Το ετήσιο Global Energy and Climate Outlook (GECO) του Κοινού Ερευνητικού Κέντρου (JRC), της εσωτερικής επιστημονικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι ένα διαγνωστικό εργαλείο που εξηγεί στους πολιτικούς ποιες τεχνολογίες μπορούν να σταθούν μόνες τους στην αγορά και ποιες χρειάζονται ακόμη επιδοτήσεις, οδηγίες ή άλλα μέτρα (όπως τα δικαιώματα ρύπων) για να επιβιώσουν. Στην τελευταία έκθεση, που κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες, το JRC αξιολογεί για πρώτη φορά με αυτόν τον τρόπο 15 καθαρές ενεργειακές τεχνολογίες.
Τελευταία έκδοση του GECO κυκλοφορεί σε ένα ιδιαίτερα ταραχώδες περιβάλλον: αυξανόμενοι δασμοί από τις ΗΠΑ, ανατροπή της αμερικανικής κλιματικής πολιτικής, νέες εθνικές δεσμεύσεις (NDCs) με ορίζοντα το 2035 και παράλληλη επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και των ηλεκτρικών οχημάτων σε Κίνα και ΕΕ. Μέσα σε αυτό το παράδοξο τοπίο, βήματα μπρος και βήματα πίσω ταυτόχρονα, η έκθεση επιχειρεί να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: η μετάβαση προχωρά αρκετά γρήγορα, και αν όχι, γιατί;
Δεν μετρά η τιμή, μετρά η ανάπτυξη
Πριν παρουσιαστούν τα ευρήματα, αξίζει να γίνει κατανοητή η μεθοδολογία, γιατί καθορίζει τι σημαίνει στην πράξη «ανταγωνιστική τεχνολογία». Το JRC δεν συγκρίνει απλώς κόστη παραγωγής ή τιμές εγκατάστασης. Αξιοποιεί το ενεργειακό μοντέλο POLES-JRC για να υπολογίσει πόση εγκατεστημένη ισχύς ή παραγωγή θα επιτύχει κάθε τεχνολογία έως το 2050 υπό τις τρέχουσες νομοθετημένες πολιτικές της Ε.Ε. – αυτό που η έκθεση ονομάζει «Σενάριο Αναφοράς» (Reference) – και τη συγκρίνει με αυτό που θα χρειαζόταν για να παραμείνει ο πλανήτης εντός του στόχου 1,5°C για τη θερμοκρασία.
Η λογική είναι απλή: μια τεχνολογία που αναπτύσσεται σχεδόν εξίσου γρήγορα με και χωρίς πρόσθετες κλιματικές πολιτικές είναι ήδη ανταγωνιστική, η αγορά την υιοθετεί επειδή βγαίνει οικονομικά. Αντίθετα, μια τεχνολογία που χρειάζεται τριπλασιασμό ή δεκαπλασιασμό της παρούσας ανάπτυξης για να φτάσει τα επίπεδα 1,5°C είναι μη ανταγωνιστική, η αγορά μόνη της δεν θα την πάει εκεί.
Συγκεκριμένα, αν μια τεχνολογία φτάσει το 80% ή παραπάνω του επιπέδου 1,5°C στο Σενάριο Αναφοράς τότε θεωρείται ανταγωνιστική. Αν φτάσει το 50-80% θεωρείται σχεδόν ανταγωνιστική, χρειάζεται επιπλέον στήριξη άμεσα. Αν μείνει κάτω από 50% τότε είναι μη ανταγωνιστική, το κόστος παραμένει πολύ υψηλό και χωρίς ενεργή κρατική παρέμβαση ο στόχος του 1,5°C είναι ανέφικτος.
Οι τέσσερις νικητές και οι αστερίσκοι
Ηλιακή και αιολική ενέργεια έχουν φτάσει σε σημείο που καμία σοβαρή ενεργειακή έκθεση δεν μπορεί πλέον να τις αντιμετωπίζει ως «αναδυόμενες» τεχνολογίες. Είναι τεχνολογίες που έχουν ωριμάσει, έχουν γίνει οικονομικά αυτάρκεις σε μεγάλο μέρος του κόσμου και έχουν φτάσει σε κλίμακα που τις καθιστά κυρίαρχες στη νέα ηλεκτροπαραγωγή. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα του GECO 2025 δεν είναι η ίδια η ανάπτυξη, αλλά η σύγκλιση των σεναρίων: η ηλιακή ισχύς αυξάνεται από 1,3 TW σήμερα σε 11,3 TW (Αναφορά) ή 12,9 TW (1,5°C) — μια διαφορά μόλις 14% που υποδηλώνει ότι η ανάπτυξη αυτή είναι «κλειδωμένη» ανεξάρτητα από τις πολιτικές επιλογές. Αντίστοιχα, η αιολική αυξάνεται από 1 TW σε 10,2 TW (Αναφορά) ή 12,2 TW (1,5°C), με χάσμα μόλις 20%.
Αυτή η σύγκλιση έχει βαθιές πολιτικές συνέπειες: δεν χρειάζεται άλλο να δικαιολογείται επιδότηση φωτοβολταϊκών ή αιολικών με βάση το κλίμα, η οικονομική λογική αρκεί. Ωστόσο, η έκθεση αναγνωρίζει τρεις ανασταλτικούς παράγοντες που παραμένουν. Πρώτον, η ταυτόχρονη κλιμάκωση φωτοβολταϊκών, αιολικών και ηλεκτρολυτών εντείνει τη ζήτηση κρίσιμων πρώτων υλών, χαλκός, ασήμι και λίθιο, αντιμετωπίζουν κινδύνους εφοδιαστικής αλυσίδας που μπορούν να επιφέρουν κύματα ανόδου τιμών. Δεύτερον, η ενσωμάτωση διαλείπουσας παραγωγής στα δίκτυα απαιτεί συμπληρωματικές επενδύσεις σε αποθήκευση, ευέλικτη παραγωγή και διασυνδέσεις, ακριβώς αυτά που βρίσκονται στις «σχεδόν ανταγωνιστικές» και «μη ανταγωνιστικές» κατηγορίες. Τρίτον, μη τεχνικοί παράγοντες, γραφειοκρατικές καθυστερήσεις αδειοδότησης, περιβαλλοντική δικαστική αντιπαράθεση, αντιστάσεις τοπικών κοινοτήτων για γραμμές μεταφοράς και αιολικά πάρκα, παραμένουν τα πιο αδύναμα σημεία της αλυσίδας σε χώρες με ήδη ισχυρές πολιτικές δεσμεύσεις.
Τα ηλεκτρικά επιβατικά αυτοκίνητα αποτελούν την τρίτη αδιαμφισβήτητη επιτυχία. Ο παγκόσμιος στόλος αυξάνεται 42 φορές σε ορίζοντα 25 ετών. Από 38 εκατομμύρια σήμερα σε 1,6 δισεκατομμύρια έως το 2050 στο Σενάριο Αναφοράς, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 15%. Η μπαταρία επιβατικών αυτοκινήτων κοστίζει σήμερα περίπου 105 δολάρια/kWh, με ρυθμό τεχνολογικής μάθησης 13%, και προβλέπεται να πέσει στα 42 δολάρια/kWh γύρω στο 2050. Σε πολλές αγορές, το συνολικό κόστος κτήσης και λειτουργίας ενός ηλεκτρικού οχήματος σε όλη τη διάρκεια ζωής του έχει ήδη κατεβεί κάτω από αυτό ενός οχήματος εσωτερικής καύσης, ιδιαίτερα εκεί όπου ο ηλεκτρισμός είναι σχετικά φθηνός.
Το κύριο εμπόδιο παραμένουν οι υποδομές. Χωρίς πυκνό και αξιόπιστο δίκτυο φορτιστών, οι καταναλωτές διστάζουν. Αυτός είναι ένας τομέας όπου η κρατική παρέμβαση — όχι για την τεχνολογία αφ’ εαυτής, αλλά για την υποδομή — εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο.
Τα βιοκαύσιμα αξιολογούνται τεχνικά ως «ανταγωνιστικά», αλλά με μια ουσιαστική επιφύλαξη που ανατρέπει την εικόνα: στο σενάριο 1,5°C παράγονται λιγότερα βιοκαύσιμα απ’ ό,τι στο Σενάριο Αναφοράς. Η αιτία είναι δομική, ο ηλεκτρισμός και τα συνθετικά καύσιμα αντικαθιστούν σταδιακά τα βιοκαύσιμα στις οδικές μεταφορές, τη ναυτιλία και την αεροπορία, ενώ η πρώτη γενιά βιοκαυσίμων (από καλλιέργειες τροφίμων) συρρικνώνεται σε όλα τα σενάρια λόγω ζητημάτων αειφορίας. Το βιολογικό δυναμικό δεν εξαφανίζεται, αλλά ανακατανέμεται σε εφαρμογές υψηλότερης κλιματικής αξίας, κυρίως στη βιοενέργεια με δέσμευση άνθρακα (BECCS).
Οι «σχεδόν ανταγωνιστικές» – η κρίσιμη δεκαετία
Αυτή η ομάδα τεσσάρων τεχνολογιών είναι ίσως η πιο σημαντική για τους πολιτικούς που λαμβάνουν αποφάσεις για το κλίμα, γιατί βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: δεν είναι ακόμη αυτάρκεις οικονομικά, αλλά η απόσταση από το κατώφλι ανταγωνιστικότητας είναι εφικτή, αν ληφθούν αποφάσεις αυτή τη δεκαετία.
Η πυρηνική ενέργεια βρίσκεται σε ιδιαίτερη θέση. Παγκοσμίως, η εγκατεστημένη ισχύς κυμαίνεται μεταξύ 420 και 550 GW σε όλα τα σενάρια, μια σταθερότητα που αντανακλά κυρίως τη δεδομένη αδράνεια του κλάδου: οι αντιδραστήρες που λειτουργούν σήμερα χτίστηκαν πριν από δεκαετίες, τα νέα έργα στις δυτικές οικονομίες κοστίζουν υπερβολικά, και οι μακροχρόνιες διαδικασίες αδειοδότησης και κατασκευής σημαίνουν ότι ό,τι αποφασιστεί σήμερα θα λειτουργήσει μετά το 2035. Η ανανεωμένη ζήτηση για Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες (SMRs) και τεχνολογίες γενιάς IV καταγράφεται, αλλά η επίδρασή τους στο παγκόσμιο μείγμα θα γίνει ορατή μόνο στη δεύτερη φάση της μετάβασης. Το GECO 2025 επισημαίνει και τον κοινωνικό παράγοντα: η αποδοχή από το κοινό, η διαφάνεια στη διαχείριση αποβλήτων και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς εποπτείας είναι προϋποθέσεις για οποιαδήποτε πυρηνική επέκταση. Στην ΕΕ, η διαφορά αντίληψης μεταξύ χωρών όπως η Γαλλία, η Φινλανδία και η Πολωνία αφενός, και η Αυστρία, η Γερμανία αφετέρου, καθιστά κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ουσιαστικά αδύνατη.
Η αποθήκευση ενέργειας παρουσιάζει ένα διαρθρωτικό χάσμα που θα επιδεινωθεί εκθετικά αν δεν αντιμετωπιστεί σύντομα. Στο Σενάριο Αναφοράς, η αποθήκευση αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 8%, ενώ το 1,5°C απαιτεί 10%. Σε αριθμούς: 3.200 GW έναντι 4.400 GW το 2050, διαφορά 1.200 GW, όση η σημερινή συνολική εγκατεστημένη ισχύς φυσικού αερίου στην ΕΕ. Η τεχνολογία αντλησιοταμίευσης (PHS), παραδοσιακά κυρίαρχη στην αποθήκευση, αντιμετωπίζει γεωγραφικούς περιορισμούς που εμποδίζουν νέες μεγάλες εγκαταστάσεις. Η κυριαρχία, επομένως, ανήκει στις μπαταρίες στατικής αποθήκευσης (BES), με κόστος που πέφτει από 360 δολάρια/kWh σήμερα στα 280 δολάρια/kWh έως το 2050, επωφελούμενο από τις ίδιες καμπύλες μάθησης με τις μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων. Η σύνδεση αυτή είναι στρατηγική: όσο περισσότερα ηλεκτρικά Ι.Χ. πωλούνται, τόσο φθηνότερες γίνονται οι μπαταρίες για το δίκτυο.
Τα ηλεκτρικά φορτηγά βρίσκονται στη δυσκολότερη θέση εντός της ομάδας. Οι μπαταρίες τους κοστίζουν σημαντικά περισσότερο ανά kWh από αυτές των επιβατικών, λόγω των πολύπλοκων αναγκών διαχείρισης ενέργειας σε βαρέα φορτηγά. Στο Σενάριο Αναφοράς, ο παγκόσμιος στόλος φτάνει τα 95 εκατομμύρια οχήματα το 2050, έναντι 130 εκατομμυρίων που απαιτεί το 1,5°C. Η στήριξη της επόμενης δεκαετίας είναι κρίσιμη: αν τα ηλεκτρικά φορτηγά δεν φτάσουν σε ικανοποιητική κλίμακα πριν το 2035, η εναλλακτική, τα φορτηγά υδρογόνου, ξεκινά από πολύ χαμηλότερο σημείο και με ακόμη υψηλότερο κόστος. Οι δύο τεχνολογίες ανταγωνίζονται για το ίδιο τμήμα αγοράς, και η έκθεση είναι σαφής: προς το παρόν, η πολιτική προτεραιότητα πρέπει να είναι τα ηλεκτρικά φορτηγά.
Οι αντλίες θερμότητας βιομηχανικής χρήσης αντιπροσωπεύουν μια τεχνολογία που παραμένει υποτιμημένη στη δημόσια συζήτηση περί ενεργειακής μετάβασης, κυρίως γιατί είναι «αόρατη», λειτουργεί σε εργοστάσια και βιομηχανικές μονάδες, όχι σε αυτοκινητόδρομους ή στέγες. Εφαρμόζονται κυρίως σε θερμοκρασίες 60-200°C, καλύπτοντας σημαντικό μερίδιο της βιομηχανικής ζήτησης θερμότητας. Η ανταγωνιστικότητά τους εξαρτάται κρίσιμα από δύο μεταβλητές: το κόστος ηλεκτρισμού σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα, και την ύπαρξη τιμολόγησης άνθρακα που ανεβάζει τη σχετική τιμή του αερίου. Εκεί όπου και τα δύο συντρέχουν – Σκανδιναβία, τμήματα Κεντρικής Ευρώπης – οι αντλίες θερμότητας βιομηχανικής χρήσης ήδη ανταγωνίζονται λέβητες φυσικού αερίου χωρίς επιδότηση. Εκεί που απουσιάζουν, το υψηλό αρχικό κόστος επένδυσης και η βιομηχανική αδράνεια αποτρέπουν τη διείσδυση.
Οι «μη ανταγωνιστικές» τεχνολογίες
Επτά από τις 15 τεχνολογίες βρίσκονται σε αυτή την κατηγορία, και η κατάταξη αυτή δεν σηματοδοτεί αποτυχία. Δείχνει την αναγκαιότητα προσεκτικής, μακροπρόθεσμης πολιτικής παρέμβασης που ξεκινά σήμερα για να αποδώσει καρπούς μετά το 2035.
Οι ηλεκτρολύτες για παραγωγή πράσινου υδρογόνου αποτελούν τον κόμβο γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ομάδας. Σήμερα κοστίζουν περίπου 1.500 δολάρια/kW, με προβλεπόμενη πτώση στα 420 δολάρια/kW έως το 2050, μείωση σημαντική, αλλά ανεπαρκής για να κλείσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας με το ορυκτό φυσικό αέριο στις περισσότερες αγορές. Το αποτέλεσμα είναι ένα χτυπητό χάσμα ανάπτυξης: 170 GW εγκατεστημένης ισχύος ηλεκτρολυτών το 2035 στο Σενάριο Αναφοράς, έναντι 600 GW που απαιτεί το 1,5°C, τριπλασιασμός σε μια δεκαετία. Αυτό δεν είναι αδύνατο, αλλά δεν θα συμβεί χωρίς εντολές ζήτησης υδρογόνου σε βιομηχανία, μεταφορές και ενέργεια.
Τα φορτηγά υδρογόνου βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο: το σύστημα κυψελών καυσίμου κοστίζει σήμερα 310 δολάρια/kW, με πτώση που αναμένεται στα 110 δολάρια/kW έως το 2050. Ο παγκόσμιος στόλος ξεκινά ουσιαστικά από μηδέν, φτάνει 2 εκατομμύρια οχήματα το 2035 και 23 εκατομμύρια το 2050 στο Σενάριο Αναφοράς, σε σύγκριση με 34 εκατομμύρια στο 1,5°C. Η κλίμακα αυτή αντιστοιχεί σε ένα τέταρτο του ηλεκτρικού στόλου φορτηγών, που επιβεβαιώνει ότι στις βαριές μεταφορές το υδρογόνο είναι συμπληρωματικό σενάριο, όχι κυρίαρχο.
Τα συνθετικά υγρά καύσιμα (e-fuels) αντιμετωπίζουν το πιο σύνθετο πρόβλημα: εξαρτώνται από δύο τεχνολογίες υψηλού κόστους και χαμηλής ωριμότητας ταυτόχρονα, πράσινο υδρογόνο και δέσμευση CO₂ απευθείας από την ατμόσφαιρα (DAC). Στο Σενάριο Αναφοράς, η παραγωγή φτάνει μόλις τα 50 Mtoe το 2050, έναντι 323 Mtoe στο 1,5°C, ένα χάσμα της τάξης του 85%. Ωστόσο, είναι απαραίτητα για την αεροπορία και τη ναυτιλία, τομείς που δεν μπορούν να ηλεκτρισθούν άμεσα. Η ευρωπαϊκή κανονιστική εντολή ReFuelEU Aviation, με στόχο 6% βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF) το 2030 και αυξανόμενο μερίδιο συνθετικών έως το 2050, αποτελεί τη μοναδική σημαντική ώθηση ζήτησης που υπάρχει σήμερα παγκοσμίως.
Το e-μεθάνιο καταγράφει μηδενική παραγωγή στο Σενάριο Αναφοράς, ίσως το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα τεχνολογίας που δεν βγαίνει εκτός από περιβάλλον υψηλού τιμήματος άνθρακα. Χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο ορυκτού αερίου σε βαριές βιομηχανικές εφαρμογές (χαλυβουργία, χημεία, κεραμικά) και σε οχήματα CNG, και μπορεί να αποδώσει αρνητικές εκπομπές αν συνδυαστεί με CCS. Αλλά ακόμη και στο 1,5°C, η παραγωγή παραμένει σε 80 Mtoe το 2050, μέτρια κλίμακα που αντανακλά τον βοηθητικό ρόλο του σε ένα ενεργειακό μείγμα που ηλεκτρίζεται εκτενώς.
Η πράσινη αμμωνία παρουσιάζει ενδιαφέρουσα διπλή χρήση: τόσο ως καύσιμο ναυτιλίας όσο και ως πρώτη ύλη για λιπάσματα. Στο Σενάριο Αναφοράς η παραγωγή της ως καυσίμου φτάνει τα 70 Mtoe το 2050, έναντι 130 Mtoe στο 1,5°C, ένα χάσμα που θα μπορούσε να κλειστεί με επέκταση των υφιστάμενων πολιτικών στήριξης (κυρίως ευρωπαϊκών) σε περισσότερες χώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σενάριο NDC-LTS, λόγω φιλόδοξων στόχων απανθρακοποίησης στη ναυτιλία, η παραγωγή φτάνει τα 170 Mtoe, υψηλότερα ακόμη και από το 1,5°C, που επιλέγει άλλους διαδρόμους για τη ναυτιλία.
Το βιοαέριο/βιομεθάνιο αναμένεται να τριπλασιαστεί σε σχέση με το Σενάριο Αναφοράς αν ακολουθηθεί το μονοπάτι 1,5°C, από 80 Mtoe σε 260 Mtoe έως το 2050. Η αναλογικά γρήγορη ανάπτυξη ακόμη και στο Σενάριο Αναφοράς (από 24 Mtoe σήμερα σε 70-80 Mtoe το 2035) υποδηλώνει ότι η τεχνολογία έχει ωριμάσει και η αγορά υπάρχει σε ορισμένες περιοχές. Το εμπόδιο είναι η επέκταση σε νέες αγορές χωρίς την ώθηση που δίνει η αύξηση της τιμής άνθρακα.
Τέλος, η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (CCS) αποτελεί ίσως την πιο ξεκάθαρα «πολιτική» τεχνολογία: στην αγορά ουδέποτε αναπτύχθηκε χωρίς κρατική στήριξη, επειδή δεν παράγει κανένα εμπορεύσιμο προϊόν εκτός από τη μείωση εκπομπών. Η τεχνολογία είναι ώριμη, ο τεχνολογικός βαθμός ετοιμότητας (TRL) είναι υψηλός. Αυτό που λείπει είναι η υποδομή: αγωγοί μεταφοράς CO₂, γεωλογικές αποθήκες, ρυθμιστικό πλαίσιο και οικονομικά κίνητρα. Στο Σενάριο Αναφοράς η δέσμευση CO2 παραμένει σχεδόν μηδενικ;h εκτός από τις αγορές ΕΤΣ της ΕΕ. Στο 1,5°C, οι παγκόσμιες συλλήψεις φτάνουν τα 4 Gt ετησίως το 2035 και τα 12 Gt το 2050, ένα άλμα που δεν μπορεί να γίνει χωρίς πολυετή, μαζική δημόσια επένδυση σε υποδομές.
Η χρονική διάσταση: τι χρειάζεται και πότε
Ένα από τα πιο χρήσιμα αναλυτικά πλαίσια που προσφέρει το GECO 2025 είναι η διάκριση μεταξύ «τώρα» και «αργότερα», ποιες τεχνολογίες χρειάζονται στήριξη αμέσως για να παράγουν αποτελέσματα στα μέσα του αιώνα, και ποιες χρειάζονται πρώιμη προεργασία χωρίς ακόμη ανάγκη μαζικής κλιμάκωσης.
Για τις «σχεδόν ανταγωνιστικές» – πυρηνική, αποθήκευση, ηλεκτρικά φορτηγά, αντλίες θερμότητας – η ανάγκη είναι επείγουσα: πρέπει να κλείσει το χάσμα αυτή τη δεκαετία, γιατί η διπλή λογική της κλιμάκωσης (volume drives cost, cost drives volume) απαιτεί χρόνο για να λειτουργήσει. Για τις «μη ανταγωνιστικές» – υδρογόνο, συνθετικά καύσιμα, CCS – η ανάγκη είναι πιλοτικά έργα, χρηματοδότηση R&D και νομοθετική σαφήνεια: δεν είναι ακόμη η ώρα για μαζική αγορά, αλλά η ώρα για να τεθούν τα θεμέλια που θα επιτρέψουν τη μαζική αγορά μετά το 2035.
Οι συνέπειες
Για την ΕΕ, η κατάταξη του GECO 2025 λειτουργεί ως άτυπος χάρτης προτεραιοτήτων πολιτικής. Τα φωτοβολταϊκά και αιολικά δεν χρειάζονται πλέον άμεσες επιδοτήσεις παραγωγής, χρειάζονται ταχύτερη αδειοδότηση, επενδύσεις σε δίκτυα και αντιμετώπιση των εφοδιαστικών κινδύνων κρίσιμων ορυκτών. Τα ηλεκτρικά φορτηγά και η αποθήκευση βρίσκονται στο κέντρο της Πράσινης Βιομηχανικής Συμφωνίας και της πολιτικής Net-Zero Industry Act. Τα συνθετικά καύσιμα και το πράσινο υδρογόνο αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής για αεροπορία (ReFuelEU) και ναυτιλία (FuelEU Maritime), αλλά η αγορά χωρίς ρυθμιστικές εντολές δεν θα τα κλιμακώσει.
Το GECO 2025 αποτυπώνει έναν κόσμο σε ταχεία ενεργειακή μετάβαση, αλλά μετάβαση που «κουτσαίνει». Τέσσερις τεχνολογίες τρέχουν μόνες τους. Τέσσερις άλλες χρειάζονται να σπρωχτούν αυτή τη δεκαετία. Επτά ακόμα βρίσκονται ουσιαστικά στον πάγο χωρίς ενεργό πολιτική. Και το 1,5°C απαιτεί και τις δεκαπέντε να λειτουργούν σε πλήρη κλίμακα μέχρι τα μέσα του αιώνα.
Η αντίφαση που εντοπίζει η έκθεση είναι ωμή: η επιτάχυνση ανανεώσιμων και ηλεκτρικών οχημάτων κινείται ταχύτερα από τις προβλέψεις δεκαετίας πριν, αλλά αντισταθμίζεται από την ανάκληση κλιματικών πολιτικών στις ΗΠΑ και από νέες εθνικές δεσμεύσεις που δεν αντιπροσωπεύουν αύξηση φιλοδοξίας. Το αποτέλεσμα: οι προβλέψεις εκπομπών για το Σενάριο Αναφοράς είναι σχεδόν πανομοιότυπες με αυτές του GECO 2024. Ο κόσμος «κάνει δύο βήματα μπρος και ένα πίσω».
Η βαθύτερη πολιτική συνεισφορά της έκθεσης είναι η επιβεβαίωση ότι η κλιματική μετάβαση δεν εξαρτάται από μία ή δύο τεχνολογίες-σωτήρες. Απαιτεί το σύνολο του «χαρτοφυλακίου τεχνολογιών» — από τα ηλιακά πάνελ που είναι ήδη κερδοφόρα χωρίς επιδότηση, έως τα συνθετικά καύσιμα και τον άμεσο εγκλωβισμό CO₂, που τελούν ακόμη υπό ανάπτυξη. Η αδράνεια στις «σχεδόν ανταγωνιστικές» τεχνολογίες αυτή τη δεκαετία θα μεταφραστεί σε αδυναμία επίτευξης του στόχου 1,5°C στα μισά του αιώνα. Και για τις «μη ανταγωνιστικές», ο χρόνος για τα πιλοτικά έργα δεν ξεκινά σε κάποια μελλοντική στρατηγική, έχει ήδη αρχίσει.
Διαβάστε ακόμη
