Με την παράταση των επιδοτήσεων στη βενζίνη, στο πετρέλαιο κίνησης και στο πετρέλαιο θέρμανσης να αποτελεί το επικρατέστερο σενάριο για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου, η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει μια ακόμη σημαντική εκκρεμότητα: το αυξημένο κόστος που αντιμετωπίζουν εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά τα οποία θερμαίνονται με φυσικό αέριο. Οι αποφάσεις για τη συνέχιση των παρεμβάσεων αναμένονται έως το τέλος της εβδομάδας, καθώς το ισχύον καθεστώς ολοκληρώνεται στις 31 Οκτωβρίου, ενώ οι διεθνείς τιμές της ενέργειας παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα όσο πλησιάζει ο χειμώνας. Στην Ελλάδα, περίπου 806.000 νοικοκυριά χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για τη θέρμανσή τους, χωρίς ωστόσο να προβλέπεται μέχρι στιγμής κάποια γενικευμένη παρέμβαση που θα μειώνει απευθείας την τιμή προμήθειας, αντίστοιχη με εκείνη που εφαρμόζεται στο πετρέλαιο θέρμανσης. Η ενίσχυση περιορίζεται στο επίδομα θέρμανσης για όσους πληρούν τα προβλεπόμενα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, γεγονός που αφήνει σημαντικό μέρος των καταναλωτών χωρίς άμεση προστασία απέναντι στις ανατιμήσεις.

Η διαφορά αποτυπώνεται και στα στοιχεία των δικαιούχων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσίασε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατά τη χειμερινή περίοδο 2025-2026 περίπου 173.000 νοικοκυριά που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο έλαβαν επίδομα θέρμανσης. Συνεπώς, η αύξηση του επιδόματος κατά 30% για τη φετινή περίοδο, αν και ενισχύει τους δικαιούχους, δεν αλλάζει την εικόνα για όσους εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός των κριτηρίων.

Πρόκειται για μια ουσιαστική διαφοροποίηση στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η κρατική στήριξη. Στο πετρέλαιο θέρμανσης, η μείωση εφαρμόζεται στην τιμή πώλησης και αφορά όλους τους καταναλωτές του συγκεκριμένου καυσίμου, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Αντίθετα, στο φυσικό αέριο η οικονομική ελάφρυνση συνδέεται αποκλειστικά με την επιλεξιμότητα για το επίδομα, χωρίς να έχει ανακοινωθεί αντίστοιχη οριζόντια επιδότηση.

Οι αποφάσεις για τις επιδοτήσεις έως τα μέσα Νοεμβρίου

Σε αυτό το περιβάλλον, τα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας προετοιμάζουν την επόμενη φάση των παρεμβάσεων στα υγρά καύσιμα. Το βασικό σενάριο προβλέπει τη διατήρηση των ενισχύσεων για ακόμη 15 ημέρες, έως τα μέσα Νοεμβρίου, με τις τελικές ανακοινώσεις να αναμένονται σήμερα ή αύριο.

Το υφιστάμενο πλαίσιο, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή στα μέσα Οκτωβρίου, προβλέπει συνολική μείωση 40 λεπτών ανά λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης. Η επιβάρυνση κατανέμεται ισόποσα μεταξύ του Δημοσίου και των διυλιστηρίων, με συμμετοχή 20 λεπτών από κάθε πλευρά.

Στο πετρέλαιο κίνησης, το συνολικό όφελος διαμορφώνεται στα 20 λεπτά ανά λίτρο, εκ των οποίων τα 15 λεπτά προέρχονται από την κρατική επιδότηση και τα 5 λεπτά από τις εκπτώσεις των διυλιστηρίων. Για την αμόλυβδη βενζίνη 95 οκτανίων προβλέπεται μείωση 10 λεπτών ανά λίτρο, η οποία καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η παρέμβαση εφαρμόζεται απευθείας στην τιμή πώλησης, χωρίς να απαιτείται αίτηση από τον καταναλωτή. Σύμφωνα με την επίσημη κοστολόγηση του οικονομικού επιτελείου, η δημοσιονομική δαπάνη για τις τρεις επιδοτήσεις ανέρχεται σε 46 εκατ. ευρώ για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.

Παράλληλα, έχει ήδη αποφασιστεί η αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30% για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027. Το ανώτατο ποσό διαμορφώνεται πλέον στα 1.560 ευρώ, από 1.200 ευρώ προηγουμένως, ενώ ο συνολικός προϋπολογισμός εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 225 εκατ. ευρώ, έναντι 173 εκατ. ευρώ την προηγούμενη περίοδο.

Η πλατφόρμα υποβολής αιτήσεων αναμένεται να ανοίξει έως τις 10 Νοεμβρίου και η καταβολή της αυξημένης προκαταβολής προβλέπεται έως τις 23 Δεκεμβρίου.

Το επόμενο δεκαπενθήμερο, ωστόσο, θα αποτελέσει ακόμη μία δοκιμασία για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό. Οι ενισχύσεις στα καύσιμα επανεξετάζονται ανά 15 ημέρες, ανάλογα με την πορεία των διεθνών τιμών, ενώ η παράταση των παρεμβάσεων συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες. Το οικονομικό επιτελείο καλείται επομένως να διατηρήσει την άμεση στήριξη των καταναλωτών, εξετάζοντας ταυτόχρονα πόσοι πόροι μπορούν να κατευθυνθούν σε νέες ανάγκες.

Η άνοδος του φυσικού αερίου και οι πιέσεις στα νοικοκυριά

Η ανάγκη συνέχισης των μέτρων συνδέεται με την εικόνα των διεθνών ενεργειακών αγορών, όπου οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία για το κόστος του χειμώνα.

Στις 28 Οκτωβρίου, η τιμή του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου στον κόμβο TTF ξεπέρασε τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί τελευταία φορά το 2022. Παρά τη σημερινή αποκλιμάκωση κάτω από αυτό το όριο, οι τιμές παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές, καθώς η διαταραχή στις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να επηρεάζει την προσφορά και τις προσδοκίες της αγοράς.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στο πετρέλαιο, με το Brent να κινείται στην περιοχή των 113-114 δολαρίων το βαρέλι. Η παρατεταμένη διατήρηση των τιμών σε αυτά τα επίπεδα αυξάνει το κόστος των καυσίμων και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις επιχειρήσεις, ιδίως σε δραστηριότητες με υψηλές ανάγκες μεταφορών και ενέργειας.

Για τα ελληνικά νοικοκυριά που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο, το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αβεβαιότητα για το τελικό κόστος θέρμανσης. Η πορεία των λογαριασμών εξαρτάται από τους όρους του συμβολαίου και τον τρόπο τιμολόγησης κάθε προμηθευτή, ωστόσο η παραμονή των διεθνών τιμών σε υψηλά επίπεδα αυξάνει τον κίνδυνο πρόσθετων επιβαρύνσεων.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη θέρμανση. Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου μπορεί να επηρεάσει και το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, ιδίως στις ώρες κατά τις οποίες οι μονάδες φυσικού αερίου καθορίζουν την οριακή τιμή της αγοράς. Παράλληλα, οι αυξήσεις στο πετρέλαιο επιβαρύνουν τις μεταφορές και την παραγωγή, δημιουργώντας προϋποθέσεις μετακύλισης του υψηλότερου κόστους στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.

Τα 300-400 εκατ. ευρώ και οι διαπραγματεύσεις με την Κομισιόν

Οι δυνατότητες για πρόσθετη οικονομική στήριξη συνδέονται πλέον και με τις συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων παρεμβάσεων εφόσον η ενεργειακή κρίση παραταθεί.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η ενεργειακή ρήτρα διαφυγής, η οποία εγκρίθηκε για την Ελλάδα και επιτρέπει την πραγματοποίηση επενδύσεων που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028, με ειδική μεταχείριση στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η Αθήνα εξετάζει τη δυνατότητα αξιοποίησης πρόσθετου δημοσιονομικού περιθωρίου της τάξης των 300-400 εκατ. ευρώ για την υποστήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Η επιδίωξη αυτή, πάντως, προϋποθέτει συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς το ήδη εγκεκριμένο καθεστώς δεν προβλέπει την αξιοποίηση της συγκεκριμένης ευελιξίας για επιδοτήσεις που αποσκοπούν αποκλειστικά στη μείωση των τρεχουσών ενεργειακών τιμών.

Η υφιστάμενη ρήτρα αφορά κυρίως επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και περιορίζουν μακροπρόθεσμα την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όπως η αποθήκευση ενέργειας, οι αντλίες θερμότητας, η εξοικονόμηση και οι ενεργειακές αναβαθμίσεις. Κατά συνέπεια, η μεταφορά δημοσιονομικού περιθωρίου από αυτές τις επενδύσεις σε άμεσες επιδοτήσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη.

Οι ευρωπαϊκές διεργασίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τον σχεδιασμό των επόμενων εβδομάδων. Στο σημερινό Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της ΕΕ εξετάζονται, μεταξύ άλλων, οι πιέσεις στις τιμές και οι προοπτικές ενεργειακής ασφάλειας για τον χειμώνα 2026-2027. Οι συζητήσεις αναμένεται να συνεχιστούν και σε επίπεδο υπουργών Οικονομικών, με επόμενο σημαντικό σταθμό το Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η πρόκληση αφορά τόσο τη διάρκεια όσο και την κατανομή των μέτρων. Η συνέχιση των επιδοτήσεων στα υγρά καύσιμα μπορεί να περιορίσει μέρος της άμεσης επιβάρυνσης, δεν αντιμετωπίζει όμως με τον ίδιο τρόπο τις αυξήσεις που δέχονται όσοι θερμαίνονται με φυσικό αέριο ή ηλεκτρική ενέργεια.

Διαβάστε ακόμη