Εκατομμύρια Αμερικανοί πληρώνουν ήδη για έργα ηλεκτρικής ενέργειας που δεν έχουν ακόμη κατασκευαστεί, καθώς πολλές πολιτείες των ΗΠΑ εφαρμόζουν πολιτικές που επιτρέπουν στις εταιρείες κοινής ωφέλειας να μετακυλίουν το κόστος νέων υποδομών στους καταναλωτές πολύ πριν αυτές τεθούν σε λειτουργία. Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, οι πολιτικές αυτές, γνωστές ως Construction Work In Progress (CWIP), έχουν εξαπλωθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της αυξανόμενης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers που υποστηρίζουν την τεχνητή νοημοσύνη.

Παραδοσιακά, οι ηλεκτρικές εταιρείες χρηματοδοτούσαν μεγάλα έργα — όπως σταθμούς παραγωγής και γραμμές μεταφοράς — μέσω δανείων από τράπεζες και επενδυτές, ενώ είχαν δικαίωμα να χρεώνουν τους καταναλωτές μόνο αφού ολοκληρώνονταν τα έργα. Με το CWIP, όμως, οι καταναλωτές αρχίζουν να πληρώνουν από τη φάση της κατασκευής. Οι χρεώσεις αυτές μπορεί να φαίνονται μικρές σε μηνιαία βάση, όμως αθροίζονται σε δισεκατομμύρια δολάρια όταν επιβάλλονται σε εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Σήμερα, τουλάχιστον 40 πολιτείες διαθέτουν κάποια μορφή πολιτικής CWIP, αριθμός διπλάσιος σε σχέση με πριν από μία δεκαετία. Πολλές από αυτές τις ρυθμίσεις υιοθετήθηκαν πρόσφατα, καθώς οι πιέσεις στο ηλεκτρικό δίκτυο αυξάνονται μετά από χρόνια υποεπενδύσεων. Οι διαχειριστές του δικτύου προβλέπουν ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξάνεται πάνω από 2% ετησίως μέχρι το 2045, κυρίως λόγω της εξάπλωσης της τεχνητής νοημοσύνης και των ενεργοβόρων data centers.

Οι υποστηρικτές του CWIP, μεταξύ αυτών κυβερνήτες πολιτειών και εταιρείες κοινής ωφέλειας, υποστηρίζουν ότι το σύστημα επιτρέπει ταχύτερες επενδύσεις σε απαραίτητες υποδομές και μειώνει το συνολικό κόστος χρηματοδότησης. Ισχυρίζονται επίσης ότι, χωρίς αυτές τις χρεώσεις, οι καταναλωτές θα αντιμετώπιζαν ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις στους λογαριασμούς όταν τα έργα ολοκληρώνονταν.

Άγνοια από τους καταναλωτές

Ωστόσο, οργανώσεις καταναλωτών και επιχειρηματικές ενώσεις ασκούν έντονη κριτική. Υποστηρίζουν ότι το CWIP μεταφέρει τον οικονομικό κίνδυνο από τις εταιρείες στους πολίτες, οι οποίοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν έργα που ενδέχεται να καθυστερήσουν, να ξεπεράσουν τον προϋπολογισμό ή ακόμη και να μην ολοκληρωθούν ποτέ. Ο Paul Cicio, πρόεδρος της Industrial Energy Consumers of America, δήλωσε ότι «ο μέσος καταναλωτής δεν γνωρίζει καν ότι αυτό συμβαίνει».

Τα παραδείγματα που αναφέρει το Reuters ενισχύουν αυτές τις ανησυχίες. Στη Νεβάδα, η NV Energy χρεώνει ήδη περίπου 4 δολάρια τον μήνα ανά πελάτη για γραμμές μεταφοράς που θα λειτουργήσουν το 2028. Σύμφωνα με ανάλυση συμβούλου του Γραφείου Προστασίας Καταναλωτών της πολιτείας, οι οικονομικές αποδόσεις για τους καταναλωτές θα είναι τόσο μικρές ώστε κάποιος θα έπρεπε να παραμείνει πελάτης για πάνω από 50 χρόνια για να δει πραγματικό όφελος.

Στη Βιρτζίνια, όπου βρίσκεται η μεγαλύτερη συγκέντρωση data centers στον κόσμο, οι καταναλωτές έχουν ήδη πληρώσει περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια για ένα υπεράκτιο αιολικό πάρκο της Dominion Energy που ακόμη κατασκευάζεται. Οι χρεώσεις φτάνουν έως και τα 11 δολάρια τον μήνα σε έναν μέσο λογαριασμό.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες Vogtle στη Τζόρτζια. Το έργο καθυστέρησε επτά χρόνια και κόστισε περίπου 35 δισεκατομμύρια δολάρια — περισσότερο από το διπλάσιο της αρχικής εκτίμησης. Στο μεταξύ, τα νοικοκυριά της πολιτείας πλήρωσαν περίπου 1.000 δολάρια το καθένα σε χρεώσεις CWIP από το 2009. Η υπόθεση προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις και συνέβαλε στην ήττα δύο Ρεπουμπλικάνων επιτρόπων δημόσιων υπηρεσιών στις τελευταίες εκλογές.

Οι επικριτές θεωρούν ότι η περίπτωση της Τζόρτζια αποτελεί προειδοποιητικό παράδειγμα για ολόκληρη τη χώρα. Υποστηρίζουν ότι οι εταιρείες ενέργειας απολαμβάνουν εγγυημένες αποδόσεις από τις επενδύσεις τους, ενώ οι καταναλωτές επωμίζονται το ρίσκο και τις αυξήσεις στους λογαριασμούς. Από την άλλη πλευρά, οι εταιρείες και οι πολιτείες επιμένουν ότι χωρίς τέτοιου είδους χρηματοδότηση, το αμερικανικό ηλεκτρικό δίκτυο δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες.

Διαβάστε ακόμη