Τις μεγάλες αναδρομικές χρεώσεις που εμφανίζονται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ακόμη και δύο ή τρία χρόνια μετά την περίοδο κατανάλωσης επιχειρεί να περιορίσει ο ΔΕΔΔΗΕ, προετοιμάζοντας αλλαγές στη μεθοδολογία υπολογισμού των απωλειών του Δικτύου. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Διαχειριστής σχεδιάζει να υποβάλει μέσα στο καλοκαίρι σχετική εισήγηση στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, με στόχο οι πρώτες εκκαθαρίσεις να προσεγγίζουν περισσότερο την εικόνα που αποτυπώνεται τελικά από τις πραγματικές μετρήσεις.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος των συντελεστών απωλειών. Εντοπίζεται κυρίως στη μεγάλη απόσταση που μπορεί να χωρίζει τις αρχικές εκτιμήσεις από το αποτέλεσμα της οριστικής εκκαθάρισης. Όταν, αρκετά χρόνια αργότερα, οι εκτιμήσεις αντικαθίστανται από τα πραγματικά δεδομένα κατανάλωσης, οι απώλειες του Δικτύου ενδέχεται να αποδειχθούν υψηλότερες από εκείνες που είχαν αρχικά υπολογιστεί. Η διαφορά καταλογίζεται τότε αναδρομικά στους προμηθευτές, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν ένα κόστος που δεν ήταν γνωστό όταν διαμόρφωναν τα τιμολόγιά τους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώτου εξαμήνου του 2022, όταν η οριστική εκκαθάριση ανέδειξε σημαντική απόκλιση ανάμεσα στις εγκεκριμένες και στις πραγματικές απώλειες. Το πρόσθετο κόστος που μεταφέρθηκε στην αγορά ανήλθε σε 164 εκατ. ευρώ, αποκαλύπτοντας το μέγεθος του οικονομικού κινδύνου που δημιουργεί η χρονική υστέρηση των εκκαθαρίσεων.

Πώς δημιουργείται η αναδρομική επιβάρυνση

Η εκκαθάριση της αγοράς εξελίσσεται σε διαδοχικά στάδια, από την αρχική και την ενδιάμεση έως την οριστική εκκαθάριση. Στα πρώτα στάδια δεν είναι ακόμη διαθέσιμο το σύνολο των πραγματικών μετρήσεων. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την κατανάλωση, τα μερίδια εκπροσώπησης των προμηθευτών και το επίπεδο των απωλειών.

Η εικόνα οριστικοποιείται όταν συγκεντρωθούν και πιστοποιηθούν οι πραγματικές ενδείξεις των μετρητών. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ολοκληρωθεί δύο ή ακόμη και τρία χρόνια αργότερα. Εάν τότε διαπιστωθεί ότι οι πραγματικές απώλειες ήταν υψηλότερες από εκείνες που είχαν προϋπολογιστεί, προκύπτει πρόσθετη ποσότητα ενέργειας που πρέπει να κατανεμηθεί στους προμηθευτές.

Η ποσότητα αυτή αποτελεί την Ενέργεια Κανονικοποίησης. Ο όρος δεν είναι συνώνυμος της οριστικής εκκαθάρισης, αλλά περιγράφει τη διαφορά ανάμεσα στις απώλειες που είχαν υπολογιστεί μέσω των εγκεκριμένων συντελεστών και σε εκείνες που τελικά προκύπτουν από τα πραγματικά στοιχεία.

Η χρονική απόσταση δημιουργεί διπλή δυσκολία για τους προμηθευτές. Από τη μία πλευρά, επιβαρύνονται αναδρομικά με ποσά τα οποία δεν μπορούσαν να γνωρίζουν όταν τιμολογούσαν τους πελάτες τους. Από την άλλη, καλούνται να αποτυπώσουν λογιστικά ένα κόστος που αφορά χρήσεις προηγούμενων ετών, χωρίς να είναι εύκολο να το ενσωματώσουν εκ των υστέρων στα εμπορικά τους προϊόντα.

Τι μετρά ο συντελεστής απωλειών

Ο συντελεστής απωλειών χρησιμοποιείται για να αποτυπωθεί η διαφορά ανάμεσα στην ενέργεια που εισέρχεται στο Δίκτυο και στην ποσότητα που καταγράφεται τελικά στους μετρητές των καταναλωτών. Για να παραδοθεί μία συγκεκριμένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας σε έναν πελάτη, πρέπει να εγχυθεί στο Δίκτυο μεγαλύτερη ποσότητα, καθώς ένα μέρος της ενέργειας χάνεται μέχρι να φτάσει στο σημείο κατανάλωσης.

Με τον ισχύοντα πολλαπλασιαστικό συντελεστή για τη Χαμηλή Τάση, κατανάλωση 100 κιλοβατωρών ανάγεται, για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, σε 116,19 κιλοβατώρες στο όριο μεταξύ Συστήματος και Δικτύου. Η διαφορά δεν εμφανίζεται ως αυτοτελής χρέωση στον λογαριασμό του καταναλωτή, αποτελεί όμως στοιχείο του κόστους προμήθειας που λαμβάνουν υπόψη οι εταιρείες κατά τη διαμόρφωση των τιμολογίων τους.

Η ακρίβεια του συντελεστή έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία. Εάν ο συντελεστής βρίσκεται χαμηλότερα από το πραγματικό επίπεδο των απωλειών, οι αρχικές καταβολές των προμηθευτών δεν επαρκούν και η διαφορά εμφανίζεται αργότερα στην οριστική εκκαθάριση. Εάν, αντίθετα, οι πρώτοι υπολογισμοί βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματική εικόνα, περιορίζεται ο κίνδυνος μεγάλων αναδρομικών χρεώσεων.

Πιο πρόσφατα δεδομένα στις πρώτες εκκαθαρίσεις

Ο βασικός άξονας των αλλαγών που εξετάζει ο ΔΕΔΔΗΕ είναι η μεγαλύτερη ευθυγράμμιση της μεθοδολογίας που εφαρμόζεται στα πρώτα στάδια με εκείνη της οριστικής εκκαθάρισης. Στόχος είναι να αξιοποιούνται νωρίτερα όσο το δυνατόν περισσότερα πραγματικά και επικαιροποιημένα στοιχεία, αντί οι υπολογισμοί να στηρίζονται κατά κύριο λόγο σε ιστορικές εκτιμήσεις.

Μία από τις παρεμβάσεις αφορά τη χρήση πιο πρόσφατων δεδομένων για τα μερίδια των προμηθευτών. Αντί να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά εκτιμήσεις που βασίζονται σε παλαιότερες περιόδους, εξετάζεται η αξιοποίηση της τρέχουσας εικόνας των χαρτοφυλακίων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται από τα πραγματικά στοιχεία των μετρητών που εκπροσωπεί κάθε εταιρεία.

Η δεύτερη αλλαγή αφορά την πιθανή διαφοροποίηση του συντελεστή μέσα στο ίδιο έτος. Αντί ενός ενιαίου μεγέθους, εξετάζεται ο υπολογισμός χωριστών συντελεστών για το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο, ώστε να αποτυπώνονται καλύτερα οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του έτους. Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν προεξοφλεί ότι οι απώλειες κινούνται πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση από το ένα εξάμηνο στο άλλο, αλλά επιχειρεί να αποφύγει την εφαρμογή μιας ενιαίας ετήσιας παραδοχής σε περιόδους με διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Τριμηνιαία εικόνα αντί για ενημέρωση έπειτα από χρόνια

Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ εξετάζει την καθιέρωση συστηματικότερης ενημέρωσης των προμηθευτών για την πορεία των απωλειών. Η ενημέρωση αναμένεται να γίνεται ανά τρίμηνο, επιτρέποντας στις εταιρείες να γνωρίζουν εγκαίρως εάν η πραγματική εξέλιξη αποκλίνει από τις αρχικές παραδοχές.

Η αλλαγή αυτή δεν υποκαθιστά την οριστική εκκαθάριση, μπορεί όμως να λειτουργήσει ως μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης. Οι προμηθευτές θα έχουν τη δυνατότητα να επικαιροποιούν τις προβλέψεις τους και να προσαρμόζουν σταδιακά την εμπορική τους πολιτική, αντί να ενημερώνονται έπειτα από μία τριετία για μια συσσωρευμένη επιβάρυνση.

Η ξεχωριστή απόφαση για τη μείωση των συντελεστών

Η αλλαγή της μεθοδολογίας αποτελεί διαφορετική διαδικασία από την αναπροσαρμογή των αριθμητικών τιμών των συντελεστών. Ο ΔΕΔΔΗΕ έχει ήδη εισηγηθεί στη ΡΑΑΕΥ τη μείωσή τους, επικαλούμενος την πρόσφατη υποχώρηση των απωλειών του Δικτύου. Η Ρυθμιστική Αρχή εμφανίζεται να συμφωνεί με την κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης, προσανατολιζόμενη ωστόσο σε μικρότερη μείωση από εκείνη που πρότεινε ο Διαχειριστής.

Οι νέοι συντελεστές αναμένεται να ισχύσουν για δωδεκάμηνη περίοδο μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης. Σε επόμενο στάδιο θα ακολουθήσει η ευρύτερη αναμόρφωση της μεθοδολογίας των εκκαθαρίσεων.

Οι ιδιώτες προμηθευτές αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τη μείωση. Υποστηρίζουν ότι η αποκλιμάκωση των απωλειών είναι ακόμη πρόσφατη, καθώς άρχισε να καταγράφεται ουσιαστικά το 2024, και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι θα συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό.

Κατά την άποψή τους, εάν οι νέοι συντελεστές μειωθούν περισσότερο από όσο δικαιολογούν οι πραγματικές απώλειες, οι τρέχουσες καταβολές θα υπολείπονται εκ νέου του τελικού κόστους. Η αγορά θα βρεθεί έτσι αντιμέτωπη με μία νέα μεγάλη διαφορά κατά την οριστική εκκαθάριση, αναπαράγοντας το πρόβλημα που επιχειρεί να επιλύσει η αλλαγή της μεθοδολογίας.

Το κρίσιμο τεστ, επομένως, δεν θα είναι μόνο εάν οι συντελεστές θα κινηθούν προς τα κάτω. Θα είναι εάν το νέο σύστημα καταφέρει να περιορίσει ουσιαστικά την απόσταση ανάμεσα στις πρώτες και στις οριστικές εκκαθαρίσεις, προσφέροντας στην αγορά μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και αποτρέποντας την επανεμφάνιση αναδρομικών χρεώσεων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.

Διαβάστε ακόμη