Νέους κανόνες στην αλλαγή προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας, με αυστηρότερα φίλτρα για τους συστηματικούς κακοπληρωτές αλλά χωρίς να κλείνει η αγορά για τους συνεπείς καταναλωτές, εισάγει το τελικό σχέδιο της υπουργικής απόφασης, το οποίο έχει στη διάθεσή του το energygame.gr. Έπειτα από μία εξαετή θεσμική εκκρεμότητα, το κείμενο οδεύει προς υπογραφή και δημοσίευση σε ΦΕΚ, οπότε και θα τεθεί αμέσως σε ισχύ.

Η νέα αρχιτεκτονική δεν εξαντλείται στην «κόκκινη κάρτα» μετά την τρίτη σήμανση. Δημιουργεί τρία διαδοχικά αναχώματα: μπλοκάρει την αλλαγή όταν εκκρεμεί εντολή αποκοπής από τον σημερινό πάροχο, επιβάλλει αυτόματο φρένο όταν έχουν συσσωρευτεί τρεις ενεργές σημάνσεις από διαφορετικές εταιρείες και επιτρέπει σε έναν νέο προμηθευτή να αρνηθεί τη σύμβαση ακόμη και πριν φτάσει ο πελάτης σε αυτό το όριο.

Το σύστημα επιχειρεί να ξεχωρίσει την πρόσκαιρη οικονομική δυσκολία από τη συστηματική πρακτική αλλαγής εταιρείας με ανεξόφλητα χρέη.

Δύο απλήρωτοι λογαριασμοί φέρνουν σήμανση και εντολή αποκοπής

Ο πρώτος ανεξόφλητος λογαριασμός δεν θα οδηγεί αυτομάτως σε σήμανση. Η οφειλή θα μεταφέρεται διακριτά στον επόμενο λογαριασμό, μαζί με τους προβλεπόμενους τόκους υπερημερίας. Εάν περάσει χωρίς πληρωμή και η δεύτερη προθεσμία, ο προμηθευτής θα πρέπει μέσα σε πέντε ημέρες να επικοινωνήσει με τον πελάτη και να του προτείνει διακανονισμό σε δόσεις. Ο καταναλωτής θα έχει άλλες πέντε ημέρες για να απαντήσει.

Εάν δεν αποδεχθεί την πρόταση ή αθετήσει τη ρύθμιση, ο σημερινός προμηθευτής θα προχωρεί ταυτόχρονα σε δύο κινήσεις: θα καταχωρίζει στο πληροφοριακό σύστημα του αρμόδιου Διαχειριστή εντολή επισήμανσης του πελάτη ως υπερήμερου και θα υποβάλλει εντολή απενεργοποίησης του μετρητή. Ο πελάτης θα ενημερώνεται γραπτώς, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή.

Εάν μέσα σε δέκα ημέρες από την ενημέρωση για την αποκοπή δεν πληρώσει ή δεν διακανονίσει την οφειλή, η εταιρεία θα μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση και να δηλώσει παύση εκπροσώπησης της παροχής. Αντίθετα, με την εξόφληση ή τη ρύθμιση, τόσο η σήμανση όσο και η εντολή αποκοπής θα αίρονται την ίδια ημέρα.

Το σχέδιο δεν προβλέπει αυτόματη διαγραφή μιας ενεργής σήμανσης απλώς με την πάροδο του χρόνου. Η άρση της συνδέεται με την πληρωμή ή τον διακανονισμό του χρέους.

Οι ρυθμίσεις θα διαμορφώνονται βάσει της πιστωτικής πολιτικής κάθε εταιρείας, με εύλογα, διαφανή και αναλογικά κριτήρια, όπως το ύψος της οφειλής, η κατανάλωση, η κατηγορία του πελάτη και το ενδεχόμενο επιτόκιο. Δεν καθορίζεται, πάντως, ένας υποχρεωτικός ελάχιστος αριθμός δόσεων.

Παράλληλα, διατηρούνται βασικές δικλείδες προστασίας. Για τους μικρούς πελάτες η προθεσμία πληρωμής δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 20 ημέρες από την αποστολή του λογαριασμού και, στην περίπτωση έντυπου λογαριασμού, από 25 ημέρες από την παράδοσή του στο ταχυδρομείο. Εάν η καταληκτική ημερομηνία συμπίπτει με Κυριακή ή επίσημη αργία, μεταφέρεται στην επόμενη εργάσιμη. Θα πρέπει επίσης να προσφέρεται τουλάχιστον ένας δωρεάν τρόπος εξόφλησης, ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας.

Ειδική προστασία προβλέπεται για αμφισβητούμενες χρεώσεις. Εφόσον ο καταναλωτής έχει υποβάλει έντυπο αμφισβήτησης στον πάροχο και έχει προσφύγει σε αρμόδια αρχή ή δικαστήριο, δεν θα μπορεί να διαταχθεί αποκοπή ή παύση εκπροσώπησης μέχρι να κριθεί το αίτημά του για προσωρινή προστασία. Ο προμηθευτής, πάντως, θα μπορεί να μην ανανεώσει τη σύμβαση, ενημερώνοντας τον πελάτη τουλάχιστον 30 ημέρες νωρίτερα.

Για παραβίαση άλλου ουσιώδους όρου της σύμβασης, εκτός της ειδικής διαδικασίας για τα χρέη, θα πρέπει να προηγείται προειδοποίηση και να δίνεται προθεσμία τουλάχιστον 30 ημερών για συμμόρφωση.

Η τρίτη ενεργή σήμανση κλείνει την πόρτα της επόμενης μετακίνησης

Το debt flagging θα λειτουργεί ενιαία για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Σε αντίθεση με προηγούμενες προτάσεις, το τελικό κείμενο δεν προβλέπει χαμηλότερο όριο για τους μη οικιακούς καταναλωτές: η αλλαγή θα μπλοκάρεται όταν υπάρχουν ενεργές σημάνσεις από τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς προμηθευτές.

Το όριο αφορά ενεργές σημάνσεις και όχι απλώς τρεις απλήρωτους λογαριασμούς ή τρία χρέη προς την ίδια εταιρεία. Το μπλόκο θα αίρεται όταν οι οφειλές εξοφληθούν ή διακανονιστούν και οι αντίστοιχες σημάνσεις διαγραφούν.

Κατά την πρώτη εφαρμογή του μέτρου θα μπορούν να καταχωριστούν οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά. Εάν προκύψουν εξαρχής τρεις ενεργές σημάνσεις από διαφορετικούς παρόχους, το δικαίωμα αλλαγής θα περιορίζεται αυτομάτως.

Η δεύτερη περίπτωση αυτόματου μπλόκου είναι η ύπαρξη εντολής απενεργοποίησης του μετρητή από τον σημερινό προμηθευτή. Η πρόβλεψη θα καλύπτει και εντολές αποκοπής που θα εκκρεμούν ήδη προς εκτέλεση όταν τεθεί σε ισχύ η απόφαση. Έτσι, ο καταναλωτής δεν θα μπορεί να προλάβει την αποκοπή μεταφέροντας απλώς την παροχή του σε άλλη εταιρεία.

Ο παλιός πάροχος θα σημάνει το χρέος, αλλά δεν θα «κατεβάζει τον διακόπτη»

Το τελικό σχέδιο δεν υιοθετεί το αίτημα της αγοράς να μπορεί ένας προηγούμενος προμηθευτής να ζητήσει αποκοπή για πελάτη που έχει ήδη μετακινηθεί.

Εάν μείνει απλήρωτος ο τελικός λογαριασμός, η παλιά εταιρεία θα επικοινωνεί με τον πρώην πελάτη μέσα σε πέντε ημέρες και θα του προτείνει διακανονισμό. Εκείνος θα πρέπει να απαντήσει επίσης μέσα σε πέντε ημέρες. Εάν δεν αποδεχθεί ή δεν τηρήσει τη ρύθμιση, ο προηγούμενος πάροχος θα μπορεί να καταχωρίσει ενεργή σήμανση, όχι όμως να ζητήσει αποκοπή. Η είσπραξη του χρέους θα εξακολουθεί να επιδιώκεται με κάθε νόμιμο μέσο.

Την ίδια ώρα, η νέα εταιρεία δεν θα είναι υποχρεωμένη να συνάψει σύμβαση όταν ο αιτών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς οποιονδήποτε προμηθευτή, διαθέτει έστω μία ενεργή σήμανση ή έχουν εκδοθεί σε βάρος του τουλάχιστον δύο εντολές αποκοπής μέσα στους προηγούμενους δώδεκα μήνες.

Πρόκειται για δικαίωμα άρνησης του παρόχου, διαφορετικό από το αυτόματο θεσμικό μπλόκο που ενεργοποιείται στις τρεις σημάνσεις. Με άλλα λόγια, ένας καταναλωτής με μία σήμανση δεν αποκλείεται αυτομάτως από την αλλαγή, αλλά η εταιρεία στην οποία απευθύνεται μπορεί να αρνηθεί να τον δεχθεί.

Με τη συγκατάθεση του καταναλωτή, οι εταιρείες θα μπορούν να αντλούν από τον Διαχειριστή ιστορικά δεδομένα κατανάλωσης έως δύο ετών, τις σημάνσεις και το ιστορικό εντολών αποκοπής, καθώς και τεχνικά χαρακτηριστικά της παροχής. Οι σχετικές συνέπειες και η συναίνεση για τη διαβίβαση των πληροφοριών θα πρέπει να περιλαμβάνονται ευκρινώς στην αίτηση και στη σύμβαση προμήθειας.

Ο νέος πάροχος θα είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει τη δήλωση εκπροσώπησης του μετρητή μέσα σε τρεις ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης. Παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος ώστε η ΡΑΑΕΥ να δημιουργήσει ηλεκτρονική εφαρμογή αλλαγής προμηθευτή, συνδεδεμένη με το gov.gr και με αντίστοιχη εφαρμογή του Διαχειριστή.

Χρέη 2,98 δισ. ευρώ πίσω από τη νέα παρέμβαση

Το πλαίσιο επιχειρεί να κλείσει την εκκρεμότητα που δημιουργήθηκε μετά την απόφαση 1888/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε ως δυσανάλογος ο γενικός περιορισμός στην αλλαγή προμηθευτή για καταναλωτές με χρέη. Έπειτα από διαδοχικές διαβουλεύσεις, η νέα φόρμουλα επιλέγει μία κλιμακωτή παρέμβαση αντί μιας οριζόντιας απαγόρευσης.

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, όταν μία οφειλή παραμένει απλήρωτη για περισσότερο από έξι μήνες, το ποσοστό ανάκτησης υποχωρεί στο 10%-15%, ενώ το κόστος δικαστικής διεκδίκησης έχει αυξηθεί περίπου στα 1.000 ευρώ ανά υπόθεση, από 400-500 ευρώ παλαιότερα.

Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται στα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώθηκαν το 2025 σε 2,98 δισ. ευρώ, από 3,39 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση 12,2%. Από αυτές, 1,45 δισ. ευρώ αφορούν ενεργούς πελάτες και 1,53 δισ. ευρώ καταναλωτές που έχουν ήδη αποχωρήσει από την εταιρεία στην οποία δημιουργήθηκε το χρέος.

Στη Χαμηλή Τάση συγκεντρώνονται οφειλές 2,13 δισ. ευρώ, στη Μέση Τάση 632,8 εκατ. ευρώ και στην Υψηλή Τάση 214,4 εκατ. ευρώ. Περίπου 2,74 εκατ. παροχές, σχεδόν τέσσερις στις δέκα, εμφανίζουν ανεξόφλητες υποχρεώσεις.

Η ΡΑΑΕΥ αποτιμά την επιβάρυνση από τα χρέη των ενεργών πελατών σε 28,90 ευρώ ανά μεγαβατώρα και από τις οφειλές των παλαιών πελατών σε άλλα 30,41 ευρώ. Συνολικά, το ποσό φτάνει τα 59,31 ευρώ ανά μεγαβατώρα ή τα 5,93 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Δεν πρόκειται για χωριστή χρέωση που εμφανίζεται στον λογαριασμό, αλλά για εκτίμηση του πιστωτικού κόστους που επηρεάζει τις τιμές και τις εμπορικές πολιτικές των εταιρειών.

Το στοίχημα είναι διπλό: να παραμείνει η αλλαγή προμηθευτή πραγματικό εργαλείο ανταγωνισμού για όποιον αναζητεί καλύτερη τιμή και, ταυτόχρονα, να πάψει να λειτουργεί ως έξοδος διαφυγής για όσους μεταφέρουν τα χρέη τους από εταιρεία σε εταιρεία. Με την απόφαση επιχειρείται να μπουν τίτλοι τέλους σε μία πολύχρονη θεσμική εκκρεμότητα και να αποκτήσουν οι προμηθευτές ένα λειτουργικότερο πλαίσιο περιορισμού των επισφαλειών, χωρίς να επιβληθεί μία νέα καθολική απαγόρευση στην κινητικότητα της αγοράς.

Διαβάστε ακόμη