Η μείωση των απωλειών ηλεκτρικής ενέργειας και οι εισπράξεις από βεβαιωμένες ρευματοκλοπές έχουν αποφέρει σωρευτικό όφελος 400 εκατ. ευρώ στους καταναλωτές, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιο Μάνο. Την ίδια ώρα, ο Διαχειριστής έχει εγκαταστήσει περισσότερους από 2 εκατ. έξυπνους μετρητές, σε ένα πρόγραμμα που συνδέεται άμεσα με τον έλεγχο της κατανάλωσης και τον εντοπισμό απωλειών.
Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο 8ο Renewable & Storage Forum, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου. Ο κ. Μάνος ανέφερε ότι το ετήσιο κόστος των ρευματοκλοπών, το οποίο το 2023 είχε φτάσει τα 350 εκατ. ευρώ, έχει πλέον υποχωρήσει κάτω από τα 300 εκατ. ευρώ. Προηγούμενες εκτιμήσεις της αγοράς, που είχαν δημοσιευθεί το καλοκαίρι, τοποθετούσαν το ετήσιο βάρος κοντά στα 450 εκατ. ευρώ. Οι αριθμοί αποτυπώνουν διαφορετικές εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει να αποδίδονται στις πηγές τους.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του ΔΕΔΔΗΕ, οι απώλειες έχουν υποχωρήσει στα επίπεδα του 2017, ενώ η ετήσια μείωσή τους αποτιμάται σε 130 έως 150 εκατ. ευρώ. Το σωρευτικό όφελος των 400 εκατ. ευρώ συνυπολογίζει και τις εισπράξεις από βεβαιωμένες υποθέσεις, με τα ποσά να επιστρέφουν στους καταναλωτές μέσω του ρυθμιστικού μηχανισμού.
Η πρόοδος, ωστόσο, δεν έχει κλείσει το ζήτημα. Η ΡΑΑΕΥ έχει ζητήσει από τον Διαχειριστή ταχύτερη μείωση των απωλειών, εκτιμώντας ότι οι έξυπνοι μετρητές και τα ψηφιακά εργαλεία μπορούν να ενισχύσουν περισσότερο την προσπάθεια.
Μετρητές σε ρυθμό 130.000 τον μήνα
Οι εγκαταστάσεις έχουν φτάσει περίπου τις 6.000 την ημέρα ή τις 130.000 τον μήνα. Παράλληλα, τηλεμετράται ήδη το 66% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στη χώρα, ενώ ο στόχος είναι η ολοκλήρωση του προγράμματος έως το 2030.
Η ψηφιοποίηση επεκτείνεται και στο δίκτυο χαμηλής τάσης. Η χαρτογράφησή του καλύπτει περίπου τους μισούς πελάτες, ενώ στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται η εγκατάσταση 50.000 μονάδων παρακολούθησης στους υποσταθμούς. Τα συστήματα αυτά, μαζί με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, αναμένεται να διευκολύνουν τον εντοπισμό απωλειών, υπερφορτίσεων και βλαβών, καθώς και την ταχύτερη αναγνώριση των περιοχών που επηρεάζονται από διακοπές ηλεκτροδότησης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η συγκέντρωση της εποπτείας του δικτύου από 50 περιφερειακά κέντρα σε δύο κεντρικά, για τη Βόρεια και τη Νότια Ελλάδα. Η ενιαία εικόνα της λειτουργίας του συστήματος αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς αυξάνονται τόσο η παραγωγή από ΑΠΕ όσο και τα νέα ηλεκτρικά φορτία.
Περισσότερες συνδέσεις, μεγαλύτερες ανάγκες δικτύου
Οι συνδέσεις έργων ΑΠΕ από τον ΔΕΔΔΗΕ αυξήθηκαν από περίπου τρεις την ημέρα το 2019 σε 78 έως 80 ημερησίως την περίοδο 2024-2025. Σήμερα, στο δίκτυο διανομής βρίσκεται περίπου το 50% της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ της χώρας, δηλαδή περίπου 10 GW, με περισσότερους από 100.000 παραγωγούς. Στις αρχές του 2026, πάνω από το 80% των συμβάσεων σύνδεσης αφορούσε έργα έως 100 kW, στοιχείο που αναδεικνύει τη μεγάλη διασπορά των εγκαταστάσεων.
Από τη νομοθετική παρέμβαση του Μαΐου 2024, ο Διαχειριστής έχει τη δυνατότητα να περιορίζει εξ αποστάσεως την παραγωγή ΑΠΕ και μπορεί πλέον να ελέγχει περίπου 6 GW εγκατεστημένης ισχύος. Το Πάσχα του 2026, σε συνεργασία με τον ΑΔΜΗΕ, διαχειρίστηκε περίπου 4 GW παραγωγής χωρίς να προκύψουν προβλήματα στη λειτουργία του συστήματος, σύμφωνα με τον κ. Μάνο.
Οι αυξημένες απαιτήσεις του δικτύου συνοδεύονται από υψηλότερες επενδύσεις. Από το 2025, οι ετήσιες δαπάνες του ΔΕΔΔΗΕ έχουν φτάσει περίπου τα 800 εκατ. ευρώ, ενώ την περίοδο 2011-2019 είχαν περιοριστεί κοντά στα 150 εκατ. ευρώ. Ο κ. Μάνος υπολόγισε ότι η υποχώρηση των επενδύσεων δημιούργησε σωρευτικό κενό 1,7 δισ. ευρώ. Η ενίσχυση των υποδομών καλείται να καλύψει αυτό το έλλειμμα και να υποστηρίξει φορτία από την ηλεκτροκίνηση, τις αντλίες θερμότητας, τα data centers και τον εξηλεκτρισμό των λιμανιών.
Στην αποθήκευση, ο ΔΕΔΔΗΕ έχει εντοπίσει περισσότερα από 70 σημεία σύνδεσης και δηλώνει ότι μπορεί να υποστηρίξει άμεσα συστήματα συνολικής ισχύος 1 GW. Οι αιτήσεις, ωστόσο, ξεπερνούν τα 2,2 GW, γεγονός που οδηγεί σε αναζήτηση πρόσθετων και πιο ευέλικτων λύσεων με τη ΡΑΑΕΥ. Η απόσταση ανάμεσα στη διαθέσιμη δυνατότητα σύνδεσης και στο επενδυτικό ενδιαφέρον δείχνει το επόμενο μέτωπο για το δίκτυο: την εξασφάλιση περισσότερου χώρου για νέα έργα αποθήκευσης.
Διαβάστε ακόμη
