Στο μικροσκόπιο των εισαγγελικών και πυροσβεστικών Αρχών μπαίνουν οι αιολικές εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα μετά τη μεγάλη πυρκαγιά στη Βοιωτία, ανοίγοντας ένα νέο και εξαιρετικά ευαίσθητο μέτωπο για την αγορά. Η πανελλαδική έρευνα για τις άδειες, την τεχνική ασφάλεια και τη λειτουργία των έργων συμπίπτει με την τελική ευθεία για την έκδοση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου των ΑΠΕ. Ενώ, δηλαδή, οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να περάσουν από έναν εκτεταμένο έλεγχο, το ΥΠΕΝ ετοιμάζεται να οριστικοποιήσει ένα πλαίσιο το οποίο, παρά τις επιμέρους διορθώσεις, διατηρεί σχεδόν ανέπαφους τους βασικούς περιορισμούς που έχουν προκαλέσει τις εντονότερες αντιδράσεις της αγοράς.

Η προκαταρκτική εξέταση, την οποία διενεργεί η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού έπειτα από παραγγελία της εποπτεύουσας εισαγγελέως και συνεννόηση με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αποκτά πανελλαδικό χαρακτήρα. Στο επίκεντρό της βρίσκονται οι άδειες λειτουργίας, η τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών, η συντήρηση και ο τρόπος λειτουργίας των αιολικών εγκαταστάσεων, με ιδιαίτερη έμφαση σε πάρκα ή υποδομές που έχουν συνδεθεί κατά το παρελθόν με περιστατικά φωτιάς. Όπου κριθεί αναγκαίο, η έρευνα θα συμπληρωθεί με συλλογή στοιχείων από τις συναρμόδιες υπηρεσίες, πραγματογνωμοσύνες και άλλες ανακριτικές πράξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τηρούνται οι διοικητικές και τεχνικές απαιτήσεις και αν προκύπτουν ποινικές ευθύνες. Η διαδικασία, πάντως, βρίσκεται στο στάδιο της διερεύνησης και δεν προεξοφλεί ούτε παραβάσεις ούτε συλλογική ευθύνη του κλάδου. 

Το περιστατικό της Βοιωτίας και η κρίσιμη διάκριση

Η αφορμή για την έρευνα ήταν η πυρκαγιά στη Βοιωτία, η οποία έλαβε μεγάλες διαστάσεις και έθεσε υπό ποινική διερεύνηση τις υποδομές που εξυπηρετούν υφιστάμενο αιολικό πάρκο. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της Πυροσβεστικής, η φωτιά δεν ξεκίνησε από τις ανεμογεννήτριες ούτε από εγκαταστάσεις μέσα στο ίδιο το πάρκο, αλλά από τη γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, περίπου 500 μέτρα μακριά, μέσω της οποίας η παραγόμενη ενέργεια διοχετευόταν προς το κεντρικό δίκτυο. Στο ίδιο σημείο είχε καταγραφεί πυρκαγιά και στα τέλη Ιουνίου.

Η αγορά δεν αντιμετωπίζει την εισαγγελική έρευνα ως απειλή για τις επιχειρήσεις που τηρούν τις άδειες, τους περιβαλλοντικούς όρους και τις τεχνικές προδιαγραφές. Τα αιολικά έργα λειτουργούν διαχρονικά μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα αδειοδοτικών, περιβαλλοντικών και δικαστικών ελέγχων, ενώ βρίσκονται συχνά αντιμέτωπα με καταγγελίες και προσφυγές. Με αυτό το δεδομένο, θεωρεί θεμιτό κάθε έλεγχο που βασίζεται σε στοιχεία και εξατομικεύει τυχόν ευθύνες. Ωστόσο, η ένστασή αρχίζει όταν η διερεύνηση ενός συγκεκριμένου περιστατικού μετατρέπεται, πριν ακόμη ολοκληρωθεί, σε γενικευμένο κατηγορητήριο κατά της αιολικής τεχνολογίας και σε συλλογική υποψία εις βάρος ενός ολόκληρου κλάδου.

Σε αυτήν ακριβώς τη διάκριση στηρίζεται και η ευρύτερη απάντηση της ΕΛΕΤΑΕΝ απέναντι στα fake news που επανέρχονται κάθε θερινή περίοδο. Η Ένωση δεν υποστηρίζει ότι μια τεχνική ή ηλεκτρική εγκατάσταση πρέπει να βρίσκεται εκτός ελέγχου. Αντιτάσσει, όμως, ότι ένα πραγματικό περιστατικό αστοχίας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τεκμήριο για τη θεωρία του σκόπιμου εμπρησμού, ούτε να χρησιμοποιείται ως γενική απόδειξη ενοχής της αιολικής ενέργειας. Η ευθύνη, στη δική της ανάγνωση, πρέπει να αναζητείται εκεί όπου δείχνουν τα τεχνικά δεδομένα, χωρίς να συγχέεται η ασφάλεια ενός συγκεκριμένου έργου με τη νομιμότητα ή τη σκοπιμότητα ολόκληρης της τεχνολογίας.

Χαρακτηριστικό ήταν το προηγούμενο της φωτιάς στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, με αφορμή την οποία διακινήθηκε εκ νέου ο ισχυρισμός ότι η καμένη έκταση προοριζόταν για ανεμογεννήτριες. Η ΕΛΕΤΑΕΝ απάντησε ότι, σύμφωνα με τον γεωπληροφοριακό χάρτη της ΡΑΑΕΥ, δεν υπήρχε ενεργή αίτηση σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων από το σημείο. Η μόνη σχετική αίτηση, που είχε υποβληθεί το 2024 για 18 ανεμογεννήτριες, είχε ήδη ανακληθεί, ενώ η πλησιέστερη προβλεπόμενη θέση απείχε περίπου πέντε χιλιόμετρα από την πυρκαγιά και ανάμεσα στα δύο σημεία παρεμβαλλόταν ο αστικός ιστός του Ωραιοκάστρου.

Η εγκατάσταση αιολικών έργων επιτρέπεται υπό αυστηρούς όρους σε δάση και δασικές εκτάσεις, ενώ η επέμβαση σε αναδασωτέες εκτάσεις μπορεί να εγκριθεί μόνο κατ’ εξαίρεση και με τις προϋποθέσεις που έχουν διαμορφώσει η νομοθεσία και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επομένως, κατά την ΕΛΕΤΑΕΝ, η καταστροφή μιας έκτασης δεν δημιουργεί αδειοδοτικό ή οικονομικό πλεονέκτημα για ένα αιολικό έργο. Αντιθέτως, η κήρυξή της ως αναδασωτέας προσθέτει δυσκολίες, απαιτήσεις και κόστος στην αδειοδότηση και στην κατασκευή. 

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα στοιχεία ποσοτικής και χωρικής ανάλυσης που έχει δημοσιοποιήσει η Ένωση με βάση τους κυρωμένους δασικούς χάρτες και τα δεδομένα του Copernicus. Σύμφωνα με τη μελέτη της, το σύνολο των αιολικών πάρκων και των υποδομών τους που βρίσκονται σε αναδασωτέες εκτάσεις καταλαμβάνει λιγότερο από το 0,06% αυτών των περιοχών. Αν υπολογιστούν μόνο τα έργα που εγκαταστάθηκαν μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς, το ποσοστό περιορίζεται στο 0,02%. Τα δεδομένα αυτά δεν απαντούν σε κάθε επιμέρους ζήτημα τεχνικής ασφάλειας, αποδυναμώνουν όμως τον γενικευμένο ισχυρισμό ότι οι πυρκαγιές χρησιμοποιούνται συστηματικά ως όχημα για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών.

Από την έρευνα στο Χωροταξικό

Όλα αυτά εκτυλίσσονται με φόντο μια ήδη τεταμένη αγορά. Ο αιολικός κλάδος έχει διατυπώσει σοβαρές ενστάσεις για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των ΑΠΕ, θεωρώντας ότι το κεφάλαιο των αιολικών συγκεντρώνει σωρευτικά περιορισμούς οι οποίοι δεν οδηγούν σε πιο ορθολογική χωροθέτηση, αλλά σε δραστική συρρίκνωση του διαθέσιμου χώρου για νέες επενδύσεις. Η πίεση από την εισαγγελική έρευνα προστίθεται, έτσι, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνική αποδοχή των έργων δοκιμάζεται, οι τοπικές αντιδράσεις εντείνονται και η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει μια από τις δυσκολότερες χωροταξικές εκκρεμότητες της ενεργειακής πολιτικής.

Η αγορά αντιτείνει ότι η κυβέρνηση, μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης πολιτικής ευαισθησίας και προεκλογικών πιέσεων, επέλεξε να απαντήσει στις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών με ένα εξαιρετικά αυστηρό πλέγμα οριζόντιων αποκλεισμών. Κατά την άποψη στελεχών του χώρου, η προσέγγιση αυτή ενδέχεται να λειτουργήσει αντίστροφα: αντί να εκτονώσει την καχυποψία, μπορεί να ενισχύσει την εντύπωση ότι η αιολική ενέργεια αποτελεί εκ προοιμίου προβληματική δραστηριότητα και, με αυτόν τον τρόπο, να προσδώσει πολιτική νομιμοποίηση ακόμη και σε ανυπόστατους ισχυρισμούς. Πρόκειται για θέση της αγοράς και όχι για δεδομένο· αποτυπώνει, ωστόσο, το βάθος της σύγκρουσης που έχει ανοίξει γύρω από τον νέο σχεδιασμό.

Η έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία και αναμένεται άμεσα. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, ο βασικός κορμός του σχεδίου παραμένει ανέγγιχτος, με το ΥΠΕΝ να προχωρεί σε περιορισμένες μόνο παρεμβάσεις, οι οποίες δεν μεταβάλλουν τη γενική, αυστηρή φιλοσοφία του. Οι τρεις διατάξεις που προκάλεσαν τις περισσότερες ενστάσεις ο αποκλεισμός νέων αιολικών πάνω από τα 1.200 μέτρα, η απαγόρευση στη μεγάλη πλειονότητα των νησιών κάτω από 300 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το καθεστώς για τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας φαίνεται ότι διατηρούνται χωρίς ουσιαστική αλλαγή.

Οι λιγοστές διορθώσεις αφορούν κυρίως το κριτήριο του ανέμου, τις μεταβατικές διατάξεις και το repowering. Στο αρχικό κείμενο, αν η μέση ταχύτητα ανέμου σε μια Δημοτική Ενότητα ήταν χαμηλότερη από 4 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, ολόκληρη η ενότητα χαρακτηριζόταν ζώνη αποκλεισμού. Αυτό σήμαινε ότι απορρίπτονταν εκ των προτέρων ακόμη και επιμέρους θέσεις με πολύ καλύτερο αιολικό δυναμικό για παράδειγμα 7 ή 8 μέτρα ανά δευτερόλεπτο οι οποίες πληρούσαν τα υπόλοιπα χωροταξικά κριτήρια και βρίσκονταν κάτω από το υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων. Στο τελικό κείμενο φαίνεται να ανοίγει ένα παράθυρο: όταν μια συγκεκριμένη θέση διαθέτει επαρκές αιολικό δυναμικό, η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων θα μπορεί να εξετάζεται κανονικά, ακόμη και αν ο μέσος όρος της ευρύτερης Δημοτικής Ενότητας υπολείπεται του ορίου των 4 μέτρων ανά δευτερόλεπτο.

Δεύτερη αλλαγή καταγράφεται στις μεταβατικές ρυθμίσεις. Έργο που, κατά την ημερομηνία έγκρισης του νέου Χωροταξικού, διαθέτει πληρότητα φακέλου Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αναμένεται να εξαιρείται από τις νέες απαγορεύσεις. Η αρχική εκδοχή συνέδεε την εξαίρεση με έργα που είχαν περιβαλλοντικούς όρους έως τις 20 Μαΐου 2026. Η μετατόπιση του κρίσιμου χρόνου στην έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου ικανοποιεί εν μέρει το αίτημα της αγοράς, καθώς επιτρέπει σε περισσότερα ώριμα έργα να αποφύγουν την ανατροπή των δεδομένων πάνω στα οποία είχαν ήδη σχεδιαστεί και αδειοδοτηθεί.

Εκτός του νέου καθεστώτος φαίνεται επίσης ότι θα παραμείνουν οι άδειες για τη ριζική ανανέωση υφιστάμενων πάρκων, το λεγόμενο repowering. Πρόκειται για ακόμη ένα αίτημα που τέθηκε στη διαβούλευση, με τον κλάδο να ζητεί η εξαίρεση να καλύπτει όχι μόνο την αντικατάσταση παλαιών ανεμογεννητριών με νεότερες και αποδοτικότερες, αλλά και τον επανασχεδιασμό ή την επαναδειοδότηση έργων μέσα στα ίδια ευρύτερα πολύγωνα. Το τελικό εύρος της πρόβλεψης θα αποσαφηνιστεί με τη δημοσίευση της ΚΥΑ.

Οι τρεις «κόφτες» που μένουν

Οι σημειακές αυτές υποχωρήσεις δεν αλλάζουν, κατά την αγορά, την ουσία του σχεδίου. Το πρώτο και μεγαλύτερο αγκάθι είναι η οριζόντια απαγόρευση εγκατάστασης νέων αιολικών πάρκων σε υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων. Ο κλάδος επισημαίνει ότι το ισχυρότερο αιολικό δυναμικό της ηπειρωτικής χώρας βρίσκεται κατά κανόνα στην ορεινή Ελλάδα και ότι ο αποκλεισμός των υψηλότερων ζωνών απομακρύνει τις επενδύσεις από τις αποδοτικότερες θέσεις. Η κυβερνητική πλευρά αντιτείνει ότι ο περιορισμός είναι αναγκαίος για την προστασία ευαίσθητων ορεινών οικοσυστημάτων και τοπίων και τον εντάσσει στη συνολικότερη επιδίωξη αυστηρότερων και σαφέστερων κανόνων χωροθέτησης.

Το δεύτερο αγκάθι αφορά τον νησιωτικό χώρο. Με το όριο των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων αποκλείεται η εγκατάσταση νέων αιολικών στη μεγάλη πλειονότητα των νησιών, με εξαίρεση έργα που καλύπτουν ανάγκες δημοσίου συμφέροντος, όπως η αφαλάτωση. Μόλις 13 νησιά, μαζί με την Κρήτη και την Εύβοια, μένουν εκτός αυτής της γενικής απαγόρευσης. Αν συνυπολογιστούν και οι περιορισμοί του νέου Χωροταξικού για τον Τουρισμό, ο αριθμός των νησιών στα οποία παραμένει διαθέσιμος χώρος για αιολικά περιορίζεται, σύμφωνα με την αγορά, σε 11. Ο κλάδος είχε ζητήσει να κατέβει το όριο στα 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα, χωρίς το αίτημα να φαίνεται ότι έγινε δεκτό.

Το τρίτο μέτωπο είναι οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα. Εκεί ένα αιολικό πάρκο θα μπορεί να αδειοδοτηθεί μόνο αν συντρέχουν σωρευτικά δύο όροι: να προβλέπεται ρητά από την εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη της περιοχής και να τεκμηριώνεται αιολικό δυναμικό μεγαλύτερο από 7,5 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Η αγορά υποστηρίζει ότι η πρώτη προϋπόθεση σπανίως πληρούται στην πράξη και είχε προτείνει, αντί του σχεδόν καθολικού αποκλεισμού, την εφαρμογή δοκιμασμένων μέτρων αποφυγής και μετριασμού των επιπτώσεων στην ορνιθοπανίδα. Το ΥΠΕΝ, από την άλλη, παρουσιάζει τη ρύθμιση ως αναγκαία δικλίδα αυξημένης προστασίας για τις πιο ευαίσθητες περιοχές του δικτύου Natura 2000.

Η πολιτική ανάγνωση και ο λογαριασμός της αγοράς

Το ΥΠΕΝ δεν φαίνεται διατεθειμένο να αναθεωρήσει τον βασικό προσανατολισμό του σχεδίου. Τα περισσότερα από 1.000 σχόλια της διαβούλευσης, στην πλειονότητά τους αρνητικά απέναντι σε νέες εγκαταστάσεις ΑΠΕ, αλλά και η γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας ενίσχυσαν την επιλογή διατήρησης των αυστηρών περιορισμών. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι επιτυγχάνεται ισορροπία ανάμεσα στην πράσινη ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία, επισημαίνοντας ότι περίπου 15 GW αιολικών με περιβαλλοντικούς όρους μένουν ανεπηρέαστα. Η αγορά, πάντως, αμφισβητεί πόσο από αυτό το χαρτοφυλάκιο είναι πραγματικά ώριμο και κατασκευάσιμο.

Η ΕΛΕΤΑΕΝ αποδίδει τη σκλήρυνση του πλαισίου και στο προεκλογικό κλίμα, εκτιμώντας ότι η χώρα οδηγείται σε ένα από τα αυστηρότερα καθεστώτα χωροθέτησης στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τη χαρτογράφησή της, τουλάχιστον το 61% της επικράτειας αποκλείεται εκ των προτέρων από νέες αιολικές επενδύσεις, χωρίς να εξετάζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε έργου.

Κατά τους υπολογισμούς της ΕΛΕΤΑΕΝ, η μετατόπιση των νέων έργων μακριά από τις περιοχές με το καλύτερο αιολικό δυναμικό μειώνει κατά περίπου 29% τη μέση παραγωγικότητά τους στην ηπειρωτική χώρα και αυξάνει κατά περίπου 27% το μέσο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Για να παραχθεί η ίδια ποσότητα καθαρής ενέργειας και να επιτευχθούν οι στόχοι του ΕΣΕΚ, θα μπορούσαν έτσι να απαιτηθούν περισσότερες ανεμογεννήτριες και περισσότερες θέσεις εγκατάστασης. Αυτό είναι, κατά τον κλάδο, το βασικό παράδοξο του σχεδίου, ένα πλαίσιο που αποσκοπεί στον περιορισμό της περιβαλλοντικής και κοινωνικής όχλησης ενδέχεται να οδηγήσει σε περισσότερες και λιγότερο παραγωγικές μονάδες, ακριβότερη ενέργεια και νέες εστίες τοπικών αντιδράσεων. 

Διαβάστε ακόμη