Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιτείνει τις πιέσεις σε μια ήδη εύθραυστη παγκόσμια δημοσιονομική κατάσταση, καθώς τα υψηλά επιτόκια και η άνοδος των τιμών ενέργειας ενισχύουν τα αιτήματα για στήριξη από αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, σύμφωνα με έκθεση Fiscal Monitor του ΔΝΤ που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη. Σύμφωνα με το Reuters, ο επικεφαλής δημοσιονομικών υποθέσεων του ΔΝΤ, Rodrigo Valdes, τόνισε ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφύγουν τις επιδοτήσεις καυσίμων ως μέσο στήριξης των πολιτών απέναντι στην ενεργειακή κρίση. Αντίθετα, πρότεινε στοχευμένες και προσωρινές χρηματικές ενισχύσεις, ώστε να μην αλλοιώνονται τα σήματα τιμών και να μην ενθαρρύνεται η υπερκατανάλωση.
Ανάγκη μείωσης της ζήτησης για καύσιμα
«Δεν έχουμε πετρέλαιο, δεν έχουμε ενέργεια. Η ενέργεια πρέπει να γίνει ακριβότερη για όλους, ώστε να προσαρμοστεί η κατανάλωση προς τα κάτω», δήλωσε ο Valdes, υπογραμμίζοντας ότι η άνοδος των τιμών αποτελεί αναγκαίο μηχανισμό εξισορρόπησης της ζήτησης.
Το ΔΝΤ έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις για την παγκόσμια ανάπτυξη, προειδοποιώντας ότι η οικονομία μπορεί να οδηγηθεί στα όρια ύφεσης εάν η σύγκρουση κλιμακωθεί και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι έως το 2027.
Όπως εξήγησε ο Valdes, πρόκειται για ένα παγκόσμιο σοκ, το οποίο απαιτεί προσαρμογή μέσω των τιμών. «Αν οι χώρες καταστείλουν το σήμα των τιμών, το παγκόσμιο κόστος θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Είναι κρίσιμο να επιτρέπεται η προσαρμογή της ζήτησης», σημείωσε.
Από την πλευρά της, η αναπληρώτρια διευθύντρια δημοσιονομικών υποθέσεων του ΔΝΤ, Era Dabla-Norris, ανέφερε ότι μέχρι στιγμής η αντίδραση των κυβερνήσεων είναι πιο συγκρατημένη σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. «Δεν βλέπουμε μεγάλα πακέτα στήριξης όπως στο παρελθόν», δήλωσε, προσθέτοντας ότι οι περιορισμένοι δημοσιονομικοί πόροι και τα πολλαπλά διλήμματα οδηγούν τις κυβερνήσεις σε πιο πειθαρχημένες επιλογές.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η έκταση των επιπτώσεων του πολέμου θα εξαρτηθεί από παράγοντες όπως οι περιορισμοί στις εξαγωγές, οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές και η δυνατότητα άλλων χωρών να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου. Παράλληλα, ο οργανισμός τονίζει την ανάγκη οι χώρες να επικεντρωθούν στις μεσοπρόθεσμες προκλήσεις, καθώς το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται λόγω υψηλότερων δαπανών και μειωμένων εσόδων.
Κίνδυνος να αυξηθεί το παγκόσμιο δημόσιο χρέος σε επίπεδα ρεκόρ
Σύμφωνα με την έκθεση, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έφτασε το 93,9% του ΑΕΠ το 2025 και αναμένεται να αγγίξει το 100% έως το 2029 — επίπεδο που θα αποτελέσει το υψηλότερο από την περίοδο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε δυσμενές σενάριο, το χρέος θα μπορούσε να εκτιναχθεί ακόμη και στο 121% του ΑΕΠ μέσα σε τρία χρόνια. Την ίδια στιγμή, οι πληρωμές τόκων αυξάνονται σημαντικά, φτάνοντας σχεδόν το 3% του ΑΕΠ το 2025, από 2% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Ο Valdes προειδοποίησε επίσης για νέους κινδύνους, όπως η αυξανόμενη συμμετοχή επενδυτών υψηλού ρίσκου —όπως τα hedge funds— στις αγορές χρέους, καθώς και η μείωση της διάρκειας των ομολόγων, που καθιστά τα δημόσια οικονομικά πιο ευάλωτα σε αυξήσεις επιτοκίων. Επιπλέον προκλήσεις αποτελούν οι αυξημένες δαπάνες για άμυνα, η ενεργειακή μετάβαση και η κλιματική πολιτική, σε μια περίοδο όπου τα κρατικά έσοδα δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί επίσης ότι η κατακερματισμένη διεθνής οικονομία και οι εμπορικές εντάσεις ενδέχεται να περιορίσουν την ανάπτυξη και να αυξήσουν το κόστος δανεισμού, ενώ πολιτική αστάθεια μπορεί να υπονομεύσει μεταρρυθμίσεις. Η σύσταση του Ταμείου είναι σαφής: οι χώρες θα πρέπει να προχωρήσουν σε δημοσιονομική εξυγίανση μόλις υποχωρήσουν οι άμεσες πιέσεις. «Δεν βρισκόμαστε ακόμη σε κρίση», κατέληξε ο Valdes. «Όμως όσο καθυστερούν τα μέτρα, τόσο πιο δύσκολη θα είναι η προσαρμογή στο μέλλον και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος μιας άτακτης δημοσιονομικής προσαρμογής».
Διαβάστε ακόμη
