Τον περασμένο Ιούλιο, την ώρα που οι φλόγες τύλιγαν τα δάση της Ευρώπης, μια άλλη «αόρατη» φωτιά έκαιγε τους ωκεανούς. Κύματα έντονου καύσωνα έπληξαν περισσότερο από το ένα τέταρτο της ωκεάνιας επιφάνειας, με τις υψηλότερες θερμοκρασίες να καταγράφονται στον Βόρειο Ατλαντικό αλλά και τη Μεσόγειο, που βρέχει τις ακτές της χώρας μας.
Ο Ιούλιος του 2026 ήταν ο θερμότερος Ιούλιος που έχει καταγραφεί ποτέ στους ωκεανούς, σύμφωνα με τα στοιχεία του ευρωπαϊκού προγράμματος Copernicus. Η μέση θερμοκρασία στην επιφάνεια των ωκεανών έφτασε τους 21,1°C, περίπου 0,6°C πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 1993-2022. Πρόκειται για μια απόκλιση που μπορεί να φαίνεται μικρή, αποκτά όμως ιδιαίτερη σημασία όταν αφορά το σύνολο των θαλάσσιων οικοσυστημάτων του πλανήτη. Οι ωκεανοί λειτουργούν ως μια τεράστια «αποθήκη» για την πλεονάζουσα θερμότηταςπου προκαλεί η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή. Όπως εξηγεί η Marie Drevillon της Mercator Ocean International, η θερμοκρασία βρίσκεται πλέον κοντά στο απόλυτο ρεκόρ των 21,2°C, που είχε καταγραφεί τον Μάρτιο του 2024. Και οι επόμενοι μήνες δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εφησυχασμό, καθώς η επιστροφή του φαινομένου El Niño στον Ειρηνικό αναμένεται να ενισχύσει προσωρινά την παγκόσμια θερμοκρασία, προσθέτοντας νέα πίεση στους ωκεανούς. Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι κοραλλιογενείς ύφαλοι, αλλά και μια σειρά από θαλάσσιους οργανισμούς που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις ολοένα συχνότερες και παρατεταμένες περιόδους ακραίας ζέστης.
Σε κλοιό καύσωνα η Μεσόγειος
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική στη Μεσόγειο. Τον Ιούλιο, περίπου το 27% της παγκόσμιας ωκεάνιας επιφάνειας βρέθηκε αντιμέτωπο με έντονα θαλάσσια κύματα καύσωνα, ενώ στη Μεσόγειο επηρεάστηκαν περισσότερα από τα τρία τέταρτα της θαλάσσιας έκτασης. Οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν ήδη αρχίσει να αφήνουν το αποτύπωμά τους στη θαλάσσια ζωή. Στη λιμνοθάλασσα Thau στη νότια Γαλλία, σημαντικό κέντρο οστρακοκαλλιέργειας, η μέση ημερήσια θερμοκρασία του νερού έφτασε αρκετές φορές τους 29°C από τα τέλη Ιουνίου. Τα μύδια βρέθηκαν πάνω από το όριο θερμικής ανοχής τους, με τους επιστήμονες να καταγράφουν θνησιμότητα 50% σε πειραματικό δείγμα. Στα στρείδια, το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 30%, ενώ άλλα εμφάνισαν σημαντική απώλεια βάρους. Παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και σε άλλες γαλλικές περιοχές οστρακοκαλλιέργειας. Από τον κόλπο του Mont-Saint-Michel έως τη λεκάνη Marennes-Oléron, οι θερμοκρασίες ξεπέρασαν τα συνήθη καλοκαιρινά επίπεδα, σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφοντας νέα ρεκόρ.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι συνέπειες ενός θαλάσσιου καύσωνα δεν τελειώνουν όταν υποχωρήσει η θερμοκρασία. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες, καθώς τέτοια ακραία φαινόμενα είναι σχετικά νέα σε ένταση, διάρκεια και συχνότητα. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Βόρειου Ατλαντικού, όπου ένας παρατεταμένος καύσωνας το 2023 επηρέασε, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, το φυτοπλαγκτόν την επόμενη χρονιά. Η υπερθέρμανση των επιφανειακών υδάτων μπορεί να εμποδίσει την άνοδο θρεπτικών συστατικών από τα βαθύτερα στρώματα, περιορίζοντας την ανάπτυξη του φυτοπλαγκτού και διαταράσσοντας τη βάση της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας.
Οι επιπτώσεις, όμως, δεν περιορίζονται στη θάλασσα. Μια θερμότερη Μεσόγειος μπορεί να ενισχύσει την ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων, καθώς το θερμό νερό αυξάνει την ποσότητα υγρασίας που μεταφέρεται στην ατμόσφαιρα. Αυτό μπορεί να τροφοδοτήσει ισχυρότερες βροχοπτώσεις, ενώ παράλληλα περιορίζει τη νυχτερινή δροσιά στις παραθαλάσσιες περιοχές.
Διαβάστε ακόμη
