Μια φαινομενικά αντιφατική εξέλιξη φαίνεται να ταλανίζει τον πλανήτη μας, σύμφωνα με τους ειδικούς: όσο ο πλανήτης θερμαίνεται, η βροχή δεν εξαφανίζεται όπως θα υπέθετε κανείς αλλά, αντίθετα, γίνεται πιο έντονη, και σε ορισμένες περιπτώσεις, και πολύ επικίνδυνη. Οι βροχοπτώσεις τείνουν πλέον να συγκεντρώνονται σε λιγότερα συχνά αλλά ισχυρότερα επεισόδια, με καταιγίδες που απελευθερώνουν μεγάλες ποσότητες νερού μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Η μεταβολή αυτή αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο το νερό αλληλεπιδρά με το έδαφος. Όταν η βροχή είναι ήπια και κατανεμημένη, το έδαφος έχει τον χρόνο να την απορροφήσει, τροφοδοτώντας υπόγεια ύδατα, ποτάμια και οικοσυστήματα. Αντίθετα, όταν το νερό πέφτει με μεγάλη ένταση σε σύντομο χρόνο, σημαντικό μέρος του δεν προλαβαίνει να διεισδύσει στο έδαφος, οδηγείται σε επιφανειακή απορροή -σε ακραίες περιπτώσεις και σε πλημμύρες- ή επιστρέφει στην ατμόσφαιρα μέσω εξάτμισης.

Ο κλιματικός επιστήμονας Justin Mankin, του Dartmouth College, επισημαίνει ότι η εντατικοποίηση των βροχοπτώσεων αποτελεί σχεδόν αναπόφευκτη συνέπεια της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Το κρίσιμο ζήτημα, όπως τονίζει, δεν είναι αν θα υπάρξει αρκετή βροχή, αλλά πώς κατανέμεται στον χρόνο και στον χώρο. Παραδόξως, η αύξηση της έντασης των βροχοπτώσεων δεν συνεπάγεται περισσότερη διαθέσιμη υγρασία στο έδαφος. Μεγάλα υδρογραφικά συστήματα, όπως του Αμαζονίου, του Νείλου, του Μισισιπή, του Γάγγη και του Γιανγκτσέ, εμφανίζουν ήδη ενδείξεις ξήρανσης, παρά τις ισχυρές βροχοπτώσεις.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, εάν η παγκόσμια θερμοκρασία αυξηθεί κατά επιπλέον δύο βαθμούς Κελσίου, περίπου 27% του παγκόσμιου πληθυσμού ενδέχεται να αντιμετωπίσει συνθήκες «ανώμαλης ξηρασίας», ως αποτέλεσμα της μετατόπισης των βροχοπτώσεων σε πιο σπάνια αλλά πιο ακραία επεισόδια. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ήδη η μέση θερμοκρασία του πλανήτη έχει αυξηθεί κατά περίπου 1,3 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή.

Η εξήγηση βρίσκεται στη βασική φυσική της ατμόσφαιρας: ο θερμότερος αέρας συγκρατεί περισσότερη υγρασία, περίπου 7% περισσότερο για κάθε αύξηση ενός βαθμού Κελσίου. Αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερη συσσώρευση υδρατμών και, τελικά, σε πιο έντονες αλλά λιγότερο συχνές καταιγίδες. Το αποτέλεσμα είναι ένας υδρολογικός κύκλος που γίνεται πιο «εκρηκτικός», αλλά λιγότερο αποδοτικός για τη σταδιακή τροφοδότηση του εδάφους και των υπόγειων υδάτων. Για να αποτυπώσουν αυτή τη μεταβολή, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν έναν δείκτη εμπνευσμένο από την οικονομία, τον συντελεστή Gini, προσαρμοσμένο στη βροχόπτωση. Ο δείκτης μετρά πόσο ομοιόμορφα κατανέμεται η βροχή μέσα στον χρόνο: από το 0 (τέλεια ισοκατανομή) έως το 1 (όλη η βροχή σε μία ημέρα). Τα ευρήματα δείχνουν σταθερή αύξηση της «συγκέντρωσης» των βροχοπτώσεων, δηλαδή λιγότερες ημέρες με βροχή αλλά με μεγαλύτερη ένταση όταν αυτή συμβαίνει.

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η αύξηση των έντονων βροχοπτώσεων μπορεί – αν και ακούγεται αντιφατικό- να οδηγήσει σε μείωση της διαθέσιμης υγρασίας στη γη. Οι περίοδοι μεταξύ των βροχοπτώσεων γίνονται μεγαλύτερες, αυξάνοντας την εξάτμιση και μειώνοντας τη συνολική αποθήκευση νερού στο έδαφος. Έτσι, ένας κόσμος που φαίνεται πιο «υγρός» σε επίπεδο καταιγίδων, μπορεί στην πραγματικότητα να γίνεται πιο ξηρός σε επίπεδο οικοσυστημάτων και υδατικών αποθεμάτων.

Διαβάστε ακόμη