Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης δεν κρίνεται πλέον μόνο από τα αποθέματα φυσικού αερίου ή από την επάρκεια ηλεκτρικής ισχύος. Κρίνεται από την ικανότητα των κρατών να αντέχουν ταυτόχρονα γεωπολιτικές κρίσεις, κυβερνοεπιθέσεις, ακραία φαινόμενα λειψυδρίας, μεταβλητότητα στις διεθνείς τιμές και τις εσωτερικές αντιφάσεις της ίδιας της ενεργειακής μετάβασης. Αυτό ήταν το βασικό νήμα που διέτρεξε τη συζήτηση του Προέδρου της ΡΑΑΕΥ, καθηγητή Κωνσταντίνου Τσιμάρα, στο νέο επεισόδιο του podcast «Στην Πρίζα» του ΑΔΜΗΕ.
Πίσω από τις τοποθετήσεις του επικεφαλής της Ρυθμιστικής Αρχής διαμορφώνεται ουσιαστικά η εικόνα μιας νέας εποχής για την ενέργεια, όπου τα σύνορα ανάμεσα στην οικονομία, την ασφάλεια, την τεχνολογία και τη γεωπολιτική γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τα δίκτυα, οι επενδύσεις αποθήκευσης, οι ΑΠΕ και ο ευρωπαϊκός συντονισμός αποκτούν πλέον χαρακτήρα στρατηγικής άμυνας και όχι απλώς ενεργειακής πολιτικής.
Ο ίδιος ο κ. Τσιμάρας περιέγραψε χαρακτηριστικά το διεθνές περιβάλλον ως «έναν κόσμο μάλλον αχαρτογράφητο», σημειώνοντας ότι οι παραδοσιακές σταθερές των διεθνών σχέσεων φαίνεται να υποχωρούν, γεγονός που καθιστά πολύ δυσκολότερη την πρόβλεψη των επόμενων κρίσεων.
Η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή και ο φόβος για τις τιμές φυσικού αερίου
Σημαντικό μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Ο Πρόεδρος της ΡΑΑΕΥ εμφανίστηκε συγκρατημένα καθησυχαστικός ως προς την επάρκεια της Ελλάδας, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα διαθέτει διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας καυσίμων και μικρότερη εξάρτηση από μία μόνο γεωγραφική περιοχή. «Υπάρχει μία ποικιλία αγορών όσον αφορά το πετρέλαιο και το αέριο. Αυτό μας βοηθά στο να μην εξαρτώμαστε αποκλειστικά από την περιοχή εκείνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος επισήμανε ότι η ύπαρξη εγχώριων διυλιστηρίων λειτουργεί επίσης ως σημαντικός παράγοντας σταθερότητας, καθώς η χώρα δεν εξαρτάται πλήρως από εισαγωγές τελικών καυσίμων. Παρ’ όλα αυτά, αναγνώρισε ότι η αβεβαιότητα για το δεύτερο εξάμηνο του 2026 παραμένει ισχυρή, καθώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη διάρκεια ή την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.
«Η ύπαρξη μιας κρίσης και ιδιαίτερα στις περιοχές οι οποίες παράγουν και εξάγουν πετρέλαιο και αέριο χρειάζεται προσοχή στην αντιμετώπισή της», σημείωσε, εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα υπάρξει αποκλιμάκωση.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι οι μεγάλες ενεργειακές κρίσεις δεν αποτελούν νέο φαινόμενο. Αναφερόμενος στην πετρελαϊκή κρίση του 1973, τόνισε ότι η ενέργεια ήταν ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις διεθνείς συγκρούσεις και τις γεωπολιτικές ισορροπίες. «Σε ένα βράδυ το βαρέλι πετρελαίου από τα 2 δολάρια πήγε στα 40», ανέφερε χαρακτηριστικά, συνδέοντας το παρελθόν με τη σημερινή συγκυρία.
Κυβερνοεπιθέσεις και ενεργειακές υποδομές στο στόχαστρο
Από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της συνέντευξης ήταν η αναφορά στις νέες ασύμμετρες απειλές απέναντι στις ενεργειακές υποδομές. Ο κ. Τσιμάρας υπογράμμισε ότι οι κυβερνοεπιθέσεις και οι επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελούν πλέον έναν από τους βασικότερους κινδύνους για την ευστάθεια των συστημάτων. «Οι ασύμμετρες απειλές παίζουν έναν πολύ σημαντικό και μη προβλέψιμο ρόλο διότι κανείς δεν ξέρει πώς, πού και πότε θα εκδηλωθούν», τόνισε.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε τόσο στις επιθέσεις κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων στην Ουκρανία όσο και στα περιστατικά στη Μέση Ανατολή, όπου στόχοι αποτελούν συχνά μονάδες παραγωγής ενέργειας, υποδομές αφαλάτωσης ή κρίσιμα δίκτυα μεταφοράς.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε και στον ψηφιακό μετασχηματισμό των δικτύων, σημειώνοντας ότι όσο πιο «έξυπνα» και ψηφιακά γίνονται τα συστήματα, τόσο αυξάνεται και η ανάγκη προστασίας τους από κυβερνοαπειλές.
Για τον λόγο αυτό, έθεσε ως βασικές προτεραιότητες τις επενδύσεις στην κυβερνοασφάλεια, στην ανάπτυξη διασυνδέσεων, στην αποθήκευση ενέργειας και στη συνολική θωράκιση των ενεργειακών υποδομών.
Οι διασυνδέσεις αλλάζουν τον ενεργειακό χάρτη της Ελλάδας
Κεντρικό ρόλο στη συζήτηση είχαν οι ηλεκτρικές και αεριακές διασυνδέσεις, τις οποίες ο Πρόεδρος της ΡΑΑΕΥ χαρακτήρισε κρίσιμο πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας. Όπως σημείωσε, οι διασυνδέσεις δεν αφορούν μόνο τη δυνατότητα μεταφοράς ενέργειας μεταξύ χωρών αλλά και τη συνολική γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στην περιοχή. «Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις είναι αυτές οι οποίες θα συμβάλλουν σε ένα ασφαλές σύστημα και στη δυνατότητα να υπάρχει επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας», ανέφερε.
Στο πλαίσιο αυτό έκανε αναφορά στη διασύνδεση με τη Βουλγαρία, στα σχέδια για δεύτερη διασύνδεση με την Ιταλία, αλλά και στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την Τουρκία. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε επίσης στον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου.
«Ο Κάθετος Διάδρομος αλλάζει σε πολύ σημαντικό βαθμό τον χάρτη δικτύων ροής φυσικού αερίου στην περιοχή μας», υπογράμμισε. Κατά τον ίδιο, οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και επηρεάζουν συνολικά τις ισορροπίες στην περιοχή.
Θα μειώσουν τελικά οι ΑΠΕ τις τιμές ρεύματος;
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που τέθηκαν στη συζήτηση ήταν κατά πόσο η ανάπτυξη των ΑΠΕ, των διασυνδέσεων και της αποθήκευσης θα οδηγήσει πράγματι σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ο Πρόεδρος της ΡΑΑΕΥ αναγνώρισε ότι το ευρωπαϊκό target model και το χρηματιστήριο ενέργειας εξακολουθούν να εμφανίζουν αδυναμίες και στρεβλώσεις, τονίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για ένα σχετικά νέο σύστημα που βρίσκεται ακόμη σε φάση προσαρμογής. «Η συνεχής παρατήρηση και βελτίωση του μοντέλου μπορεί να οδηγήσει στη βελτιστοποίηση της απόδοσής του», ανέφερε.
Την ίδια στιγμή, εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι η μεγαλύτερη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα θα συμβάλει σε βάθος χρόνου στη μείωση των τιμών, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη δεν έχει πλέον άλλη επιλογή από το να μειώσει σταδιακά την εξάρτησή της από το φυσικό αέριο.
Η Ευρώπη των «τριών ζωνών» και η ανάγκη κεντρικού συντονισμού
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτησή του για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας και τις μεγάλες αποκλίσεις τιμών ανάμεσα στον ευρωπαϊκό Βορρά και τον Νότο. Ο κ. Τσιμάρας περιέγραψε έναν ενεργειακό χάρτη με «πράσινο στον Βορρά, πορτοκαλί στη μέση και κόκκινο στον Νότο», σημειώνοντας ότι η εικόνα αυτή αποτυπώνει τις σοβαρές ανισορροπίες που εξακολουθούν να υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό, εμφανίστηκε θετικός στην ιδέα ενός ισχυρότερου ευρωπαϊκού ενεργειακού συντονισμού, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή κατακερματισμένη εικόνα της αγοράς ενέργειας δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. «Θα ήταν ίσως καλό να προχωρήσουμε σε έναν πιο κεντρικό συντονισμό όσον αφορά την αγορά της ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο», τόνισε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι οι διαφορετικές ταχύτητες των κρατών-μελών, οι διαφορετικές ενεργειακές ανάγκες και οι αποκλίνουσες στρατηγικές καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη τη διαμόρφωση ενιαίας πολιτικής.
Το μεγάλο στοίχημα των ΑΠΕ και τα όρια των δικτύων
Ο κ. Τσιμάρας στάθηκε ιδιαίτερα και στη δεύτερη φάση ανάπτυξης των ΑΠΕ στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι η περαιτέρω διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών περνά πλέον υποχρεωτικά μέσα από την ανάπτυξη των δικτύων και των υποδομών αποθήκευσης.
Όπως εξήγησε, η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικά πλεονεκτήματα λόγω ηλιοφάνειας και αιολικού δυναμικού, όμως η αξιοποίηση αυτών των πόρων απαιτεί τεράστιες επενδύσεις. «Η ανάπτυξη του δικτύου σημαίνει μεγάλα ποσά σε επενδύσεις, έργα τα οποία δεν ολοκληρώνονται από τη μια μέρα στην άλλη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η λειψυδρία περνά πλέον στο επίκεντρο της ρυθμιστικής πολιτικής
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε μόνο στην ενέργεια. Ο Πρόεδρος της ΡΑΑΕΥ αναφέρθηκε εκτενώς και στον νέο ρόλο της Αρχής στον τομέα των υδάτων, μετά την επέκταση των αρμοδιοτήτων της το 2023. Όπως εξήγησε, η ΡΑΑΕΥ έχει πλέον αρμοδιότητα εποπτείας των παρόχων ύδρευσης και αποχέτευσης, ενώ συμμετέχει και στη διαδικασία κήρυξης περιοχών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας.
Σημείωσε μάλιστα ότι το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τη νησιωτική Ελλάδα αλλά πλέον και περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής και της σταδιακής εξάντλησης των φυσικών πόρων. «Είναι ένα φαινόμενο το οποίο πλήττει όχι μόνο τη χώρα μας αλλά και ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε πολλές νησιωτικές περιοχές, όπως είπε, η αντιμετώπιση του προβλήματος γίνεται μέσω κινητών μονάδων αφαλάτωσης που εγκαθίστανται κατά τη θερινή περίοδο ώστε να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες λόγω τουρισμού.
Διαβάστε ακόμη
