Εξάμηνη παράταση στις προθεσμίες εκτέλεσης όλων των δημοσίων έργων, άμεση ενεργοποίηση του μηχανισμού αναθεώρησης τιμών, χρήση αντικειμενικών δεικτών της ΕΛΣΤΑΤ για τον υπολογισμό των αυξήσεων και οικονομική αποζημίωση για τους αναδόχους που θα συνεχίσουν τις εργασίες αναλαμβάνοντας το πρόσθετο κόστος ζητούν οι εργοληπτικές οργανώσεις της χώρας, προειδοποιώντας ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη συσσωρευμένη κρίση κόστους, θέτοντας σε νέα δοκιμασία την εκτέλεση εκατοντάδων δημόσιων έργων σε ολόκληρη τη χώρα.

Ολόκληρος ο κατασκευαστικός κλάδος εκπέμπει πλέον κοινό σήμα κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι οι σημερινές συνθήκες έχουν ξεπεράσει τα όρια του συνήθους επιχειρηματικού ρίσκου, με πολλά δημόσια έργα να βρίσκονται στον αέρα και να βρισκόμαστε προ ενός ντόμινο παγωμένων εργοταξίων. Οι διοικήσεις των εταιρειών υποστηρίζουν πως χωρίς άμεσες παρεμβάσεις η πίεση στις τεχνικές επιχειρήσεις θα ενταθεί περαιτέρω το επόμενο διάστημα. Η νέα γεωπολιτική αναταραχή τα απόνερα της οποίας θα αρχίσουν να φαίνονται μέσα στο επόμενο εξάμηνο βρίσκει την αγορά ήδη επιβαρυμένη από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών, με πολλές συμβάσεις να εκτελούνται σε ένα οικονομικό περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από εκείνο στο οποίο δημοπρατήθηκαν.

Οι τέσσερις εργοληπτικές οργανώσεις της χώρας ο ΣΤΕΑΤ, που εκπροσωπεί τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες, ο ΣΑΤΕ, η ΠΕΔΜΕΔΕ και η ΠΕΣΕΔΕ, εμφανίστηκαν την Πέμπτη με ενιαία γραμμή σε συνέντευξη Τύπου, ζητώντας από την κυβέρνηση να κινηθεί άμεσα. Στο επίκεντρο των διεκδικήσεών τους βρίσκεται και η ενεργοποίηση της Εταιρείας Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Έργων, ενός μηχανισμού που θεσμοθετήθηκε το 2021 προκειμένου να παρακολουθεί συστηματικά το κόστος κατασκευής, να επικαιροποιεί τις αναλύσεις τιμών και να στηρίζει το σύστημα αναθεωρήσεων, αλλά παραμένει μέχρι σήμερα ανενεργός.

Η δυσάρεστη εικόνα για το κόστος των έργων αποτυπώνεται στις τιμές βασικών υλικών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν, η τιμή των τούβλων έχει αυξηθεί από περίπου 0,75 ευρώ σε 2,20 ευρώ ανά τεμάχιο, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 170%, ενώ το κόστος του σκυροδέματος έχει εκτιναχθεί από περίπου 45 ευρώ στα 105 ευρώ. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος καυσίμων, μεταφορών και λειτουργίας μηχανημάτων διευρύνει διαρκώς την απόσταση μεταξύ των συμβατικών τιμών και της πραγματικής δαπάνης εκτέλεσης των έργων.

ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ

Οι τέσσερις εργοληπτικές οργανώσεις της χώρας, ο ΣΤΕΑΤ , ο ΣΑΤΕ, η ΠΕΔΜΕΔΕ και η ΠΕΣΕΔΕ κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου © energygame.gr

Συριανός: Εξάμηνη παράταση ή αποζημίωση για όσους συνεχίσουν τα έργα»

Με τη διαπίστωση ότι οι νέες γεωπολιτικές αναταράξεις έχουν μεταβάλει εκ νέου τα δεδομένα για τα δημόσια έργα, ο πρόεδρος του ΣΤΕΑΤ, Γιώργος Συριανός, έθεσε στο τραπέζι τρεις βασικές παρεμβάσεις που, όπως υποστήριξε, είναι απαραίτητες προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις των νέων ανατιμήσεων στον κατασκευαστικό κλάδο. Ο κ. Συριανός αναγνώρισε ότι οι παρεμβάσεις που υιοθέτησε το προηγούμενο διάστημα το Υπουργείο Υποδομών έδωσαν μια προσωρινή ανάσα στην αγορά, χωρίς όμως να επιλύσουν οριστικά το πρόβλημα. 

Πρώτο αίτημα του κλάδου αποτελεί η χορήγηση οριζόντιας εξάμηνης παράτασης στις συμβάσεις των δημοσίων έργων. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΤΕΑΤ, η παράταση θα λειτουργήσει ως εργαλείο διαχείρισης του αυξημένου ρίσκου που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ανάδοχοι, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χρόνο να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες της αγοράς.

Όπως εξήγησε, «η παράταση θα λειτουργούσε ως εργαλείο αντιμετώπισης του αυξημένου ρίσκου που έχει δημιουργηθεί από τις διεθνείς εξελίξεις, χωρίς να επηρεάζεται η συνολική υλοποίηση των έργων». Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι στις περιπτώσεις όπου ένας ανάδοχος επιλέξει να συνεχίσει κανονικά τις εργασίες χωρίς να αξιοποιήσει την παράταση, θα πρέπει να εξεταστεί κάποια μορφή οικονομικής αποζημίωσης για το πρόσθετο κόστος και τις πιέσεις που αναλαμβάνει.

Δεύτερος άξονας είναι η πρόβλεψη οικονομικής αποζημίωσης για τις επιχειρήσεις που θα επιλέξουν να συνεχίσουν κανονικά την εκτέλεση των έργων χωρίς να αξιοποιήσουν την παράταση. Όπως υποστήριξε, οι εταιρείες αυτές αναλαμβάνουν πρόσθετο κόστος και αυξημένο επιχειρηματικό κίνδυνο εξαιτίας συνθηκών που δεν μπορούσαν να προβλέψουν κατά την υπογραφή των συμβάσεων και θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα αντίστοιχης οικονομικής αποκατάστασης.

Τρίτο και πιο στρατηγικό αίτημα είναι η πλήρης ενεργοποίηση του μόνιμου μηχανισμού αναθεώρησης τιμών. Ο κ. Συριανός υπογράμμισε ότι η αγορά δεν μπορεί να εξαρτάται διαρκώς από έκτακτες υπουργικές αποφάσεις και αποσπασματικές παρεμβάσεις. Για τον λόγο αυτό ζήτησε να τεθεί σε λειτουργία η Εταιρεία Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Έργων, ώστε οι αναθεωρήσεις να υπολογίζονται με αντικειμενικό, διαφανή και θεσμοθετημένο τρόπο, αντανακλώντας τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.

«Το πρόβλημα είναι μπροστά μας και πρέπει να αντιμετωπιστεί», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι οι επιπτώσεις των νέων ανατιμήσεων αφορούν το σύνολο του κατασκευαστικού κλάδου και απαιτούν άμεσες αποφάσεις από την Πολιτεία.

Αθουσάκης: Η αναθεώρηση τιμών δεν είναι παροχή, αλλά υποχρέωση του Δημοσίου

Ο πρόεδρος του ΣΑΤΕ, Ζαχαρίας Αθουσάκης, ο οποίος εστίασε στις αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος αναθεώρησης τιμών, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της αδυναμίας εφαρμογής του ίδιου του θεσμικού πλαισίου που διέπει τα δημόσια έργα. «Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις νέες ανατιμήσεις που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή. Αντιθέτως, αποτελεί συνέχεια μιας κατάστασης που ξεκίνησε με την πανδημία και κορυφώθηκε μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, με τις εργοληπτικές επιχειρήσεις να απορροφούν επί σειρά ετών σημαντικό μέρος των αυξήσεων προκειμένου να ολοκληρωθούν τα έργα».

Ο πρόεδρος του ΣΑΤΕ υπογράμμισε ότι η αναθεώρηση τιμών δεν συνιστά έκτακτη ενίσχυση ή προνομιακή μεταχείριση προς τους αναδόχους, αλλά θεσμοθετημένη υποχρέωση του Δημοσίου. Όπως εξήγησε, η νομοθεσία προβλέπει τη διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας των συμβάσεων όταν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι συνθήκες της αγοράς, ακριβώς για να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα των έργων και η ολοκλήρωσή τους.

Παράλληλα, άσκησε κριτική στην καθυστέρηση ενεργοποίησης του μηχανισμού που θεσπίστηκε το 2021 για την παρακολούθηση του κόστους κατασκευής. Όπως υπενθύμισε, προβλέφθηκε η δημιουργία Επιτροπής Διαπίστωσης Κόστους, Παρατηρητηρίου Τιμών και νέου συστήματος αναλύσεων και αναθεωρήσεων, ωστόσο οι απαιτούμενες αποφάσεις για την πλήρη λειτουργία του δεν εκδόθηκαν ποτέ. Αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι οι αναθεωρήσεις να εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των πραγματικών αυξήσεων που αντιμετωπίζει η αγορά.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι οι αποζημιώσεις που χορηγήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια κάλυψαν, κατά την εκτίμησή του, μόλις το 30% των πραγματικών ανατιμήσεων που προκάλεσαν η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, κρίσιμες παράμετροι του κόστους, όπως τα εργατικά, τα καύσιμα, τα μηχανήματα έργου και οι αποσβέσεις τους, παρέμειναν ουσιαστικά εκτός του συστήματος αναθεώρησης.

«Βρισκόμαστε στο στάδιο που καλούμαστε να απαντήσουμε στο πώς θα ολοκληρωθούν τα δημόσια έργα», προειδοποίησε ο πρόεδρος του ΣΑΤΕ, εκτιμώντας ότι οι τεχνικές επιχειρήσεις έχουν εξαντλήσει τα περιθώρια απορρόφησης νέων επιβαρύνσεων. Κατά τον ίδιο, χωρίς την πλήρη ενεργοποίηση του συστήματος αναθεώρησης και την επικαιροποίηση των συντελεστών, το πρόβλημα δεν θα αφορά πλέον μόνο την κερδοφορία των εταιρειών αλλά την ίδια την εξέλιξη των έργων που βρίσκονται σήμερα σε κατασκευή.

Γκολιόπουλος: Ασφυκτικές συνθήκες για τις εταιρείες και κίνδυνος επιβράδυνσης έργων

Στις ευρύτερες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η νέα κρίση στην πορεία των δημοσίων έργων στάθηκε ο πρόεδρος της ΠΕΔΜΕΔΕ, Κωνσταντίνος Γκολιόπουλος, υπογραμμίζοντας ότι η ακρίβεια που προκαλείται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις δεν πλήττει μόνο τις τεχνικές επιχειρήσεις, αλλά συνολικά την οικονομία.

Όπως ανέφερε, τα δημόσια έργα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα, καθώς εκτελούνται με συμβάσεις και τιμολόγια που έχουν διαμορφωθεί σε προηγούμενες συνθήκες κόστους, ενώ οι εταιρείες προμηθεύονται σήμερα υλικά και υπηρεσίες σε τιμές που μεταβάλλονται διαρκώς. Αυτό δημιουργεί, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τους αναδόχους, ειδικά σε έργα που βρίσκονται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.

Ο πρόεδρος της ΠΕΔΜΕΔΕ προειδοποίησε ότι χωρίς παρέμβαση της Πολιτείας το πρόβλημα μπορεί να μεταφερθεί απευθείας στα εργοτάξια, με καθυστερήσεις, επιβραδύνσεις ή ακόμη και διακοπές εργασιών. Για τον λόγο αυτό υποστήριξε ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στους συντελεστές αναθεώρησης, αλλά να εξεταστεί ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση παρατάσεων όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη σημασία του κατασκευαστικού τομέα για την οικονομία, σημειώνοντας ότι ο κλάδος αντιπροσωπεύει περίπου το 10% του ΑΕΠ. Με αυτή την έννοια, όπως υπογράμμισε, η στήριξη της ομαλής εκτέλεσης των έργων δεν αφορά μόνο τις εργοληπτικές επιχειρήσεις, αλλά την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας συνολικά.

Κουβουκλιώτης: Οι προσφορές ισχύουν για δέκα ημέρες

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΠΕΣΕΔΕ, Φώτης Κουβουκλιώτης, έδωσε έμφαση στην καθημερινή πίεση που βιώνουν οι μικρομεσαίες εργοληπτικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Όπως είπε, οι ανατιμήσεις δεν έχουν την ίδια ένταση σε όλα τα έργα και σε όλες τις περιοχές, καθώς όσο αυξάνεται η απόσταση από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τα μεγάλα κέντρα προμήθειας, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το βάρος των μεταφορών και της έλλειψης διαθέσιμου εργατικού δυναμικού.

Ο ίδιος περιέγραψε μια αγορά στην οποία ο προγραμματισμός έχει γίνει εξαιρετικά δύσκολος. Οι προσφορές που λαμβάνουν οι εργολήπτες από τους προμηθευτές έχουν πλέον πολύ μικρή διάρκεια ισχύος, ακόμη και μόλις δέκα ημερών, με αποτέλεσμα οι εταιρείες να δυσκολεύονται όχι μόνο να εκτελέσουν υφιστάμενες συμβάσεις, αλλά και να υπολογίσουν με ασφάλεια το κόστος συμμετοχής τους σε νέους διαγωνισμούς.

Κατά τον κ. Κουβουκλιώτη, το πρόβλημα έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια του κανονικού επιχειρηματικού ρίσκου. Όπως ανέφερε, κάθε έργο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και βρίσκεται σε διαφορετικό στάδιο υλοποίησης: άλλες εταιρείες μπορεί να έχουν ήδη προμηθευτεί υλικά και να επιθυμούν να συνεχίσουν, ενώ άλλες βρίσκονται μπροστά σε εργασίες που, με τις σημερινές τιμές, καθίστανται ζημιογόνες.

Για αυτόν τον λόγο, η εξάμηνη παράταση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ευελιξίας για όσους αναδόχους αδυνατούν να συνεχίσουν χωρίς να επιβαρυνθούν δυσανάλογα. Ο πρόεδρος της ΠΕΣΕΔΕ σημείωσε επίσης ότι, ακόμη και αν υπάρξει αποκλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης, οι επιπτώσεις στην αγορά δεν θα εξαφανιστούν άμεσα, καθώς οι αναταράξεις στο κόστος αναμένεται να συνεχίσουν να επηρεάζουν την καθημερινότητα των εργοταξίων για τους επόμενους μήνες.

Ανατιμήσεις και στο τραπέζι συνάντηση με το Υπουργείο

Οι εργοληπτικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι μέσα σε διάστημα μόλις τριών μηνών οι αυξήσεις σε βασικά κατασκευαστικά υλικά κυμαίνονται από 20% έως 35%, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος εκτέλεσης των έργων και δημιουργώντας νέες δυσκολίες σε συμβάσεις που είχαν δημοπρατηθεί με εντελώς διαφορετικά οικονομικά δεδομένα.

Να σημειωθεί πως η κυβέρνηση επιχειρεί να θωρακίσει την υλοποίηση των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, προωθώντας ειδική διαδικασία για μεγάλα έργα προϋπολογισμού άνω των 100 εκατ. ευρώ, με στόχο να μην τεθούν σε κίνδυνο κρίσιμα ορόσημα και κοινοτικοί πόροι. Η προτεινόμενη ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα στο Δημόσιο να συντέμνει τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης και να χορηγεί πρόσθετες αποζημιώσεις στους αναδόχους που θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τα έργα εντός των νέων προθεσμιών. Το κόστος των συγκεκριμένων αποζημιώσεων θα καλύπτεται από εθνικούς πόρους μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η απώλεια χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης για έργα που αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις.

Ο πρόεδρος του ΣΤΕΑΤ Γιώργος Συριανός ανακοίνωσε ότι οι φορείς του κλάδου θα ζητήσουν άμεσα συνάντηση με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, προκειμένου να παρουσιάσουν τις προτάσεις τους και να αναζητηθούν λύσεις για την αντιμετώπιση των νέων πιέσεων που προκαλεί η διεθνής συγκυρία.

Το κοινό μήνυμα που εξέπεμψαν οι εργοληπτικές οργανώσεις είναι ότι η αγορά των δημοσίων έργων βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας και ότι απαιτούνται άμεσες αποφάσεις ώστε να διασφαλιστεί τόσο η ομαλή εξέλιξη των έργων όσο και η βιωσιμότητα των τεχνικών επιχειρήσεων που καλούνται να τα υλοποιήσουν.

Διαβάστε ακόμη