«Χρυσάφι» στα θερμοκήπια βλέπει η αγορά, καθώς όπως επισημαίνουν πηγές στο energygame.gr η επόμενη μεγάλη μάχη της ελληνικής γεωργίας θα δοθεί για το νερό. Σε μια χώρα όπου η αγροτική παραγωγή απορροφά έως και το 80%–85% των διαθέσιμων υδάτινων πόρων, σύμφωνα με εκτεταμένη κλαδική έκθεση της διαΝΕΟσις, η ανάγκη για ένα πιο αποδοτικό μοντέλο διαχείρισης των υδάτων αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα. «Οι χρόνιες δυσλειτουργίες των αρδευτικών υποδομών, η χαμηλή αποδοτικότητα των δικτύων και η πίεση που ασκεί η κλιματική κρίση οδηγούν σε ένα συμπέρασμα που πλέον δεν αμφισβητείται. Η γεωργία στην Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει με τους ίδιους όρους, απαιτούνται επενδύσεις και καινοτομία», τονίζουν.

Ο κλάδος των θερμοκηπίων στην Ελλάδα αναπτύσσεται με «δύο ταχύτητες», με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Στερεά και τη Βόρεια Ελλάδα. Από τη μία πλευρά, η Στερεά Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται με χαμηλούς ρυθμούς, παρουσιάζοντας περιορισμένη ανάπτυξη θερμοκηπιακών μονάδων, μικρό μέσο μέγεθος εκμεταλλεύσεων και ιδιαίτερα χαμηλή διείσδυση της υδροπονίας, η οποία δεν ξεπερνά το 2% των σχετικών εκτάσεων. Πρόκειται, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, για μια περιοχή όπου κυριαρχεί ακόμη το παραδοσιακό μοντέλο, γεγονός που περιορίζει τόσο την παραγωγικότητα όσο και την αποδοτικότητα στη χρήση των πόρων.

Στον αντίποδα, η εικόνα στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη είναι εντελώς διαφορετική. Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, η περιοχή έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε βασικό πυρήνα ανάπτυξης της υδροπονίας, συγκεντρώνοντας περίπου το 40% των σχετικών εκτάσεων σε εθνικό επίπεδο. Η διαφορά, όπως εξηγούν, δεν οφείλεται σε γεωγραφικούς ή κλιματικούς παράγοντες, αλλά στην εγκατάσταση θερμοκηπίων υψηλής τεχνολογίας, τα οποία επιτρέπουν πολύ υψηλότερες αποδόσεις και σαφώς πιο αποδοτική χρήση των εισροών, κυρίως του νερού.

Θερμοκήπια: Λιγότερο νερό, περισσότερη παραγωγή

Σε αυτό το περιβάλλον, όπως εξηγούν άνθρωποι με γνώση του θέματος η θερμοκηπιακή γεωργία εκτός εδάφους, με αιχμή την υδροπονία προβάλλει ως μια ολοκληρωμένη απάντηση. Το βασικό της πλεονέκτημα είναι ότι επαναπροσδιορίζει τη σχέση της παραγωγής με το νερό. Σε αντίθεση με την υπαίθρια καλλιέργεια, όπου οι απώλειες από εξάτμιση και απορροή είναι μεγάλες και δύσκολα ελέγξιμες, τα θερμοκήπια λειτουργούν με συστήματα ακριβείας, όπως η στάγδην άρδευση και τα κλειστά κυκλώματα ανακυκλοφορίας, που επιτρέπουν την επαναχρησιμοποίηση των υδάτων και τον δραστικό περιορισμό των απωλειών. Το νερό φτάνει ακριβώς στη ρίζα του φυτού, στην ποσότητα που απαιτείται, ενώ κάθε περίσσεια συλλέγεται και επαναχρησιμοποιείται.

Παράλληλα, το πλήρως ελεγχόμενο περιβάλλον καλλιέργειας επιτρέπει τη ρύθμιση της υγρασίας, της θερμοκρασίας και της θρέψης των φυτών σε πραγματικό χρόνο. Με τη βοήθεια αισθητήρων, αυτοματισμών και συστημάτων ανάλυσης δεδομένων, δημιουργούνται ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης, μειώνοντας στο ελάχιστο τις σπατάλες και τις αστοχίες. Σε πιο προηγμένες εφαρμογές, η τεχνολογία επιτρέπει ακόμη και την αξιοποίηση εναλλακτικών πηγών, όπως η χρήση θαλασσινού νερού για ψύξη και ταυτόχρονη επεξεργασία, μειώνοντας περαιτέρω την εξάρτηση από τα αποθέματα γλυκού νερού. Το αποτέλεσμα είναι διττό, αφενός σημαντική εξοικονόμηση πόρων και αφετέρου εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγικότητας. Τα φυτά αναπτύσσονται ταχύτερα, έως και 30% σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ η συνολική παραγωγή ανά μονάδα νερού αυξάνεται δραστικά.

Η ελληνική πραγματικότητα: πτώση στην ύπαιθρο, άνοδος στα θερμοκήπια

Τα στοιχεία πρόσφατης του ΙΟΒΕ αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη μετάβαση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Την περίοδο 2010–2023, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις κηπευτικών μειώθηκαν από 288,5 χιλιάδες στρέμματα σε 142,1 χιλιάδες, καταγράφοντας πτώση της τάξης του 51%. Αντίστοιχα, η παραγωγή περιορίστηκε από 1,38 εκατ. τόνους σε περίπου 712 χιλιάδες τόνους, μείωση σχεδόν 48%. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις υπαίθριες καλλιέργειες, οι οποίες πλήττονται από την κλιματική αστάθεια και τα αυξημένα κόστη.

Στον αντίποδα, οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες ακολουθούν ανοδική πορεία. Οι εκτάσεις υπό κάλυψη αυξήθηκαν κατά 22%, φτάνοντας τα 74,5 χιλιάδες στρέμματα, επιβεβαιώνοντας ότι το παραγωγικό μοντέλο μετασχηματίζεται.

Η διαφορά αποτυπώνεται ακόμη πιο έντονα στην παραγωγικότητα. Η μέση απόδοση στα θερμοκήπια ανέρχεται σε 8,7 τόνους ανά στρέμμα, έναντι μόλις 2,7 τόνων στην υπαίθρια γεωργία. Με άλλα λόγια, το θερμοκήπιο παράγει έως και 3,3 φορές περισσότερο προϊόν στην ίδια έκταση.

Το χαμένο στοίχημα της παραγωγικότητας και η διεθνής σύγκριση

Παρά την πρόοδο, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σε αγορές όπως η Ολλανδία και η Ισπανία, οι αποδόσεις των θερμοκηπίων είναι πολλαπλάσιες, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 8,8 φορές υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον ελληνικό μέσο όρο. Η απόκλιση αυτή δεν οφείλεται σε φυσικούς περιορισμούς, αλλά σε τεχνολογικό έλλειμμα και ανεπαρκή εκσυγχρονισμό των υποδομών. Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου το 80% των θερμοκηπίων στην Ελλάδα είναι μη θερμαινόμενα, ενώ η πλειονότητά τους είναι χαμηλής τεχνολογίας, με περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου του μικροκλίματος. Το μικρό μέγεθος των εκμεταλλεύσεων κατά μέσο όρο 5,9 στρέμματα και το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης των παραγωγών λειτουργούν επίσης ανασταλτικά.

Η Ολλανδία συγκαταλέγεται σήμερα στους παγκόσμιους ηγέτες στη θερμοκηπιακή γεωργία, αποτελώντας σημείο αναφοράς στην αξιοποίηση προηγμένων τεχνολογιών και σύγχρονων μεθόδων παραγωγής, όπως η υδροπονία και η αεροπονία. Το ολλανδικό μοντέλο βασίζεται σε υψηλό βαθμό αυτοματοποίησης, εκτεταμένη ψηφιοποίηση των διαδικασιών και ενσωμάτωση καινοτομιών που μεγιστοποιούν την αποδοτικότητα των πόρων και την παραγωγικότητα.

Στον αντίποδα, η ελληνική γεωργία εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να στηρίζεται σε πιο παραδοσιακά πρότυπα παραγωγής, με περιορισμένη διείσδυση της τεχνολογίας, χαμηλό επίπεδο αυτοματοποίησης και ανεπαρκή ψηφιακή υποστήριξη τόσο στην καλλιέργεια όσο και στη διαχείριση και συλλογή των προϊόντων. Η υστέρηση αυτή αποτυπώνεται και σε θεσμικό επίπεδο, όπου η εξάρτηση από επιδοτήσεις παραμένει ισχυρή, χωρίς να συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχες επενδύσεις σε εκσυγχρονισμό.

Τα συγκριτικά στοιχεία είναι ενδεικτικά της απόστασης που χωρίζει τις δύο χώρες. Το 2023, η Ολλανδία διέθετε περίπου 101.000 στρέμματα θερμοκηπιακών καλλιεργειών, έναντι περίπου 56.000 στρεμμάτων στην Ελλάδα. Ωστόσο, η ουσιαστική διαφορά δεν περιορίζεται στην έκταση, αλλά εντοπίζεται στη βαρύτητα του κλάδου στο συνολικό αγροτικό μοντέλο: στην Ολλανδία τα θερμοκήπια αντιστοιχούν στο 0,56% της αγροτικής γης, ενώ στην Ελλάδα μόλις στο 0,12%, γεγονός που αναδεικνύει τόσο το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης όσο και το σημαντικό περιθώριο περαιτέρω επέκτασης.

Η γεωγραφία της παραγωγής και οι ανισότητες

Η κατανομή των θερμοκηπίων στη χώρα αναδεικνύει έντονες περιφερειακές ανισότητες. Περίπου το ένα τρίτο των εκτάσεων συγκεντρώνεται στη Δυτική Ελλάδα, ενώ αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται στην Κρήτη. Η Κεντρική Μακεδονία ακολουθεί με 11%, ενώ Πελοπόννησος και Αττική καλύπτουν μικρότερα μερίδια. Αντίθετα, περιοχές όπως η Στερεά Ελλάδα και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη συγκεντρώνουν περιορισμένες εκτάσεις, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζουν υψηλές αποδόσεις λόγω σύγχρονων επενδύσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Δράμα, αφού εκεί η εγκατάσταση υδροπονικών θερμοκηπίων υψηλής τεχνολογίας έχει οδηγήσει σε αποδόσεις πολύ πάνω από τον εθνικό μέσο όρο. Αντίθετα, σε άλλες περιοχές οι αποδόσεις παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές, ακόμη και κάτω από έναν τόνο ανά στρέμμα, αναδεικνύοντας το εύρος των αποκλίσεων.

Η υδροπονία

Η υδροπονία παραμένει ακόμη περιορισμένη σε έκταση, αλλά η δυναμική της είναι εντυπωσιακή. Σήμερα καλύπτει περίπου 1.350 στρέμματα, δηλαδή μόλις το 2% των θερμοκηπιακών εκτάσεων, ωστόσο συνεισφέρει ήδη το 8% της παραγωγής. Η αξία παραγωγής υπολογίζεται σε 64 εκατ. ευρώ, ενώ απασχολεί περισσότερους από 1.300 εργαζόμενους. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση υδροπονικών μονάδων εντοπίζεται στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, που συγκεντρώνει το 40% των εκτάσεων και σχεδόν το ήμισυ της συνολικής αξίας παραγωγής. Ακολουθούν η Κρήτη και η Πελοπόννησος, ενώ η Στερεά Ελλάδα εμφανίζει μικρή αλλά αναπτυσσόμενη παρουσία.

Η οικονομική σημασία του κλάδου είναι ήδη σημαντική. Η συνολική αξία παραγωγής νωπών κηπευτικών ανήλθε το 2023 σε 1,64 δισ. ευρώ, ενώ η θερμοκηπιακή παραγωγή έφτασε τα 454 εκατ. ευρώ. Οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 197 εκατ. ευρώ, με θετικό εμπορικό ισοζύγιο, αν και παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με ανταγωνιστικές χώρες, όπως η Ισπανία και η Ολλανδία.

Το επενδυτικό στοίχημα των 600 εκατ. ευρώ

Η πολιτεία επιχειρεί να επιταχύνει τη μετάβαση με ένα πρόγραμμα ύψους 600 εκατ. ευρώ, το οποίο στοχεύει στην κατασκευή νέων θερμοκηπίων και στον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων. Το σχέδιο περιλαμβάνει την αξιοποίηση αδρανών δημόσιων εκτάσεων, τη στήριξη ιδιωτικών επενδύσεων και τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Οι εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι η ανάπτυξη της θερμοκηπιακής γεωργίας εκτός εδάφους θα μπορούσε να προσθέσει έως και 395 εκατ. ευρώ ετησίως στην οικονομία και να δημιουργήσει περισσότερες από 10.200 θέσεις εργασίας.

Η εικόνα που προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία συγκλίνει σε ένα σαφές συμπέρασμα. Η διαχείριση του νερού εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα της γεωργικής παραγωγής στη χώρα. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης πίεσης στους υδάτινους πόρους, η στροφή προς πιο αποδοτικά μοντέλα καλλιέργειας δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά αναγκαία προσαρμογή. Τα θερμοκήπια και ειδικότερα οι καλλιέργειες εκτός εδάφους εντάσσονται σε αυτό το νέο πλαίσιο, καθώς συνδυάζουν υψηλότερη παραγωγικότητα με σημαντικά χαμηλότερες ανάγκες άρδευσης. Η δυνατότητα ελέγχου των συνθηκών καλλιέργειας και η αξιοποίηση τεχνολογιών εξοικονόμησης πόρων περιορίζουν τις απώλειες και αυξάνουν την αποδοτικότητα της χρήσης νερού, στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό τις σημερινές συνθήκες.

Διαβάστε ακόμη