Η γερμανική κυβέρνηση προχωρά σε αναθεώρηση της πολιτικής της για τη θέρμανση των κτιρίων, εγκαταλείποντας βασικές διατάξεις του λεγόμενου «Heating Act», τη στιγμή που η αγορά των αντλιών θερμότητας καταγράφει ρεκόρ όσον αφορά τις πωλήσεις στην Ευρώπη. Η απόφαση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, με επιστήμονες και περιβαλλοντικούς φορείς να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για ενδεχόμενη επιβράδυνση της ενεργειακής μετάβασης της χώρας, με τη χρονική στιγμή της αλλαγής να στέλνει ένα αντιφατικό μήνυμα προς επενδυτές και νοικοκυριά
Σύμφωνα με τη νέα πρόταση, η γερμανική κυβέρνηση εγκαταλείπει την απαίτηση τα νέα συστήματα θέρμανσης να καλύπτουν τουλάχιστον το 65% των αναγκών τους από ΑΠΕ. Παράλληλα, αίρονται οι προηγούμενες προβλέψεις για υποχρεωτική αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης, καθώς και περιορισμοί που αφορούσαν την απαγόρευση νέων εγκαταστάσεων λεβήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η υπουργός Οικονομίας, Kατερίνα Ράιχε, υποστήριξε ότι οι αλλαγές στοχεύουν στην ενίσχυση της «επενδυτικής ασφάλειας» για τον κατασκευαστικό κλάδο και στη μεγαλύτερη ευελιξία για τους ιδιοκτήτες κατοικιών.
Οι αντιδράσεις
Η χαλάρωση του πλαισίου έχει προκαλέσει έντονη κριτική από ακαδημαϊκούς και ειδικούς στην ενεργειακή πολιτική, σύμφωνα με όσα μεταδίδει το euronews. Ο καθηγητής ενεργειακής πολιτικής του Oxford University, Jan Rosenow, χαρακτήρισε τις αλλαγές «πιθανώς καταστροφικές για το κλίμα», σημειώνοντας ότι: «Ο τομέας των κτιρίων αποτυγχάνει να πετύχει τους κλιματικούς στόχους εδώ και χρόνια. Η αποδυνάμωση του πλαισίου απλώς καθυστερεί τις απαραίτητες αποφάσεις και τελικά θα καταστήσει τη μετάβαση πιο ακριβή και πιο χαοτική». Από πλευρά της, η αντιπολίτευση των Πρασίνων έκανε λόγο για «πλήρη εγκατάλειψη των κλιματικών στόχων της Γερμανίας», υπογραμμίζοντας ότι η αρχική νομοθεσία του 2023 είχε στόχο την ταχύτερη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Στον αντίποδα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το νέο πλαίσιο είναι «πιο ευέλικτο, πρακτικό και απλό», διατηρώντας παράλληλα τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2045. Το σχέδιο προβλέπει ότι τα υπάρχοντα συστήματα θέρμανσης με πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα μπορούν να παραμείνουν σε λειτουργία, ενώ θα επιτρέπεται και η συνέχιση νέων εγκαταστάσεων. Ωστόσο, οι ιδιοκτήτες θα πρέπει σταδιακά να ενσωματώνουν «κλιματικά ουδέτερα» καύσιμα, όπως βιοκαύσιμα, βιομεθάνιο, συνθετικά καύσιμα και ανανεώσιμο υδρογόνο, ξεκινώντας από 10% το 2029 και φτάνοντας έως 60% το 2040.
Η γερμανική βιομηχανική ομοσπονδία BDI χαιρέτισε την αλλαγή, κάνοντας λόγο για «σημαντικό βήμα για την επανεκκίνηση των επενδύσεων» στον κατασκευαστικό τομέα.
Αντίθετα, ειδικοί εκφράζουν επιφυλάξεις για τη βιωσιμότητα της στρατηγικής μετάβασης σε εναλλακτικά καύσιμα. Όπως επισημαίνεται, οι διαθέσιμες ποσότητες βιομεθανίου και συνθετικών καυσίμων είναι περιορισμένες και υψηλού κόστους, ενώ ήδη χρησιμοποιούνται σε βιομηχανίες όπου η υποκατάστασή τους είναι δυσκολότερη.
Άνοδος των αντλιών θερμότητας παρά την πολιτική αβεβαιότητα
Παρά τις αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο, η αγορά των αντλιών θερμότητας στη Γερμανία συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά. Το 2025, οι αντλίες θερμότητας κάλυψαν σχεδόν το 48% των νέων συστημάτων θέρμανσης στη χώρα, με περίπου 299.000 πωλήσεις.
Σύμφωνα με την European Heat Pump Association (EHPA), οι πωλήσεις στο πρώτο τρίμηνο του 2026 αυξήθηκαν κατά 34% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, δείχνοντας ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να στρέφονται σε πιο ενεργειακά αποδοτικές λύσεις, ειδικά μετά το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Διαβάστε ακόμη
