Η ηλεκτροκίνηση θα πρέπει να καλύπτει το 35% της παγκόσμιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2035, προκειμένου ο πλανήτης να παραμείνει σε τροχιά συμβατή με τον στόχο περιορισμού της υπερθέρμανσης στον 1,5 βαθμό Κελσίου. Αυτό επισημαίνει νέα έκθεση του του Διεθνούς Οργανισμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA), η οποία σκιαγραφεί τον οδικό χάρτη για την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα μέσω της ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ηλεκτροδότησης και των δικτύων ηλεκτρισμού.
Σύμφωνα με την έκθεση με τίτλο «Transitioning away from fossil fuels: A roadmap based on renewables, electrification and grid enhancement» την οποία επικαλείται το περιοδικό pv, η ηλεκτροκίνηση καλείται να αποτελέσει τον βασικό πυλώνα της επόμενης φάσης της ενεργειακής μετάβασης.
Σήμερα, η ηλεκτρική ενέργεια αντιστοιχεί περίπου στο 23% της παγκόσμιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας. O IRENA εκτιμά ότι το ποσοστό αυτό θα πρέπει να αυξηθεί στο 35% έως το 2035 και να ξεπεράσει το 50% έως το 2050, καθιστώντας τον ηλεκτρισμό τον κυρίαρχο ενεργειακό φορέα διεθνώς.
Η αυξημένη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να καλυφθεί κυρίως από ανανεώσιμες πηγές. Η έκθεση θέτει ως στόχο την εγκατάσταση 18,4 τεραβάτ (TW) ανανεώσιμης ισχύος παγκοσμίως έως το 2035 και 38,2 TW έως το 2050. Για λόγους σύγκρισης, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ είχε φτάσει τα 5,14 TW στα τέλη του 2025.
Ραγδαία άνοδος των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή
Με βάση το αναθεωρημένο σενάριο του IRENA, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί από 30% το 2023 σε 78% το 2035 και να φτάσει το 92% έως το 2050. Ο γενικός διευθυντής του IRENA, Francesco La Camera, υπογράμμισε ότι η ηλεκτροδότηση μέσω ανανεώσιμων πηγών εξυπηρετεί πολλαπλούς στρατηγικούς στόχους.
Όπως ανέφερε, συμβάλλει στον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής, ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια μέσω της μείωσης της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ενδυναμώνει την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών, δημιουργώντας νέες βιομηχανικές αλυσίδες αξίας και επενδυτικές ευκαιρίες.
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι ανταγωνιστικές τιμές των ΑΠΕ μπορούν να στηρίξουν χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τα δίκτυα ηλεκτρισμού το μεγάλο «αγκάθι»
Η έκθεση επισημαίνει ωστόσο ότι η ανάπτυξη των ηλεκτρικών δικτύων αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες για την ενεργειακή μετάβαση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του IRENA, περίπου 2.500 γιγαβάτ έργων παγκοσμίως παραμένουν σε λίστες αναμονής για σύνδεση με τα δίκτυα ηλεκτρισμού, με τη συντριπτική πλειονότητα να αφορά έργα ηλιακής και αιολικής ενέργειας, καθώς και αποθήκευσης.
Η υπηρεσία εκτιμά ότι οι επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα θα πρέπει να φτάσουν κατά μέσο όρο τα 1,2 τρισ. δολάρια ετησίως έως το 2050, υπερδιπλάσιες σε σχέση με τα περίπου 500 δισ. δολάρια που επενδύθηκαν το 2025.
Μόνο έως το 2030, θα απαιτηθούν συνολικές επενδύσεις ύψους 5,5 τρισ. δολαρίων σε δίκτυα και υποδομές ευελιξίας του συστήματος, ώστε να διατηρηθεί ζωντανός ο στόχος του 1,5°C.
Ο IRENA προειδοποιεί ότι χωρίς επαρκή αναβάθμιση και επέκταση των δικτύων, η επιτάχυνση της ηλεκτροδότησης κινδυνεύει να οδηγήσει σε αυξημένες περικοπές παραγωγής ΑΠΕ, συμφόρηση των δικτύων και υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Για τον λόγο αυτό, η έκθεση ζητά όχι μόνο την ανάπτυξη νέων δικτύων, αλλά και την αξιοποίηση τεχνολογιών που ενισχύουν την αποδοτικότητα και την ευελιξία των υφιστάμενων υποδομών, προκειμένου να αυξηθεί η αξιοπιστία και η διαθέσιμη χωρητικότητα των συστημάτων ηλεκτρισμού.
Διαβάστε ακόμη
