Σε μια από τις μεγαλύτερες επενδυτικές κινήσεις στην ιστορία της Βόρειας Αμερικής στον τομέα της καθαρής ενέργειας προχωρά ο Καναδάς, με την κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ και τις επαρχίες του Κεμπέκ και της Νέας Γης και Λαμπραντόρ να συμφωνούν σε ένα φιλόδοξο σχέδιο ύψους 70 δισ. καναδικών δολαρίων, περίπου 43,6 δισ. ευρώ.
Το σχέδιο προβλέπει, σύμφωνα με το euronews, μεγάλη ενίσχυση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από υδροηλεκτρικά και αιολικά έργα στον ανατολικό Καναδά και, εφόσον προχωρήσει, θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 14.000 MW νέας ισχύος στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας.
Το μέγεθος της επένδυσης αποτυπώνει και τη στρατηγική της κυβέρνησης Κάρνεϊ να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζοντας παράλληλα την εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με τον Καναδό πρωθυπουργό, η νέα ισχύς θα ήταν αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες φωτισμού, θέρμανσης και ψύξης των κατοικιών στο Τορόντο, το Μόντρεαλ και το Βανκούβερ.
Νέα υδροηλεκτρικά έργα
Στο επίκεντρο της συμφωνίας βρίσκονται δύο μεγάλα υδροηλεκτρικά projects στο Λαμπραντόρ. Το πρώτο αφορά την αναβάθμιση του σταθμού παραγωγής Churchill Falls, ενώ παράλληλα σχεδιάζεται η ανάπτυξη ενός νέου υδροηλεκτρικού έργου στο Gull Island.
Μέρος της πρόσθετης ηλεκτρικής ενέργειας θα μεταφέρεται στο Κεμπέκ, ενώ η Hydro-Québec θα μπορεί να αυξήσει τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας προς τις βορειοανατολικές ΗΠΑ.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία και για την αμερικανική αγορά, καθώς η μεγαλύτερη εισαγωγή καναδικής υδροηλεκτρικής ενέργειας θεωρείται από αρκετούς παράγοντες ένας τρόπος για να μειωθούν οι εκπομπές του αμερικανικού ηλεκτρικού συστήματος, αλλά και να ενισχυθεί η ενεργειακή επάρκεια και να περιοριστούν οι διακυμάνσεις του κόστους για τους καταναλωτές.
23.000 νέες θέσεις εργασίας
Οι οικονομικές επιπτώσεις του σχεδίου αναμένεται να είναι σημαντικές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της καναδικής κυβέρνησης, η επένδυση θα μπορούσε να στηρίξει περίπου 23.000 θέσεις εργασίας και να προσθέσει συνολικά 31 δισ. καναδικά δολάρια στο ΑΕΠ της χώρας έως τις αρχές της δεκαετίας του 2040.
Παράλληλα, η αύξηση της εγχώριας παραγωγής καθαρής ενέργειας θα μπορούσε να περιορίσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων για την ηλεκτροπαραγωγή και, κατ’ επέκταση, τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Ο Καναδάς ξεκινά ήδη από μια ισχυρή βάση. Περίπου το 80% της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας προέρχεται από πηγές χωρίς εκπομπές, κυρίως υδροηλεκτρικά, πυρηνικά, αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα. Η υψηλή συμμετοχή καθαρών πηγών συμβάλλει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, στο να διαθέτει ο Καναδάς το χαμηλότερο κόστος οικιακής ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των χωρών του G7.
Παρά το μέγεθος της συμφωνίας, η υλοποίησή της δεν θεωρείται δεδομένη. Το πολιτικό σκηνικό στο Κεμπέκ αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας.
Κατά την τελετή υπογραφής της συμφωνίας στις 17 Αυγούστου στη Νέα Γη, η πρωθυπουργός του Κεμπέκ, Κριστίν Φρεσέτ, αναγνώρισε ότι το σχέδιο θα μπορούσε να βρεθεί σε κίνδυνο εάν το αυτονομιστικό Parti Québécois επικρατήσει στις επαρχιακές εκλογές του Οκτωβρίου. Οι δημοσκοπήσεις, μάλιστα, δείχνουν ότι το κόμμα έχει σημαντικές πιθανότητες να κερδίσει.
Έτσι, παρά τη συμφωνία μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των επαρχιών, το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο για το εάν η επένδυση θα μετατραπεί από πολιτική δέσμευση σε πραγματικά έργα.
Η επένδυση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του Καναδά να ενισχύσει την ενεργειακή του ασφάλεια, αξιοποιώντας τους σημαντικούς φυσικούς πόρους του και ταυτόχρονα επιταχύνοντας την ανάπτυξη της καθαρής ενέργειας.
Η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει δεχθεί κριτική από περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες υποστηρίζουν ότι απομακρύνεται από ορισμένες από τις κλιματικές δεσμεύσεις της προηγούμενης κυβέρνησης Τζάστιν Τριντό. Μάλιστα, μέλος της κυβέρνησης είχε παραιτηθεί πέρυσι λόγω των σχεδίων για την προώθηση νέου πετρελαιαγωγού από την Αλμπέρτα προς τις ακτές του Ειρηνικού.
Η νέα συμφωνία, ωστόσο, έλαβε θετική υποδοχή από το Canadian Climate Institute. Ο οργανισμός υποστήριξε ότι το σχέδιο αντανακλά το επίπεδο φιλοδοξίας που απαιτείται για τον στόχο του Καναδά να διπλασιάσει το ηλεκτρικό του δίκτυο με καθαρή ενέργεια.
Παράλληλα, η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και υδροηλεκτρικά έργα αναμένεται να λειτουργήσει ως «ασπίδα» απέναντι στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας. Σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας στις ενεργειακές αγορές, ο Καναδάς επιχειρεί έτσι να αξιοποιήσει την καθαρή ενέργεια όχι μόνο ως εργαλείο μείωσης των εκπομπών, αλλά και ως μέσο ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας του.
Διαβάστε ακόμη
