Σε μια προσπάθεια να ανατρέψουν την κυριαρχία που χτίζει εδώ και δεκαετίες η Κίνα στις σπάνιες γαίες, Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες φαίνεται ότι παίρνουν πλέον σοβαρά την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, επιχειρώντας να αμβλύνουν την εξάρτησή τους από το Πεκίνο. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές που εισήγαγε περιοδικά η Κίνα από το 2023 ανέδειξαν πόσο επικίνδυνο είναι για τις υπόλοιπες χώρες να εξαρτώνται από έναν στρατηγικό αντίπαλο για υλικά που αποτελούν βασικά συστατικά των ημιαγωγών, των ηλεκτρικών οχημάτων και των αμυντικών τεχνολογιών.
Σε μια προσπάθεια λοιπόν, να περιορίσουν τις επιπτώσεις και να ελαχιστοποιήσουν την έκθεσή τους στην Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους έχουν κινητοποιήσει τεράστια κεφάλαια, κυρίως σε ορυχεία που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, καθώς και στη διύλιση. Η αλήθεια είναι ότι δεν διαθέτουν επαρκείς εγκαταστάσεις για την επεξεργασία ακατέργαστου μεταλλεύματος και ότι η κατασκευή περισσότερων εγκαταστάσεων διύλισης θα βοηθήσει στη μείωση της εξάρτησής τους από την Κίνα και στην ανακούφιση των άμεσων ανησυχιών για την εφοδιαστική αλυσίδα.
Ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση που υπογράφουν οι καθηγητές Tom Moerenhout και Kevin Brunelli από το Πανεπιστήμιο Columbia και δημοσιεύεται στο Foreign Affairs, αυτή είναι μια προσωρινή λύση, καθώς οι εγκαταστάσεις διύλισης είναι πολύτιμες μόνο εάν διαθέτουν σταθερό, μακροπρόθεσμο εφοδιασμό πρώτων υλών.
Για να αναπτυχθεί ένα νέο ορυχείο (από την ανακάλυψη έως την εμπορική παραγωγή) απαιτούνται περίπου 20 χρόνια, ως εκ τούτου οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν ποιος θα ελέγχει την τεχνολογία του 2040.
Το παράδειγμα της Ιαπωνίας στις σπάνιες γαίες
Το Πεκίνο παραμένει προσηλωμένο στη διατήρηση της κυριαρχίας του στην εφοδιαστική αλυσίδα για τις σπάνιες γαίες και πρόθυμο να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια σε τέτοια εγχειρήματα. Το ίδιο κάνει και η Ιαπωνία, από τότε που η Κίνα μπλόκαρε τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών προς τη χώρα εξαιτίας της διαμάχης για τα νησιά Σενκάκου (γνωστά στην Κίνα ως νησιά Ντιαογιού) το 2010, που ώθησε το Τόκιο να ξεκινήσει τη μακρά διαδικασία απεξάρτησης των δικών του εφοδιαστικών αλυσίδων. Μετά από 15 χρόνια επενδύσεων, η Ιαπωνία μείωσε την εξάρτησή της από την Κίνα για σπάνιες γαίες από περίπου 90% σε 65-70%, ποσοστό, ωστόσο, που δεν επαρκεί για την κάλυψη των δικών της αναγκών, πόσο μάλλον εκείνων των συμμάχων της.
Η «Κοιλάδα του Θανάτου»
Το παράδοξο στον αγώνα δρόμου για τα κρίσιμα ορυκτά είναι ότι η Δύση στην πραγματικότητα υπερέχει στον εντοπισμό κοιτασμάτων. Οι εταιρείες της Αυστραλίας και του Καναδά από μόνες τους αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων δαπανών εξερεύνησης στις σπάνιες γαίες. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των γεωλογικών προοπτικών δεν εξελίσσεται ποτέ σε ενεργά ορυχεία. Αυτό, εν πολλοίς, οφείλεται στο ότι τα αρχικά στάδια της ανάπτυξης της εξόρυξης βασίζονται κυρίως σε ένα μοναδικό οικοσύστημα μεταλλευτικών εταιρειών που ονομάζονται «juniors» (μικρές/νεοσύστατες εταιρείες): έχουν μικρή κεφαλαιοποίηση, επικεντρώνονται αποκλειστικά σε ένα ή λίγα έργα και δεν είναι αρκετά μεγάλες ώστε να εισαχθούν σε μεγάλα χρηματιστήρια. Η γεωλογική αβεβαιότητα καθιστά το ποντάρισμα σε τέτοιες εταιρείες εξαιρετικά ριψοκίνδυνο, αλλά εάν ένα κοίτασμα ορυκτών αποδειχθεί ότι έχει σημαντικά αποθέματα, η junior εταιρεία μπορεί να πουλήσει το έργο ή να φέρει έναν νέο εταίρο.
Ωστόσο, στα επόμενα στάδια, οι επενδυτές τείνουν να χάνουν την υπομονή τους ή να ξεμένουν από κεφάλαια και οι μεγάλες μεταλλευτικές εταιρείες αποφεύγουν αυτά τα έργα επειδή αντιμετωπίζουν πιέσεις από τους μετόχους τους. Χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση, οι juniors δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τις μελέτες που απαιτούνται για την προσέλκυση πρόσθετης χρηματοδότησης για την κατασκευή, ακόμη και αν έχουν βρει ένα πολλά υποσχόμενο κοίτασμα. Ως εταιρείες ενός μόνο περιουσιακού στοιχείου, δεν έχουν άλλες ταμειακές ροές ή περιουσιακά στοιχεία για να προσφέρουν ως εγγύηση για επιπλέον δάνεια. Αυτή η στιγμή αναφέρεται συχνά ως η «κοιλάδα του θανάτου». Και στο σημείο αυτό παρεμβαίνει και πάλι η Κίνα. Οι κινεζικές εταιρείες είναι πολύ πιο πρόθυμες να αναλάβουν αυτόν τον τύπο κινδύνου και να παράσχουν το απαραίτητο κεφάλαιο για την προώθηση των μεταλλευτικών έργων, και συχνά αποτελούν τη μόνη βιώσιμη επιλογή για τις juniors. Έτσι, η κυριαρχία της Κίνας στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες βασίζεται και στην εξερεύνηση που πραγματοποιούν οι δυτικές εταιρείες. Αυτή η κυριαρχία διατηρείται όχι επειδή η Κίνα προσφέρει πιο ανταγωνιστικούς όρους, αλλά επειδή σε ένα κρίσιμο στάδιο χρηματοδότησης, είναι ο μόνος παίκτης στο γήπεδο.
Εκτός από το κεφάλαιο, το πιο σημαντικό μέρος της στρατηγικής εξόρυξης της Κίνας είναι η τεχνογνωσία (know-how). Επειδή η αποτυχία είναι πολύ συχνή, η ικανότητα εντοπισμού των κοιτασμάτων με τις υψηλότερες πιθανότητες επιτυχίας είναι ζωτικής σημασίας. Το Πεκίνο βασίζεται σε εξειδικευμένες κρατικές επιχειρήσεις, γεωλογικές εταιρείες, ιδιωτικές εταιρείες και κυβερνητικούς αξιωματούχους για τον έλεγχο των έργων και τη συνεργασία με τις χώρες υποδοχής για την εξασφάλιση αδειών, υποδομών και παράδοσης. Η μόνη χώρα της G-7 που διατηρεί μια συγκρίσιμη παρουσία στο πεδίο για μεταλλευτικά έργα είναι η Ιαπωνία, σε χώρες όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς, το Περού και το Ουζμπεκιστάν.
Η περίπτωση της Αφρικής
Η διαφορά μεταξύ των επενδύσεων της Κίνας στην εξόρυξη και εκείνων των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους είναι πιο εμφανής στην Αφρική, η οποία φιλοξενεί μερικούς από τους μεγαλύτερους αναξιοποίητους πόρους ορυκτών στον κόσμο. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επένδυσαν περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια σε έργα κρίσιμων ορυκτών στην ήπειρο το 2023, η Κίνα επένδυσε περίπου 8 έως 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Ουάσιγκτον έχει αναγνωρίσει την ανάγκη να κλείσει αυτό το χάσμα, αλλά έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει.
Αυξημένο ρίσκο
Τα πιο προσβάσιμα κοιτάσματα ορυκτών στον κόσμο έχουν ήδη αξιοποιηθεί, επομένως τα πιθανά νέα κοιτάσματα βρίσκονται συχνά σε πιο περίπλοκα γεωλογικά περιβάλλοντα, καθιστώντας τα αρχικά στάδια της εξερεύνησης πιο δύσκολα και δαπανηρά. Η μετάβαση από την εξερεύνηση στην παραγωγή απαιτεί επίσης περισσότερο χρόνο, καθώς οι αυξημένες κοινωνικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις παρατείνουν τις διαδικασίες αδειοδότησης. Αυτό το χρονοδιάγραμμα μειώνει την όρεξη των ιδιωτών επενδυτών για ρίσκο, επειδή πρέπει να περιμένουν περισσότερο για να αρχίσουν οι επενδύσεις τους να παράγουν αποδόσεις. Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και των συμμάχων πρέπει να προσελκύσουν σημαντικές νέες επενδύσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν μια αρχή αποκτώντας μερίδια σε εγχώριες και διεθνείς μεταλλευτικές εταιρείες και επεκτείνοντας τα δάνεια προς αυτές. Οι επίσημες ανακοινώσεις αναφέρουν ότι οι επενδύσεις αυτές ανέρχονται συνολικά σε περίπου 50 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και η αξία των συμφωνιών που έχουν υπογραφεί πλησιάζει περισσότερο τα 9 δισεκατομμύρια δολάρια, και τα χρήματα που πραγματικά μετακινούνται ανέρχονται σε περίπου 4 δισεκατομμύρια δολάρια. Τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα δεν πηγαίνουν στα έργα που μαραζώνουν στην «κοιλάδα του θανάτου». Αντίθετα, τα έργα που χρηματοδοτούνται είναι εκείνα που βρίσκονται πιο κοντά στην παραγωγή, επειδή μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση άμεσων κινδύνων εφοδιασμού.
Τα κίνητρα
Για την κινητοποίηση των μεγάλων ιδιωτικών θεσμικών κεφαλαίων στις σπάνιες γαίες, οι Moerenhout και Brunelli προτείνουν τρεις βασικές μεταρρυθμίσεις:
- Υιοθέτηση Φορολογικών Κινήτρων «Μεταβίβασης» (Flow-Through): Η G7 θα πρέπει να αντιγράψει το επιτυχημένο σύστημα του Καναδά, το οποίο μεταβιβάζει τις φοροαπαλλαγές των δαπανών εξερεύνησης απευθείας στους ιδιώτες επενδυτές που χρηματοδοτούν την έρευνα.
- Δημιουργία Κοινής Δεξαμενής Κεφαλαίων της G7: Με τη διασύνδεση των εθνικών φορολογικών συστημάτων, οι επενδυτές θα μπορούν να απολαμβάνουν φορολογικά οφέλη για εξορύξεις σε οποιαδήποτε χώρα της G7, δημιουργώντας μια τεράστια κοινή δεξαμενή κεφαλαίων.
- Αναμόρφωση του Φορολογικού Κώδικα για Θεσμικούς Επενδυτές: Οι τρέχουσες πολιτικές φορολογούν τις αποδόσεις των εξορύξεων ως κανονικό εισόδημα για τα απαλλασσόμενα από φόρους ταμεία (όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και τα ιδρύματα), αποτρέποντάς τα από το να επενδύσουν. Η άρση αυτών των εμποδίων θα απελευθερώσει τρισεκατομμύρια δολάρια.
Χρηματοδοτώντας το μέλλον
Κλείνοντας, οι συντάκτες της έκθεσης υπογραμμίζουν ότι τα σημερινά σημεία συμφόρησης για τα κρίσιμα ορυκτά εντοπίζονται κυρίως στο στάδιο της επεξεργασίας ή της διύλισης, αλλά οι μελλοντικές απειλές για τα ορυκτά που απαιτούνται για τη μεταποίηση, την ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη και την αμυντική τεχνολογία θα βρίσκονται στα ορυχεία. Οι χώρες της G-7 διαθέτουν τις αγορές και τα εργαλεία πολιτικής για να δημιουργήσουν έναν αγωγό ασφαλών μεταλλευτικών έργων και να αποτρέψουν την επόμενη οικονομική έκτακτη ανάγκη. Οι επενδύσεις σε εγκαταστάσεις διύλισης σημαίνουν ελάχιστα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους δεν έχουν ορυκτά για να τις τροφοδοτήσουν σε μια δεκαετία από τώρα. «Η μόνη επιλογή, λοιπόν, είναι η δέσμευση για τη χρηματοδότηση νέων έργων εξόρυξης τώρα», καταλήγει η έκθεση.
Διαβάστε ακόμη
