Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) επιβεβαιώνουν τη ραγδαία ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους έναντι των ορυκτών καυσίμων, σύμφωνα με νέα έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA), η οποία αποτυπώνει σημαντικές οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις από την παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση.
Πιο συγκεκριμένα, το 2025, η εγκατεστημένη δυναμικότητα από ΑΠΕ παγκοσμίως εκτιμάται ότι εξοικονόμησε κόστος από τη χρήση ορυκτών καυσίμων ύψους περίπου 480 δισ. δολαρίων, λειτουργώντας ως «ασπίδα» απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας και στις γεωπολιτικές εντάσεις.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον IRENA, πάνω από το 90% της νέας εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ το 2025 ήταν φθηνότερο από τη φθηνότερη αντίστοιχη επιλογή ορυκτών καυσίμων, επιβεβαιώνοντας ότι οι ΑΠΕ αποτελούν πλέον την οικονομικότερη λύση για παραγωγή ενέργειας στις περισσότερες αγορές.
Η έκθεση καταγράφει σταθερά χαμηλά κόστη για τις βασικές τεχνολογίες:
- Φωτοβολταϊκά: 44 δολάρια/MWh (σταθερά σε σχέση με το 2024)
- Χερσαία Αιολικά: 33 δολάρια/MWh, με μείωση 4%
- Υπεράκτια Αιολικά: 78 δολάρια/MWh, με μείωση 3%
Αντίθετα, το κόστος νέων μονάδων φυσικού αερίου αυξήθηκε σημαντικά, με τις τιμές σε ορισμένες αγορές να πλησιάζουν τα 100 δολάρια/MWh, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, όπου οι τιμές φυσικού αερίου παραμένουν υψηλές. O IRENA επισημαίνει ότι η έλλειψη τουρμπινών και οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα έχουν σχεδόν διπλασιάσει το κόστος νέων μονάδων συνδυασμένου κύκλου (CCGT) στις ΗΠΑ, ενώ η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να στηρίζει υψηλές τιμές αερίου.
Γεωπολιτικό “μαξιλάρι” οι ΑΠΕ
Τα οικονομικά οφέλη της ενέργειας από ΑΠΕ υπερβαίνουν σημαντικά το κόστος παραγωγής. Σε 20 μεγάλες οικονομίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου τα τέσσερα πέμπτα της παγκόσμιας παραγωγής ΑΠΕ, η χρήση ανανεώσιμων πηγών το 2025 οδήγησε στην αποφυγή δαπανών περίπου 377 δισ. δολαρίων για την αγορά ορυκτών καυσίμων. Σε επίπεδο χωρών, τη μεγαλύτερη συνεισφορά κατέγραψε η Κίνα με όφελος 177 δισ. δολαρίων, ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με 35 δισ., η Βραζιλία με 32 δισ., η Ινδία και η Γερμανία με 18 δισ. δολάρια η καθεμία, ενώ η Ιαπωνία κατέγραψε όφελος 15 δισ. δολαρίων.

Σε περιφερειακό επίπεδο, χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως η Ινδονησία, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες, απέφυγαν περίπου 5,7 δισ. δολάρια σε καύσιμα το 2025, ποσό που, με τις τιμές της ενεργειακής κρίσης του 2026, θα αντιστοιχούσε σε 6,5 δισ. δολάρια. Από το 2010 έως σήμερα, το κόστος των τεχνολογιών ΑΠΕ έχει μειωθεί σημαντικά, με τα φωτοβολταϊκά να καταγράφουν πτώση της τάξης του 89%, τα χερσαία αιολικά κατά 71% και τα υπεράκτια αιολικά κατά 63%.
Ωστόσο, ο IRENA επισημαίνει ότι η έντονη πτώση του κόστους στην καθαρή ενέργεια δείχνει να χάνει ρυθμό, καθώς οι επενδύσεις στον κλάδο έχουν μειωθεί από περίπου 70 δισ. δολάρια το τρίμηνο το 2023 σε γύρω στα 35 δισ. προς το τέλος του 2025. Παρά την επιβράδυνση αυτή, ο οργανισμός εκτιμά ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να υποχωρούν μέχρι το 2035, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό, καθώς οι αλυσίδες παραγωγής και οι εμπορικές συνθήκες αλλάζουν.

Διαβάστε ακόμη
