Η αλιεία με μηχανότρατες βυθού (bottom trawling) επιβαρύνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες με κόστος που φτάνει σε δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, σύμφωνα με νέα ανάλυση που επικαλείται το euronews, ενώ ταυτόχρονα εγείρονται ερωτήματα για την περιβαλλοντική και οικονομική βιωσιμότητά της. Η πρακτική, που βασίζεται σε μεγάλα αλιευτικά σκάφη τα οποία σέρνουν βαριά δίχτυα στον βυθό της θάλασσας, εκτιμάται ότι επιδοτείται με περίπου 1,17 δισ. ευρώ από δημόσιους πόρους στην Ευρώπη. Παράλληλα, προκαλεί εκπομπές περίπου 112,4 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως, καθώς απαιτεί υψηλή κατανάλωση καυσίμων και διαταράσσει τα ιζήματα του βυθού που αποθηκεύουν CO2.

Σύμφωνα με τη μελέτη του National Geographic Pristine Seas, το συνολικό κοινωνικό κόστος της πρακτικής στην Ευρώπη φτάνει έως και τα 16 δισ. ευρώ ετησίως, κυρίως λόγω των κλιματικών επιπτώσεων, της απώλειας της θαλάσσιας βιοποικιλότητας και επιβάρυνσης σε υγεία και παραγωγικότητα. Το ποσό αυτό είναι περίπου 90 φορές υψηλότερο από τα εκτιμώμενα ετήσια κέρδη του κλάδου, τα οποία ανέρχονται σε περίπου 180 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, έως και το 75% των αλιευμάτων που συλλαμβάνονται από τις μηχανότρατες απορρίπτονται πίσω στη θάλασσα, αντιστοιχώντας σε οικονομική αξία περίπου 220 εκατ. ευρώ ετησίως, γεγονός που αναδεικνύει, όπως σημειώνουν ειδικοί, μια έντονη αναντιστοιχία μεταξύ κόστους και οφέλους.

Συνολικά, ο κλάδος παρέχει μόλις το 2% της ζωικής πρωτεΐνης που καταναλώνεται στην Ευρώπη, ενώ απασχολεί λιγότερους από 20.000 εργαζόμενους, την ώρα που η μικρής κλίμακας αλιεία δημιουργεί περίπου τριπλάσιες θέσεις εργασίας. Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη σε περιόδους ενεργειακής πίεσης. Ενδεικτικά, πρόσφατα περίπου το 50% του ολλανδικού στόλου μηχανότρατων έμεινε δεμένο στα λιμάνια, καθώς το αυξημένο κόστος καυσίμων έκανε τη δραστηριότητά του ασύμφορη. Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε την έντονη εξάρτηση του κλάδου από τα καύσιμα, καθώς η λειτουργία του βασίζεται σε ενεργειακά απαιτητικές διαδικασίες που επιβαρύνονται σημαντικά όταν οι τιμές ανεβαίνουν.

Το παράδειγμα της Gökova Bay

Την ίδια στιγμή, η περίπτωση του κόλπου Gökova στην Τουρκία παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχούς απαγόρευσης της αλιείας με μηχανότρατες.

Από το 2010, όταν η περιοχή ανακηρύχθηκε Θαλάσσια Προστατευόμενη Περιοχή (MPA), τέθηκαν σε εφαρμογή ζώνες απαγόρευσης αλιείας και σχεδόν το 50% του κόλπου έκλεισε για bottom trawling. Η επιτήρηση βασίζεται σε τοπικές περιπολίες, με τη συμμετοχή ακόμη και πρώην αλιέων. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: το εισόδημα των τοπικών ψαράδων αυξήθηκε έως και 300%, ενώ το οικοσύστημα ανέκαμψε, με την επιστροφή απειλούμενων ειδών όπως οι μεσογειακές φώκιες monk seal και διάφορα είδη καρχαριών. «Η θάλασσα είναι το σπίτι μου», αναφέρει χαρακτηριστικά η Ayşenur Ölmez, μία από τις φύλακες της περιοχής. «Για να προστατεύσω το σπίτι μου, έπρεπε να δράσω».

Τι μπορεί να μάθει η Ευρώπη

Παρά το γεγονός ότι στην Ευρώπη λειτουργούν περίπου 6.000 θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, σε πάνω από τις μισές εξακολουθεί να επιτρέπεται η αλιεία με μηχανότρατες, λόγω κενών στη ρύθμιση και ανεπαρκούς επιτήρησης. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στόχος είναι η σταδιακή κατάργηση της πρακτικής εντός των προστατευόμενων περιοχών έως το 2030, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα και η Σουηδία έχουν ήδη ανακοινώσει μέτρα περιορισμού της.

Πιο συγκεκριμένα, στη χώρα μας, μία από τις πιο σημαντικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες πάνω στο θέμα, είναι η δημιουργία δύο νέων θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και το Νότιο Αιγαίο, συνολικής έκτασης 27.500 km², όπου θα απαγορεύεται η αλιεία με μηχανότρατα. Τη δέσμευση για την ίδρυσή τους έως το τέλος του έτους έδωσε ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, από το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

Διαβάστε ακόμη