Οι περισσότερες κυβερνήσεις της ΕΕ αποτυγχάνουν να θεσπίσουν μειώσεις φόρων στα καύσιμα και άλλα αντίστοιχα μέτρα στήριξης μόνο για τους πιο ευάλωτους καταναλωτές, σύμφωνα με το ΔΝΤ, παρά τις προειδοποιήσεις ότι η Ένωση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αρνητική αντίδραση από τις αγορές εάν τα κράτη μέλη εφαρμόσουν δαπανηρά οριζόντια μέτρα.

Σύμφωνα με έρευνα του ΔΝΤ, τα δύο τρίτα των κρατικών επιδοτήσεων και φορολογικών μειώσεων σε όλη την ΕΕ που αποσκοπούν στην ανακούφιση από την ενεργειακή κρίση δεν είναι στοχευμένα, παρότι το Ταμείο και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις Βρυξέλλες προτρέπουν τις χώρες να διατηρούν τα μέτρα περιορισμένα και προσωρινά.

Ακόμη κι αν οι αρχικές προσπάθειες προστασίας των καταναλωτών από τις υψηλές τιμές ενέργειας που προκύπτουν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή είναι μετριοπαθείς, οι κυβερνήσεις της ΕΕ θα διαπιστώσουν ότι είναι πολιτικά δύσκολο να τις αναστρέψουν, οδηγώντας σε αυξανόμενα δημοσιονομικά βάρη με την πάροδο του χρόνου, δήλωσε στους Financial Times ο Alfred Kammer, επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ.

«Η ΕΕ δεν λαμβάνει υπόψη τα μαθήματα του 2022»

«Είναι σαφές» ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ δεν «λαμβάνουν υπόψη τα μαθήματα του 2022», δήλωσε ο Kammer, αναφερόμενος στην περίοδο μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όταν πολλές χώρες εισήγαγαν δαπανηρά μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων λόγω των εκρηκτικών τιμών του φυσικού αερίου.

Όπως είπε, δεν είναι όλες οι χώρες «προσεκτικές στη χρήση του δημοσιονομικού χώρου» στη σημερινή κρίση. «Πρέπει να κάνουμε αυτή τη συζήτηση με τους πολίτες, ότι στην πραγματικότητα [η δαπάνη για καθολικά μέτρα] είναι ένας πολύ ακριβός τρόπος χρήσης των φορολογικών εσόδων, ειδικά όταν υπάρχουν και άλλες ανάγκες δαπανών.»

Οι κυβερνήσεις με ασθενέστερα δημόσια οικονομικά χρειάζεται να βρουν εξοικονομήσεις αλλού αν θέλουν να αποφύγουν αρνητική αντίδραση στις αγορές ομολόγων, υποστήριξε.

Το κόστος δανεισμού για ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης έχει φτάσει σε πολυετή υψηλά από την έναρξη της σύγκρουσης, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ στα δημόσια οικονομικά.

Οι κυβερνήσεις παγκοσμίως δέχονται πιέσεις να κάνουν περισσότερα για να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από τις συνέπειες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία εκτόξευσε τις τιμές πετρελαίου έως και τα 126 δολάρια το βαρέλι αυτή την εβδομάδα, καθώς οι μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν περιοριστεί.

Ποια μέτρα έχουν λάβει οι ευρωπαϊκές χώρες για τις τιμές καυσίμων

Η Γερμανία, για παράδειγμα, ανακοίνωσε δίμηνη μείωση φόρων σε βενζίνη και ντίζελ για όλους τους πολίτες, ενώ η Ισπανία δαπανά 3,5 δισ. ευρώ για τη μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι έχει επίσης προχωρήσει σε προσωρινές μειώσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων.

Ωστόσο, σε μεγάλο μέρος της ΕΕ, τα δημόσια οικονομικά βρίσκονται σε εύθραυστη κατάσταση λόγω του δημοσιονομικού κόστους της πανδημίας Covid-19 και της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

«Υπάρχουν ορισμένες χώρες που δεν διαθέτουν δημοσιονομικό χώρο και δεν μπορούν ουσιαστικά να αντέξουν κανένα μέτρο αν δεν το αντισταθμίσουν με περικοπές στον προϋπολογισμό… Βρίσκονται σε εξαιρετικά στενά περιθώρια όσον αφορά τον δημοσιονομικό χώρο που διαθέτουν. Και πρέπει να είναι προσεκτικές ώστε οι αγορές να μην αντιδράσουν», δήλωσε ο Kammer.

Η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελλάδα συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο υπερχρεωμένων οικονομιών της Ευρωζώνης, σύμφωνα με την έκθεση fiscal monitor του ΔΝΤ τον περασμένο μήνα.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ δαπάνησαν το 2,5% του ΑΕΠ σε ενεργειακές παρεμβάσεις μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία. Συγκριτικά, τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί έως τώρα στην ΕΕ αντιστοιχούν κατά μέσο όρο μόλις στο 0,18% του ΑΕΠ. Ωστόσο, αυτό το σχετικά περιορισμένο δημοσιονομικό βάρος θα αυξηθεί εάν οι περιορισμοί στην ενεργειακή προσφορά αποδειχθούν παρατεταμένοι.

«Θα εγκλωβιστείτε»

«Το πρόβλημα με αυτά τα μέτρα είναι ότι τα ξεκινάς, η ενεργειακή κρίση μπορεί να διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο αναμένουμε, και τότε το κόστος αυξάνεται συνεχώς», είπε ο Kammer. «Θα εγκλωβιστείτε.» Ο Kammer προειδοποίησε ιδιαίτερα κατά μέτρων όπως τα πλαφόν τιμών ή οι φορολογικές μειώσεις που καταστέλλουν τα σήματα της αγοράς που δημιουργούν οι υψηλές τιμές.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε συνεχιζόμενα υψηλή ζήτηση σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά, ενώ ταυτόχρονα μειώνει τα κίνητρα για μετάβαση σε ανεξάρτητες πηγές ενέργειας όπως οι ανανεώσιμες, υποστήριξε. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, πάνω από το 90% των χωρών της ΕΕ έχουν λάβει τουλάχιστον ένα μέτρο που στρεβλώνει τις τιμές κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης.

«Όταν υπάρχουν αυτές οι αυξήσεις τιμών, αυτό θα έπρεπε να υποδεικνύει στροφή προς εναλλακτικές μορφές ενέργειας», δήλωσε ο Kammer, καθώς ετοιμάζεται να αποχωρήσει από το ΔΝΤ έπειτα από 34 χρόνια υπηρεσίας, τα τελευταία έξι ως επικεφαλής του ευρωπαϊκού του τμήματος. Αφαιρώντας το σήμα της τιμής, «αφαιρείτε αυτό το κίνητρο και το κίνητρο δράσης», πρόσθεσε.

Διαβάστε ακόμη