάνοντας τα 45,8 GW.
Όπως έχουμε αναφέρει στο Energygame, οι ώρες με αρνητικές τιμές αυξήθηκαν το 2025, με την Ισπανία, την Ολλανδία και τη Γερμανία να ξεπερνούν τις 500 ώρες, σύμφωνα με την Aurora Energy Research. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Βουλγαρία αποτελούν τις πιο ελκυστικές ευρωπαϊκές αγορές για επενδύσεις σε έργα συστέγασης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τα έργα αυτά θεωρείται ότι μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στη μείωση της αστάθειας που παρατηρείται στην αγορά ενέργειας.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ελληνική αγορά, έντονος προβληματισμός εκφράζεται κυρίως από τους μικρομεσαίους παραγωγούς. Όπως υποστηρίζουν, οι περικοπές που πραγματοποιήθηκαν το προηγούμενο διάστημα προκάλεσαν σημαντική οικονομική ζημιά, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη βιωσιμότητα των επενδύσεών τους.
Παράλληλα, εξαιτίας των αρνητικών τιμών, αρκετοί παραγωγοί επιλέγουν πλέον να διακόπτουν την παραγωγή τους, προκειμένου να μην επιβαρύνονται οικονομικά από τη διατήρηση της παραγωγής τους σε ώρες κατά τις οποίες η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας γίνεται αρνητική.
Υπό αυτά τα δεδομένα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζονται και καταγράφονται αρκετές από τις περικοπές της παραγωγής. Πολλές από αυτές πραγματοποιούνται με όρους αγοράς, δηλαδή με πρωτοβουλία των ίδιων των παραγωγών, οι οποίοι επιλέγουν να περιορίσουν ή να διακόψουν την παραγωγή τους προκειμένου να αποφύγουν την έκθεσή τους σε αρνητικές τιμές.
Επομένως, οι μειώσεις της παραγωγής που καταγράφονται στην αγορά δεν αποτελούν αποκλειστικά περικοπές οι οποίες πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία των διαχειριστών. Σε αρκετές περιπτώσεις, πρόκειται για αποφάσεις των ίδιων των παραγωγών, οι οποίοι, μπροστά στον κίνδυνο οικονομικής επιβάρυνσης από τις αρνητικές τιμές, επιλέγουν να «κατεβάσουν διακόπτες». Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει μια νέα διάσταση του προβλήματος, καθώς η αυξανόμενη συχνότητα των αρνητικών τιμών επηρεάζει πλέον άμεσα τις αποφάσεις λειτουργίας των μονάδων και, κατ’ επέκταση, τα έσοδα κυρίως των μικρομεσαίων παραγωγών.
Διαβάστε ακόμη
