Σε πλήρη ανάπτυξη περνά το πρόγραμμα των έξυπνων μετρητών του ΔΕΔΔΗΕ, με περισσότερες από 1,7 εκατ. συσκευές να έχουν ήδη εγκατασταθεί και τον Διαχειριστή να ανεβάζει πλέον τον ρυθμό πάνω από τις 100.000 αντικαταστάσεις τον μήνα. Επόμενος στόχος είναι να ξεπεραστούν οι 130.000 εγκαταστάσεις μηνιαίως πριν από το τέλος του 2026, ώστε έως το 2030 να έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση σε έξυπνη μέτρηση για το σύνολο των καταναλωτών χαμηλής τάσης.

Την εικόνα αυτή περιέγραψε ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιος Μάνος, μιλώντας στο EU Energy Projects Podcast, επισημαίνοντας ότι το έργο δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως αντικατάσταση των παλαιών μετρητών. Στον σχεδιασμό του Διαχειριστή, οι νέες συσκευές αποτελούν τη βασική ψηφιακή υποδομή πάνω στην οποία θα στηριχθούν η τηλεμέτρηση, τα δυναμικά τιμολόγια, η διαχείριση της ζήτησης, ο ταχύτερος εντοπισμός βλαβών και, σταδιακά, νέες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης στο δίκτυο.

Ο πήχης έχει ανέβει. Ο ΔΕΔΔΗΕ εξυπηρετεί περίπου 7,7 εκατ. καταναλωτές, διαχειρίζεται περί τα 250.000 χιλιόμετρα γραμμών ηλεκτρικού δικτύου και περίπου 4,5 εκατ. στύλους, ενώ στην ευθύνη του περιλαμβάνονται και τα συστήματα διανομής σε 23 μη διασυνδεδεμένα νησιά. Σε αυτή την κλίμακα, η καθολική αντικατάσταση των συμβατικών μετρητών έως το 2030 προϋποθέτει όχι μόνο μεγάλες προμήθειες εξοπλισμού, αλλά και σταθερά υψηλό ρυθμό εγκαταστάσεων σε όλη τη χώρα.

Πάνω από 100.000 εγκαταστάσεις τον μήνα

Σύμφωνα με τον κ. Μάνο, ο ΔΕΔΔΗΕ έχει ήδη περάσει το όριο των 100.000 έξυπνων μετρητών τον μήνα, ενώ πριν από το τέλος του έτους ο μηνιαίος ρυθμός αναμένεται να ξεπεράσει τις 130.000 συσκευές. Η διοίκηση εκτιμά ότι, με τις συμβάσεις-πλαίσιο για την προμήθεια υλικών και την εξασφάλιση των απαιτούμενων συνεργείων, το πρόγραμμα βρίσκεται πλέον σε τροχιά ολοκλήρωσης εντός της προθεσμίας του 2030.

Μέχρι σήμερα έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι από 1,7 εκατ. έξυπνοι μετρητές, ενώ, όπως ανέφερε ο επικεφαλής του Διαχειριστή, λίγο πάνω από το 6% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας των πελατών καταγράφεται ήδη μέσω τηλεμέτρησης. Η διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των εγκατεστημένων μετρητών και στο ποσοστό της τηλεμετρούμενης ενέργειας αποτυπώνει παράλληλα το μέγεθος της μετάβασης που μένει να ολοκληρωθεί τα επόμενα χρόνια.

Οι νέοι μετρητές επιτρέπουν ακριβέστερη και συχνότερη καταγραφή της κατανάλωσης, περιορίζοντας την ανάγκη για εκτιμώμενους λογαριασμούς. Παράλληλα, δίνουν τη δυνατότητα ταχύτερης αλλαγής προμηθευτή, απομακρυσμένης σύνδεσης ή αποσύνδεσης, άμεσης αναγνώρισης διακοπών, παρακολούθησης της ποιότητας ισχύος και εντοπισμού ενδείξεων παραβίασης του μετρητή ή μη τεχνικών απωλειών.

Το επόμενο βήμα είναι η αξιοποίηση του μεγάλου όγκου δεδομένων που θα παράγει το νέο σύστημα. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει προηγμένα συστήματα διαχείρισης δεδομένων, συνδεσιμότητα IoT, δυνατότητα πρόσβασης των πελατών στις πληροφορίες κατανάλωσης, αλλά και ενισχυμένες προβλέψεις για κυβερνοασφάλεια και προστασία προσωπικών δεδομένων.

Από τον λογαριασμό στα δυναμικά τιμολόγια

Η σημασία των έξυπνων μετρητών δεν περιορίζεται στην ακριβέστερη έκδοση των λογαριασμών. Με την πλήρη ανάπτυξή τους ανοίγει ο δρόμος για υπηρεσίες που σήμερα παραμένουν περιορισμένες στην ελληνική αγορά, όπως τα δυναμικά τιμολόγια και η απόκριση της ζήτησης.

Ο καταναλωτής θα μπορεί σταδιακά να γνωρίζει πολύ πιο αναλυτικά πότε και πόσο ρεύμα χρησιμοποιεί, ενώ το ηλεκτρικό σύστημα θα αποκτά εικόνα της κατανάλωσης σε πολύ μικρότερα χρονικά διαστήματα. Έτσι, η ζήτηση θα μπορεί να μετακινείται σε ώρες χαμηλότερου φορτίου ή υψηλότερης παραγωγής από ΑΠΕ, στοιχείο που αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνονται οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, οι αντλίες θερμότητας και η αυτοπαραγωγή.

Παράλληλα, η τηλεμέτρηση δημιουργεί νέα εργαλεία για τον ίδιο τον Διαχειριστή. Μέσα από την ανάλυση δεδομένων, οι έξυπνοι μετρητές μπορούν να συμβάλουν στον ταχύτερο εντοπισμό ανωμαλιών και βλαβών, στην πρόβλεψη της ζήτησης, στον έλεγχο των φορτίων των μετασχηματιστών και, σε επόμενο στάδιο, στην προληπτική συντήρηση του δικτύου.

Η ζήτηση στο δίκτυο μπορεί να αυξηθεί 24% έως το 2030

Η ψηφιοποίηση προχωρά σε μια περίοδο κατά την οποία το δίκτυο διανομής καλείται να εξυπηρετήσει πολύ μεγαλύτερα και πιο σύνθετα φορτία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσίασε ο κ. Μάνος, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας σε επίπεδο διανομής μπορεί να αυξηθεί κατά περίπου 24% έως το 2030, καθώς στο σύστημα προστίθενται ηλεκτρικά οχήματα, αντλίες θερμότητας, δημόσιες υποδομές φόρτισης, νέες βιομηχανικές καταναλώσεις και data centers.

Μόνο τα κέντρα δεδομένων εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να προσθέσουν 0,9 έως 1,3 TWh νέας ζήτησης έως το 2034 στην Ελλάδα. Η αλλαγή αυτή μεταφέρει το βάρος όλο και περισσότερο στα δίκτυα μέσης και χαμηλής τάσης, τα οποία δεν έχουν πλέον να διαχειριστούν μόνο τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας προς τους καταναλωτές, αλλά αμφίδρομες ροές από χιλιάδες μικρούς παραγωγούς και αυτοπαραγωγούς.

Ακριβώς εκεί αποκτά κρίσιμη σημασία η εικόνα του δικτύου σε πραγματικό χρόνο. Τα φωτοβολταϊκά στις στέγες, οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα και τα νέα ευέλικτα φορτία μεταβάλλουν συνεχώς τις συνθήκες σε επίπεδο χαμηλής τάσης, δημιουργώντας τοπικά προβλήματα συμφόρησης ή τάσης που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με νέες γραμμές και υποσταθμούς.

Από τα 3,7–3,9 GW ΑΠΕ κοντά στα 10 GW

Το μέγεθος της πρόκλησης αποτυπώνεται και στην εκρηκτική αύξηση των ΑΠΕ που συνδέονται στο δίκτυο διανομής. Κατά τον κ. Μάνο, η εγκατεστημένη ισχύς που διαχειρίζεται ο ΔΕΔΔΗΕ αυξήθηκε από περίπου 3,7–3,9 GW το 2019 σε 9,3 GW το 2025, με την ισχύ να κινείται προς τα 10 GW, δηλαδή αύξηση άνω του 130% μέσα σε λίγα χρόνια.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο πόση νέα ισχύς μπορεί να συνδεθεί, αλλά πόση μπορεί να λειτουργεί με ασφάλεια χωρίς να επιβαρύνεται υπερβολικά το σύστημα ή να αυξάνονται οι περικοπές πράσινης παραγωγής. Για τον λόγο αυτό, οι επενδύσεις σε φυσική ενίσχυση των δικτύων συνδυάζονται με SCADA, τηλεχειρισμούς, αυτοματισμούς, πρόβλεψη παραγωγής και ζήτησης, αποθήκευση και ευέλικτες συνδέσεις.

Η κατεύθυνση αυτή αλλάζει σταδιακά και τον ίδιο τον ρόλο του ΔΕΔΔΗΕ. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του, έως το 2030 ο Διαχειριστής θα πρέπει να λειτουργεί ουσιαστικά ως τεχνολογική εταιρεία, με τα καλώδια, τους μετασχηματιστές και τους μετρητές να παραμένουν η φυσική υποδομή, αλλά τη διαχείριση δεδομένων, την τεχνητή νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια και την πρόβλεψη των φορτίων να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος.

Σε αυτό το νέο μοντέλο, ο έξυπνος μετρητής αποτελεί το πρώτο και πιο εκτεταμένο «σημείο επαφής» μεταξύ του ψηφιακού δικτύου και του καταναλωτή. Και με περισσότερες από 1,7 εκατ. συσκευές ήδη εγκατεστημένες και τον ρυθμό να ανεβαίνει προς τις 130.000 τον μήνα, το πρόγραμμα περνά πλέον από τη φάση της πιλοτικής και σταδιακής ανάπτυξης σε εκείνη της μαζικής εφαρμογής.

Διαβάστε ακόμη