Νέα επιχειρηματική δραστηριότητα γύρω από τη μεταφορά διοξειδίου του άνθρακα σχεδιάζει η DB Cargo, καθώς η γερμανική εταιρεία εμπορευματικών μεταφορών με τρένα, εξετάζει τη μεταφορά έως και 4 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως από τις αρχές της δεκαετίας του 2030. Το σχέδιο έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για την εταιρεία, η οποία αναζητά νέες πηγές εσόδων και προσπαθεί να αφήσει πίσω της μια σειρά χρόνιων οικονομικών προβλημάτων, σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής Handelsblatt.
Η ιδέα βασίζεται στη μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα που θα δεσμεύεται από βιομηχανικές εγκαταστάσεις και στη συνέχεια θα οδηγείται σε χώρους μόνιμης αποθήκευσης. Πρόκειται για την αγορά CCS (δέσμευση, μεταφορά και μόνιμη αποθήκευση του CO₂) που βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, αλλά αναμένεται να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται το κόστος των εκπομπών και οι βιομηχανίες αναζητούν τρόπους να περιορίσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα. Ο επικεφαλής της DB Cargo, Bernhard Osburg, εκτιμά ότι η εταιρεία θα μπορούσε να να αναλάβει μεταφορές σε πανευρωπαϊκό επίπεδο μέσα σε λίγα χρόνια. Για την DB Cargo, μάλιστα, η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν αποτελεί απλώς μια νέα ευκαιρία, αλλά ένα στρατηγικό στοίχημα για το μέλλον της.
Η DB Cargo έχει καταγράψει επί σειρά ετών σημαντικές ζημιές και πλέον δεν μπορεί να βασίζεται στην οικονομική στήριξη της μητρικής Deutsche Bahn, καθώς η Κομισιόν έθεσε όρους για τη χρηματοδότησή της και ζήτησε την αναδιάρθρωση της εταιρείας. Παρότι το πρώτο εξάμηνο του 2026 επέστρεψε οριακά σε κερδοφορία, παραμένει αβέβαιο αν αυτή η βελτίωση θα διατηρηθεί. Παράλληλα, η μείωση της μεταφοράς άνθρακα λόγω της ενεργειακής μετάβασης έχει δημιουργήσει σημαντικό κενό στη δραστηριότητά της.
Γιατί το CO₂ μπορεί να γίνει νέο φορτίο για τον σιδηρόδρομο
Το σχέδιο προβλέπει αρχικά την κατασκευή περίπου 200 ειδικών βαγονιών-δεξαμενών, ειδικά σχεδιασμένων για τη μεταφορά υγροποιημένου CO₂ υπό ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες και υψηλή πίεση. Η τεχνολογία υπάρχει ήδη, όμως τα διαθέσιμα βαγόνια είναι σήμερα ελάχιστα, ενώ η Η DB Cargo δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν θα επενδύσει απευθείας στην αγορά τους ή αν θα αξιοποιήσει εταιρείες leasing.
Το ενδιαφέρον για τη μεταφορά CO₂ μέσω σιδηροδρόμου ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την αργή ανάπτυξη των αγωγών στη Γερμανία. Η καθυστέρηση αυτή δημιουργεί ένα κενό που θα μπορούσε να καλύψει ο σιδηρόδρομος, ιδιαίτερα για βιομηχανικές μονάδες οι οποίες βρίσκονται μακριά από τα βασικά δίκτυα αγωγών. Πρόκειται κυρίως για κλάδους στους οποίους είναι δύσκολο να περιοριστούν πλήρως οι εκπομπές, όπως οι τσιμεντοβιομηχανίες, οι ασβεστοποιίες και οι μονάδες αποτέφρωσης απορριμμάτων. Στη Γερμανία έχουν εντοπιστεί 164 βιομηχανικές εγκαταστάσεις με εκπομπές που θεωρούνται δύσκολο να αποφευχθούν, πολλές από τις οποίες βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές της χώρας και δεν θα έχουν εύκολη πρόσβαση στους μελλοντικούς αγωγούς CO₂. Ακριβώς σε αυτές τις εγκαταστάσεις θέλει να απευθυνθεί η DB Cargo, αξιοποιώντας το εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο της Γερμανίας. Με περίπου 1.000 σημεία πρόσβασης, ο σιδηρόδρομος θα μπορούσε να συνδέσει ακόμη και μικρότερες βιομηχανικές μονάδες με τα σημεία όπου θα συγκεντρώνεται και θα μεταφέρεται το CO₂ για τελική αποθήκευση.
Η μεταφορά, βέβαια, δεν θα ολοκληρώνεται στις σιδηροδρομικές γραμμές. Σύμφωνα με το σχέδιο, το CO₂ θα μεταφέρεται σε μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια, όπου θα φορτώνεται σε πλοία και θα συνεχίζει το ταξίδι του προς τους χώρους αποθήκευσης. Η DB Cargo βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με λιμάνια όπως το Ρότερνταμ, το Άμστερνταμ, το Βιλχελμσχάφεν, το Μπρεμερχάφεν, το Ρόστοκ και το Άαλμποργκ στη Δανία. Από εκεί, το CO₂ θα μεταφέρεται σε υπεράκτιες εγκαταστάσεις και θα αποθηκεύεται βαθιά κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας, μέσα σε κατάλληλους γεωλογικούς σχηματισμούς. Μάλιστα, ανοιχτά του Ρότερνταμ βρίσκεται ήδη σε φάση έναρξης λειτουργίας ένας από τους πρώτους χώρους αποθήκευσης CO₂ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το υψηλό κόστος ωστόσο είναι ένα από τα βασικά εμπόδια για την ανάπτυξη του CCS σε μεγάλη κλίμακα. Οι σημερινές εκτιμήσεις ανεβάζουν το συνολικό κόστος απομάκρυνσης ενός τόνου CO₂ σε τουλάχιστον 200 ευρώ, με το 10% έως 20% να αφορά τη μεταφορά και γενικότερα την εφοδιαστική αλυσίδα. Την ίδια στιγμή, τα δικαιώματα εκπομπών άνθρακα στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοστίζουν περίπου 75 έως 80 ευρώ ανά τόνο, γεγονός που κάνει την επένδυση στο CCS δύσκολη με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα. Παρόλα αυτά, η Γερμανία επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η νέα αγορά να μπορέσει να ξεκινήσει. Το υπουργείο Οικονομίας έχει διαθέσει ένα πρόγραμμα ύψους 5 δισ. ευρώ, το οποίο θα μπορούσε να καλύψει μέρος της διαφοράς κόστους και να στηρίξει τις επενδύσεις για τα επόμενα 15 χρόνια.
Διαβάστε ακόμη
