Η αγορά του πράσινου υδρογόνου στην Ελλάδα φαίνεται να αφήνει πίσω της την περίοδο των θεωρητικών σχεδιασμών και να εισέρχεται σταδιακά στη φάση της υλοποίησης. Τα τελευταία δύο χρόνια θεσπίστηκε το πρώτο ρυθμιστικό πλαίσιο, ενεργοποιήθηκαν ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, δρομολογήθηκαν τα πρώτα έργα παραγωγής και άρχισε να διαμορφώνεται ένα οικοσύστημα επιχειρήσεων, ερευνητικών φορέων και υποδομών που επιχειρεί να αποκτήσει θέση στη νέα αγορά των ανανεώσιμων αερίων.

Ωστόσο, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, η απόσταση μεταξύ των πολιτικών φιλοδοξιών και της πραγματικής αγοράς παραμένει μεγάλη. Άνθρωποι της αγοράς παρατηρούν πως οι αρχικοί ευρωπαϊκοί στόχοι για το υδρογόνο αναθεωρούνται προς τα κάτω, αρκετά έργα καθυστερούν ή επανασχεδιάζονται, ενώ η ανάπτυξη της αγοράς προχωρά με σαφώς πιο αργούς ρυθμούς από εκείνους που προέβλεπαν τα πρώτα σχέδια της προηγούμενης δεκαετίας.

Το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον η τεχνολογία, αλλά το πώς θα δημιουργηθεί μια πραγματική αγορά υδρογόνου. Η αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική ζήτηση, το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, η δυσκολία εξασφάλισης χρηματοδότησης, η έλλειψη ώριμων υποδομών μεταφοράς, οι χρονοβόρες αδειοδοτικές διαδικασίες και το σύνθετο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο συνθέτουν σήμερα το βασικό πλέγμα προκλήσεων για τον κλάδο. Ως εκ τούτου, η αγορά καλείται να απαντήσει σε ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα. Πώς η μετάβαση στο υδρογόνο θα συνδεθεί με τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργία νέας τεχνογνωσίας και τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης.

Η επόμενη ημέρα του υδρογόνου φαίνεται να περνά από τρεις βασικές προϋποθέσεις: την ολοκλήρωση και λειτουργία των πρώτων έργων, τη δημιουργία πραγματικών αγορών κατανάλωσης σε τομείς όπου το υδρογόνο διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα και την ανάπτυξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού που θα στηρίξει τη νέα βιομηχανία. 

Το πλαίσιο υπάρχει, τώρα αρχίζει η δύσκολη φάση

Η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του ΥΠΕΝ, Δέσποινα Παληαρούτα, παρουσίασε από το βήμα του Hydrogen & Green Gases Forum την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια σε θεσμικό επίπεδο. Το βασικό μήνυμα της παρέμβασής της ήταν ότι η Ελλάδα έχει πλέον δημιουργήσει τις βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της αγοράς, μέσω του νέου νομοθετικού πλαισίου για το υδρογόνο, των εγγυήσεων προέλευσης και των διαδικασιών αδειοδότησης.

Παράλληλα, στάθηκε ιδιαίτερα στο έργο παραγωγής πράσινου υδρογόνου της Motor Oil στην Κόρινθο, το οποίο αποτελεί σήμερα το πιο ώριμο έργο του κλάδου στη χώρα, αλλά και στον Νοτιοανατολικό Διάδρομο Υδρογόνου που προωθείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, πίσω από την πρόοδο αυτή διαφαίνεται και η επόμενη πρόκληση: η μετάβαση από τη νομοθέτηση και τον σχεδιασμό στην πραγματική υλοποίηση σύνθετων έργων που καλούνται να λειτουργήσουν για πρώτη φορά σε εμπορική κλίμακα.

Οι στόχοι παραμένουν, αλλά η αγορά αλλάζει

Μία ξεκάθαρη εικόνα για την αγορά έδωσε και ο καθηγητής του ΕΜΠ Παντελής Κάπρος. Η κεντρική του θέση στο πλαίσιο του συνεδρίου ήταν ότι το υδρογόνο παραμένει αναγκαίο για την ενεργειακή μετάβαση, ειδικά σε τομείς όπου ο εξηλεκτρισμός δεν μπορεί να δώσει λύσεις. Ωστόσο, η αγορά αναπτύσσεται πολύ πιο αργά από ό,τι προέβλεπαν οι αρχικές ευρωπαϊκές εκτιμήσεις.

Ο ίδιος συνέδεσε αυτή την εξέλιξη με τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, το υψηλό κόστος του πράσινου υδρογόνου σε σχέση με τις συμβατικές εναλλακτικές. Δεύτερον, την αβεβαιότητα για το ποιος θα απορροφήσει τις ποσότητες που θα παραχθούν στο μέλλον. Και τρίτον, τη δυσκολία των χρηματοδοτών να αναλάβουν το επενδυτικό ρίσκο μιας αγοράς που δεν έχει ακόμη διαμορφώσει σταθερή ζήτηση.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στις δημοπρασίες του European Hydrogen Bank. Παρά τη σημαντική δημόσια χρηματοδότηση, τα μεγέθη που προκύπτουν παραμένουν πολύ μικρά σε σχέση με τον στόχο των 10 εκατ. τόνων πράσινου υδρογόνου που έχει θέσει η Ευρώπη για το 2030. Για τον ίδιο, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η παραγωγή αλλά η αδυναμία της αγοράς να αποκτήσει κρίσιμη μάζα.

Μεγαλύτερες οι προσδοκίες από τις δυνατότητες της αγοράς

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΚΑΠΕ, Δημήτρης Καρδοματέας. Η παρέμβασή του επικεντρώθηκε στη διάσταση μεταξύ πολιτικών φιλοδοξιών και οικονομικής πραγματικότητας.

Όπως υποστήριξε, τα προηγούμενα χρόνια δημιουργήθηκαν ιδιαίτερα αισιόδοξες προσδοκίες για την ταχύτητα με την οποία θα αναπτυσσόταν η αγορά υδρογόνου. Στην πράξη όμως, το υψηλό κόστος παραγωγής, η αβεβαιότητα για τις τελικές χρήσεις και η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση οδήγησαν σε πιο συντηρητικές εκτιμήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την αναθεώρηση του ΕΣΕΚ οι στόχοι για το υδρογόνο προσαρμόστηκαν σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.

Χωρίς δίκτυα δεν υπάρχει αγορά

Αν ο κ. Κάπρος περιέγραψε το πρόβλημα της ζήτησης, ο ανώτατος εκτελεστικός διευθυντής στρατηγικής και ανάπτυξης του ΔΕΣΦΑ, Μιχάλης Θωμαδάκης, έπιασε το νήμα από μία άλλη σκοπιά και μίλησε για το ζήτημα των υποδομών.

Η παρέμβασή του είχε σαφή γεωπολιτική διάσταση. Ο ΔΕΣΦΑ θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να σχεδιάζει την οικονομία υδρογόνου μόνο για τις εγχώριες ανάγκες, αλλά ως τμήμα ενός ευρωπαϊκού δικτύου μεταφοράς και εμπορίας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται ο Νοτιοανατολικός Διάδρομος Υδρογόνου, η διασύνδεση με την Ιταλία και οι νέοι hydrogen-ready αγωγοί που σχεδιάζονται σήμερα.

Το βασικό μήνυμα ήταν ότι η χώρα μπορεί να εξελιχθεί σε παραγωγικό και διαμετακομιστικό κόμβο πράσινου υδρογόνου. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό απαιτούνται επενδύσεις πολλών ετών σε δίκτυα και διεθνείς διασυνδέσεις, χωρίς τις οποίες ακόμη και η φθηνότερη παραγωγή δεν μπορεί να βρει αγορές.

Το πρόβλημα δεν είναι η παραγωγή, αλλά η κατανάλωση

Τη σκοπιά ενός επενδυτή που επιχειρεί να μετατρέψει τον σχεδιασμό σε πραγματικό έργο παρουσίασε ο Διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Motor Oil, Κωνσταντίνος Χατζηφώτης.

Αναφερόμενος στο έργο των 50 MW που κατασκευάζεται στην Κόρινθο, σημείωσε ότι η σημερινή αγορά κινείται πλέον με διαφορετική λογική από εκείνη που κυριαρχούσε πριν από λίγα χρόνια. Τα σχέδια πολλών γιγαβάτ, όπως το White Dragon, έδωσαν τη θέση τους σε πιο στοχευμένες επενδύσεις με σαφή επιχειρηματική χρήση και συγκεκριμένο αποδέκτη της παραγωγής.

Κατά τον ίδιο, το μεγαλύτερο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι η ζήτηση. Η αγορά χρειάζεται αγοραστές, μακροχρόνια συμβόλαια και μηχανισμούς που θα δημιουργήσουν πραγματική κατανάλωση. Χωρίς αυτά, ακόμη και τα πιο ώριμα έργα δυσκολεύονται να προχωρήσουν.

Το κόστος ηλεκτρισμού και οι «αυστηροί» κανόνες φρενάρουν τα έργα

Από την πλευρά της Hellenic Hydrogen, η οποία αναπτύσσει το έργο παραγωγής πράσινου υδρογόνου στο Αμύνταιο, οι παρεμβάσεις ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για τα πρακτικά προβλήματα που συναντούν οι επενδυτές.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας, Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος, υποστήριξε ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία αλλά το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως εξήγησε, ακόμη και όταν το κόστος παραγωγής από ΑΠΕ είναι ανταγωνιστικό, οι πρόσθετες χρεώσεις συστήματος και δικτύου αυξάνουν σημαντικά το τελικό κόστος του υδρογόνου.

Από την άλλη πλευρά, ο Τεχνικός Διευθυντής της εταιρείας, Σπύρος Κοντομάρης, έστρεψε την κριτική του προς το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Οι κανόνες για τα RFNBOs, οι απαιτήσεις πιστοποίησης και οι πολύπλοκες προϋποθέσεις που επιβάλλονται στα έργα δημιουργούν, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα περιβάλλον υπερρύθμισης σε μια αγορά που ακόμη προσπαθεί να αποκτήσει κρίσιμη μάζα.

Ένα ακόμα στοίχημα

Το τελευταίο μεγάλο ζήτημα που αναδείχθηκε αφορά το ανθρώπινο δυναμικό και την τεχνογνωσία. Ο Διευθυντής Ερευνών του ΕΚΕΤΑ και επιστημονικός υπεύθυνος του H2-Hub, Παναγιώτης Γραμμέλης, παρουσίασε την πρόοδο του κόμβου υδρογόνου που αναπτύσσεται στη Δυτική Μακεδονία, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα καλείται να αποκτήσει τεχνογνωσία σε μια τεχνολογία που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν είχε ουσιαστική παρουσία στην Ελλάδα. Παράλληλα ανέδειξε ως σημαντικότερο εμπόδιο τις χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες και τη γραφειοκρατία που καθυστερούν τις επενδύσεις.

Από την πλευρά του, ο Νίκος Ντάβος, Συνιδρυτής και Διαχειριστής του CluBE Δυτικής Μακεδονίας, περιέγραψε την επόμενη ημέρα με τρεις λέξεις: έργα, ζήτηση και δεξιότητες. Κατά την εκτίμησή του, η αγορά χρειάζεται να δει τα πρώτα έργα να λειτουργούν, να δημιουργηθούν πραγματικές αγορές κατανάλωσης και να εκπαιδευτεί το ανθρώπινο δυναμικό που θα στηρίξει τη νέα βιομηχανία.

Το μήνυμα που προέκυψε από το σύνολο των παρεμβάσεων ήταν πως η επιτυχία της αγοράς υδρογόνου δεν θα κριθεί πλέον από τους στόχους που θα τεθούν, αλλά από το αν η αγορά θα καταφέρει να καλύψει τα κενά που οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της εντοπίζουν σήμερα. Ζήτηση, κόστος, υποδομές, κανονιστικό πλαίσιο και ανθρώπινο δυναμικό.

Διαβάστε ακόμη