Ο συνδυασμός ηλιακής και αιολικής ενέργειας με συστήματα αποθήκευσης μπαταριών δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό ενεργειακό όραμα, αλλά μια οικονομικά ανταγωνιστική πραγματικότητα. Σύμφωνα με νέα έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA) τα λεγόμενα «24/7 συστήματα ΑΠΕ» μπορούν ήδη σήμερα να προσφέρουν σταθερή ηλεκτροδότηση όλο το 24ωρο, με κόστος που σε πολλές περιπτώσεις υπολείπεται αυτό των ορυκτών καυσίμων.

Η έκθεση με τίτλο 24/7 renewables: The economics of firm solar and wind καταγράφει ότι σε περιοχές με υψηλή ηλιακή και αιολική απόδοση, τα υβριδικά συστήματα με αποθήκευση μπαταριών μπορούν να παρέχουν συνεχόμενη ισχύ σε χαμηλότερο κόστος από τον άνθρακα και το φυσικό αέριο. Ενδεικτικά, το «σταθερό» κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα με αποθήκευση κυμαίνεται μεταξύ 54 και 82 δολαρίων ανά μεγαβατώρα (MWh), όταν τα νέα εργοστάσια άνθρακα στην Κίνα φτάνουν τα 70–85 δολάρια/MWh, ενώ το φυσικό αέριο διεθνώς ξεπερνά τα 100 δολάρια/MWh. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή «ζυγαριά» φαίνεται να γέρνει, και μάλιστα αισθητά, υπέρ των ΑΠΕ.

Πτώση του κόστους και ενίσχυση της αγοράς

Ο IRENA καταγράφει εντυπωσιακή μείωση κόστους την τελευταία δεκαπενταετία στα συστήματα ΑΠΕ. Από το 2010 μέχρι σήμερα:

  • τα φωτοβολταϊκά έχουν μειώσει το κόστος τους κατά 87%
  • η αιολική ενέργεια (χερσαία) κατά 55%
  • οι μπαταρίες αποθήκευσης κατά 93%

Ταυτόχρονα, όμως, η διείσδυση των ανανεώσιμων επηρεάζει και τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Στη Γερμανία, τα μέσα έσοδα χονδρικής πώλησης ανά MWh από φωτοβολταϊκά έργα έχουν μειωθεί σε περίπου το 50% της μέσης ετήσιας τιμής της αγοράς, ενώ το ποσοστό κάλυψης για την χερσαία αιολική ενέργεια έχει υποχωρήσει σε περίπου 0,8, αποτυπώνοντας την πίεση στις τιμές λόγω αυξημένης προσφοράς.

Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στη γερμανική αγορά. Αντίθετα, στοιχεία για το 2025 δείχνουν ποσοστά κάλυψης από φωτοβολταϊκά της τάξης του 54–58% σε χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας την ταχεία ενσωμάτωση της ηλιακής ενέργειας στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μίγμα.

Ένα ακόμη κρίσιμο πλεονέκτημα είναι ο χρόνος υλοποίησης. Τα έργα ανανεώσιμων πηγών μπορούν να κατασκευαστούν συνήθως μέσα σε 1 έως 2 χρόνια μετά την αδειοδότηση και τη σύνδεση στο δίκτυο. Αντίθετα, οι νέες μονάδες φυσικού αερίου απαιτούν σημαντικά μεγαλύτερους χρόνους ολοκλήρωσης.

Παράλληλα, τα 24/7 συστήματα βελτιστοποιούν τη χρήση του δικτύου και μειώνουν την έκθεση στις διακυμάνσεις των τιμών, λειτουργώντας ως «μαξιλάρι» ενεργειακής σταθερότητας, ιδιαίτερα για απαιτητικούς καταναλωτές όπως data centers και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Από την ενεργειακή μετάβαση στην ενεργειακή σταθερότητα

Σύμφωνα με την έκθεση, τα κόστη των υβριδικών συστημάτων έχουν μειωθεί εντυπωσιακά. Από πάνω από 100 δολάρια/MWh το 2020, τα συστήματα ηλιακής ενέργειας με αποθήκευση φτάνουν σήμερα τα 54–82 δολάρια/MWh σε περιοχές υψηλής ηλιοφάνειας.

Οι προβλέψεις είναι ακόμη πιο αισιόδοξες: έως το 2030, αναμένεται περαιτέρω μείωση περίπου 30%, ενώ έως το 2035 η πτώση μπορεί να αγγίξει το 40%, με κόστος κάτω από τα 50 δολάρια/MWh στις καλύτερες τοποθεσίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ενεργειακό συγκρότημα Al Dhafra στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το οποίο συνδυάζει φωτοβολταϊκά με αποθήκευση μπαταριών και ήδη παράγει περίπου 1 γιγαβάτ σταθερής καθαρής ενέργειας με κόστος γύρω στα 70 δολάρια/MWh.

Αντίστοιχα, τα συστήματα αιολικής ενέργειας με αποθήκευση εμφανίζουν επίσης ισχυρή ανταγωνιστικότητα, με κόστος που το 2025 κυμαίνεται από περίπου 59 δολάρια/MWh έως 88–94 δολάρια/MWh σε αγορές όπως η Γερμανία, η Αυστραλία και η Βραζιλία.

Τέλος, ο IRENA επισημαίνει ότι ο συνδυασμός ηλιακής, αιολικής και αποθήκευσης δεν μειώνει απλώς το κόστος, αλλά αλλάζει ριζικά τον τρόπο σχεδιασμού των ενεργειακών συστημάτων. Οι τεχνολογίες αυτές, λειτουργώντας συμπληρωματικά, δημιουργούν ένα νέο μοντέλο όπου η ενέργεια δεν «σβήνει» τη νύχτα, όπως το φως του ήλιου πίσω από τον ορίζοντα, αλλά συνεχίζει απρόσκοπτα να ρέει.

Διαβάστε ακόμη