Νέα δεδομένα για τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας δημιουργεί η ταχύτερη από τις προβλέψεις ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών, καθώς η εγκατεστημένη ισχύς έχει ήδη υπερβεί το επίπεδο που το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα προέβλεπε για το τέλος της δεκαετίας. Η εικόνα αυτή μεταφέρει πλέον τη συζήτηση από το κατά πόσο θα επιτευχθούν οι στόχοι διείσδυσης της ηλιακής ενέργειας στο κατά πόσο το ηλεκτρικό σύστημα μπορεί να υποστηρίξει την πρόσθετη παραγωγή που αναμένεται τα επόμενα χρόνια.
Τον Ιούλιο, η συνολική ισχύς των φωτοβολταϊκών που βρίσκονται σε λειτουργία έφτασε τα 13,8 GW, ξεπερνώντας ήδη τα 13,5 GW που προβλέπει το ΕΣΕΚ για το 2030. Ο συγκεκριμένος στόχος επιτυγχάνεται έτσι περίπου τεσσεράμισι χρόνια πριν από το τέλος της δεκαετίας, επιβεβαιώνοντας ότι η ανάπτυξη του κλάδου κινείται με αισθητά υψηλότερους ρυθμούς από εκείνους πάνω στους οποίους είχε στηριχθεί ο εθνικός σχεδιασμός.
Η απόσταση από τον στόχο του ΕΣΕΚ ενδέχεται, μάλιστα, να διευρυνθεί σημαντικά. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι μέχρι το 2030 η εγκατεστημένη φωτοβολταϊκή ισχύς θα μπορούσε να προσεγγίσει ακόμη και τα 20 GW, δηλαδή να βρεθεί περίπου 6,5 GW υψηλότερα από την πρόβλεψη του σημερινού σχεδιασμού.
Στο επίκεντρο πλέον η αποθήκευση
Η ταχεία αύξηση της φωτοβολταϊκής ισχύος δημιουργεί, ωστόσο, διαφορετικές ανάγκες και για το υπόλοιπο ηλεκτρικό σύστημα. Το πρώτο ζήτημα αφορά την αποθήκευση, καθώς όσο μεγαλώνει η παραγωγή από φωτοβολταϊκά τόσο αυξάνεται η ανάγκη μεταφοράς μέρους της παραγόμενης ενέργειας από τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας στις ώρες κατά τις οποίες η ζήτηση μπορεί να απορροφήσει μεγαλύτερες ποσότητες ηλεκτρισμού.
Το ΕΣΕΚ προβλέπει 4.325 MW μπαταριών έως το 2030. Εφόσον, όμως, η φωτοβολταϊκή ισχύς κινηθεί τελικά προς τα 20 GW, η αγορά εκτιμά ότι το συγκεκριμένο επίπεδο αποθήκευσης δεν θα είναι αρκετό για τις ανάγκες που θα δημιουργηθούν.
Οι σχετικές εκτιμήσεις ανεβάζουν την απαιτούμενη ισχύ μπαταριών περίπου στα 8,5 GW, δηλαδή σχεδόν στο διπλάσιο επίπεδο σε σχέση με τον στόχο του ΕΣΕΚ. Κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, η απαιτούμενη ισχύς θα μπορούσε να καλυφθεί από τα έργα αποθήκευσης που βρίσκονται ήδη σε πορεία ανάπτυξης.
Η ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τον περιορισμό των περικοπών παραγωγής από ΑΠΕ. Εάν η παραγωγική βάση των φωτοβολταϊκών συνεχίσει να διευρύνεται χωρίς αντίστοιχη αύξηση των δυνατοτήτων αποθήκευσης, μεγαλύτερες ποσότητες «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας θα κινδυνεύουν να μένουν εκτός συστήματος σε ώρες κατά τις οποίες η παραγωγή υπερβαίνει τις δυνατότητες απορρόφησής της.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ζήτημα για τη λειτουργία του συστήματος, αλλά επηρεάζει και τα οικονομικά των επενδύσεων ΑΠΕ, καθώς οι αυξημένες περικοπές περιορίζουν τις ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που τελικά διοχετεύονται στην αγορά.
Η μεγαλύτερη παραγωγή ΑΠΕ αλλάζει και τον ρόλο του φυσικού αερίου
Οι επιπτώσεις από την ταχύτερη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών δεν περιορίζονται, πάντως, στην αγορά των ΑΠΕ και της αποθήκευσης. Η μεταβολή του παραγωγικού μείγματος αναμένεται να επηρεάσει και τη λειτουργία των θερμικών μονάδων.
Στο σενάριο κατά το οποίο οι υπόλοιπες τεχνολογίες καθαρής ενέργειας ακολουθήσουν την πορεία που προβλέπει το ΕΣΕΚ και τα φωτοβολταϊκά φτάσουν σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα από τον υφιστάμενο στόχο, οι μονάδες φυσικού αερίου θα καλούνται να λειτουργούν λιγότερες ώρες.
Οι σχετικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ενδεχόμενη μείωση της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο έως και κατά 4,4 TWh σε ετήσια βάση. Πρόκειται για μια μεταβολή που θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τα οικονομικά των μονάδων, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρχει μηχανισμός που να αποζημιώνει τη διαθεσιμότητα και τον ρόλο τους στην ασφάλεια του συστήματος.
Η υπέρβαση του στόχου των φωτοβολταϊκών, επομένως, αποτελεί μεν ένδειξη της ταχύτητας με την οποία προχωρά η ενεργειακή μετάβαση, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει την ανάγκη προσαρμογής και των υπόλοιπων παραμέτρων του ενεργειακού σχεδιασμού. Με την εγκατεστημένη ισχύ να βρίσκεται ήδη πάνω από τον στόχο του 2030, το βάρος μετατοπίζεται πλέον στην αποθήκευση, στη διαχείριση των περικοπών και στον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργούν οι συμβατικές μονάδες σε ένα ηλεκτρικό σύστημα με ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή της ηλιακής παραγωγής.
Διαβάστε ακόμη
