Αντιμέτωπη με μία νέα πρόκληση βρίσκεται η ελληνική αγορά φωτοβολταϊκών μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αποκλείσει τους φωτοβολταϊκούς μετατροπείς (PV inverters) και τα συστήματα μετατροπής ισχύος (PCS) που προέρχονται από την Κίνα και άλλες χώρες οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «υψηλού κινδύνου» από όλα τα έργα καθαρής ενέργειας που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η κίνηση αυτή δεν αφορά απλώς μια αλλαγή στις προδιαγραφές προμηθειών αλλά σηματοδοτεί μια ευρύτερη στρατηγική στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από κινεζικές τεχνολογίες που θεωρούνται κρίσιμες για την ενεργειακή ασφάλεια και τις υποδομές της. Σημειώνεται πως περισσότερο από το 80% των μετατροπέων που διατέθηκαν στην ευρωπαϊκή αγορά το 2025 προέρχονταν από κινεζικούς κατασκευαστές, γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος της εξάρτησης της Ευρώπης από την κινεζική βιομηχανία.

Σύμφωνα με ανάλυση της Wood Mackenzie, η απαγόρευση αναμένεται να επηρεάσει περίπου το 14% της συνολικής ζήτησης φωτοβολταϊκών στην Ευρώπη για την περίοδο 2026-2030, που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 28 GWdc εγκαταστάσεων οι οποίες θα πρέπει πλέον να επιλέξουν διαφορετικούς προμηθευτές μετατροπέων. Παράλληλα, επηρεάζεται και περίπου το 12% των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως στα έργα μεγάλης κλίμακας.

Η Ελλάδα μεταξύ των περισσότερο εκτεθειμένων αγορών

Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ελλάδα συγκαταλέγεται, μαζί με τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τσεχία και τις χώρες της Βαλτικής, στις αγορές που εκτιμάται ότι θα επηρεαστούν περισσότερο. Ο λόγος είναι ότι σημαντικό μέρος των νέων ενεργειακών επενδύσεων στη χώρα βασίζεται σε ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, όπως το ΤΑΑ, τα διαρθρωτικά ταμεία και άλλα κοινοτικά προγράμματα. Όλα τα έργα που χρηματοδοτούνται μέσω αυτών των εργαλείων θα πρέπει πλέον να συμμορφώνονται με τους νέους περιορισμούς ως προς την προέλευση του εξοπλισμού. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα φωτοβολταϊκά πάρκα, έργα αποθήκευσης με μπαταρίες, ενεργειακές κοινότητες, καθώς και έργα υβριδικών εγκαταστάσεων που έχουν ενταχθεί ή πρόκειται να ενταχθούν σε ευρωπαϊκά προγράμματα.

Περιορισμένη αύξηση του κόστους, μεγαλύτερες οι επιχειρησιακές προκλήσεις

Παρότι οι ευρωπαϊκοί μετατροπείς παραμένουν ακριβότεροι σε σχέση με τους κινεζικούς, η Wood Mackenzie εκτιμά ότι η συνολική επιβάρυνση στο κόστος ενός έργου θα κυμανθεί μεταξύ 2% και 8%. Η αύξηση αυτή θεωρείται διαχειρίσιμη για τα περισσότερα επενδυτικά σχέδια, καθώς ο inverter αποτελεί μόνο ένα μέρος του συνολικού εξοπλισμού ενός φωτοβολταϊκού σταθμού.

Ωστόσο, οι μεγαλύτερες δυσκολίες ενδέχεται να προκύψουν σε άλλους τομείς. Ειδικότερα, οι επενδυτές θα χρειαστεί να αναζητήσουν νέους προμηθευτές, να επανασχεδιάσουν ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες, να τροποποιήσουν τις τεχνικές προδιαγραφές και σε αρκετές περιπτώσεις να αναθεωρήσουν τον τρόπο ενσωμάτωσης των συστημάτων αποθήκευσης, ειδικά όταν οι μπαταρίες και οι μετατροπείς προέρχονταν από ενιαίες, ολοκληρωμένες λύσεις κινεζικών κατασκευαστών.

Το επόμενο βήμα: ο Νόμος για την Κυβερνοασφάλεια

Παράλληλα, εφόσον οι υπό συζήτηση τροποποιήσεις του EU Cybersecurity Act υιοθετηθούν, οι περιορισμοί ενδέχεται να επεκταθούν σε όλα τα φωτοβολταϊκά έργα και στα συστήματα αποθήκευσης, ανεξάρτητα από το εάν χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από εθνικούς πόρους ή αποκλειστικά από ιδιωτικά κεφάλαια. Σε αυτή την περίπτωση, η αγορά φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα θα βρεθεί μπροστά σε μια ουσιαστική αναδιάρθρωση της εφοδιαστικής της αλυσίδας, με σημαντικές συνέπειες στις προμήθειες, στις εμπορικές συμφωνίες και στη διαθεσιμότητα εξοπλισμού.

Διαβάστε ακόμα