Την εκτίμηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη (AI) μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αντί να επιβαρύνει περαιτέρω το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παγκόσμιας οικονομίας, διατυπώνει ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Al Gore, την ώρα που η ταχεία ανάπτυξη των data centers προκαλεί αυξανόμενες ανησυχίες για την κατανάλωση ενέργειας και νερού.
Μιλώντας στους Financial Times με αφορμή νέα έκθεση της Generation Investment Management, της εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίων που συνίδρυσε πριν από περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο Gore υποστήριξε ότι οι εκπομπές που συνδέονται με την AI θα πρέπει να αξιολογούνται στο ευρύτερο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης. Όπως σημείωσε, η αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers αποτελεί «λόγο ανησυχίας, αλλά όχι πανικού», καθώς η τεχνολογία μπορεί παράλληλα να συμβάλει στη βελτίωση της αποδοτικότητας των ενεργειακών συστημάτων και στην ταχύτερη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η παγκόσμια εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει κατακόρυφα τις ανάγκες σε υπολογιστική ισχύ και, κατ’ επέκταση, σε ηλεκτρική ενέργεια. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας των data centers παγκοσμίως αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2030, φτάνοντας περίπου τις 945 TWh. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί σε λίγο κάτω από το 3% της συνολικής παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Ο IEA εκτιμά παράλληλα ότι η κατανάλωση των data centers θα αυξάνεται με ρυθμό περίπου 15% ετησίως έως το 2030, δηλαδή περίπου τέσσερις φορές ταχύτερα από τη συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για τα ενεργειακά δίκτυα, τα οποία σε πολλές περιοχές δεν είναι ακόμη προετοιμασμένα να υποδεχθούν τόσο μεγάλες και συγκεντρωμένες νέες φορτίσεις. Η ίδια η έκθεση της Generation αναγνωρίζει ότι η AI δημιουργεί «ξαφνικές και βαθιές απαιτήσεις» σε δίκτυα που δεν έχουν σχεδιαστεί για μια τόσο γρήγορη αύξηση της ζήτησης. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο Gore επικαλείται έρευνες σύμφωνα με τις οποίες η AI θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές μειώσεις των παγκόσμιων εκπομπών. Μελέτη του Grantham Institute, την οποία επικαλείται, εκτιμά ότι η AI θα μπορούσε να περιορίσει τις εκπομπές έως και κατά 5,4 δισ. τόνους ετησίως έως το 2035, μέσω εφαρμογών στην ηλεκτροπαραγωγή, τις μεταφορές και την παραγωγή τροφίμων.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Πρόσφατη μελέτη πρώην αναλυτών της Microsoft, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, υποστηρίζει ότι η χρήση AI για την ενίσχυση της παραγωγικότητας στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τις εκπομπές, περιορίζοντας ή και αντιστρέφοντας τα πιθανά οφέλη από την αξιοποίησή της στις καθαρές τεχνολογίες. Ο Gore αναγνωρίζει, πάντως, ότι οι προκλήσεις της AI δεν περιορίζονται στο περιβάλλον. Υποστηρίζει την ανάγκη δημιουργίας ενός αποτελεσματικού πλαισίου εποπτείας, ώστε η τεχνολογία να αναπτύσσεται και να αξιοποιείται με ασφαλή τρόπο, ενώ τάσσεται υπέρ της συνεργασίας ΗΠΑ και Κίνας τόσο για την τεχνητή νοημοσύνη όσο και για την αντιμετώπιση των κλιματικών κινδύνων. Για τον ίδιο, το ζητούμενο δεν είναι να ανακοπεί η ανάπτυξη της AI, αλλά να διασφαλιστεί ότι η τεχνολογία θα αξιοποιηθεί με τρόπο που θα ενισχύει την ενεργειακή αποδοτικότητα και θα επιταχύνει, αντί να υπονομεύει, την παγκόσμια προσπάθεια για μείωση των εκπομπών.
Διαβάστε ακόμη
