Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται στα χαρακτηριστικά των τιμολογίων ρεύματος τους τελευταίους μήνες, καθώς οι προμηθευτές ενέργειας εντείνουν τις προσπάθειές τους να προσελκύσουν νέους πελάτες. Στο πλαίσιο αυτό, προχωρούν στη διάθεση νέων προϊόντων, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούν ελκυστικές προσφορές και ανταγωνιστικές τιμολογιακές πολιτικές.

Το 2025, τη μεγαλύτερη αύξηση σε όρους μετακινήσεων πελατών κατέγραψαν τα σταθερά τιμολόγια, γεγονός που αναδεικνύει μια σαφή μετατόπιση των προτιμήσεων των καταναλωτών. Ειδικότερα, το μερίδιο των λεγόμενων μπλε τιμολογίων αυξήθηκε σημαντικά, από το 14,72% τον Ιανουάριο του 2025 στο 27,83% τον περασμένο Δεκέμβριο, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή άνοδο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες κατηγορίες τιμολογίων.

Αντίθετα, τα πράσινα τιμολόγια, παρότι εξακολουθούν να αποτελούν την πλειοψηφία στην αγορά, σημείωσαν αξιοσημείωτη υποχώρηση. Συγκεκριμένα, το μερίδιό τους μειώθηκε από το 70,26% τον Ιανουάριο στο 57,98% τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Από την άλλη πλευρά, τα κίτρινα τιμολόγια διατηρούν χαμηλότερα επίπεδα προτίμησης σε σχέση με τις άλλες δύο κατηγορίες, αντιπροσωπεύοντας το 14,19% του συνόλου.

Με βάση τα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, προκύπτει ότι οι καταναλωτές στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς τα σταθερά τιμολόγια σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, δηλαδή το 2024. Η επιλογή αυτή φαίνεται να συνδέεται άμεσα με την επιθυμία τους να προστατευτούν από τις έντονες διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής της ενέργειας και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο κόστος.

Η περσινή χρονιά παρουσίασε, ωστόσο, και ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο. Σύμφωνα με τα ίδια δεδομένα, η ζήτηση ενέργειας διατηρήθηκε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, περίπου στις 4.000 GWh. Μάλιστα, κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο —περίοδο κατά την οποία παραδοσιακά καταγράφεται αύξηση της κατανάλωσης λόγω της πτώσης της θερμοκρασίας— η ζήτηση κινήθηκε ακόμη χαμηλότερα, περίπου στις 3.700 GWh.

Σε ό,τι αφορά τα μερίδια αγοράς, τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ δείχνουν ότι η ΔΕΗ εξακολουθεί να κατέχει δεσπόζουσα θέση. Συγκεκριμένα, εκπροσωπεί 5.513.894 μετρητές (ΧΤ, ΜΤ & ΥΤ), οι οποίοι αντιστοιχούν στο 71,84% του συνόλου της αγοράς (ΔΣ & ΜΔΝ), συμπεριλαμβανομένων και των μετρητών που εντάσσονται στο καθεστώς προμηθευτή καθολικής υπηρεσίας.

Τα διαφορετικά τιμολόγια, τα οποία εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά πριν από δύο χρόνια, συνέβαλαν σε έναν βαθμό στην ενίσχυση της κινητικότητας των καταναλωτών μεταξύ των προμηθευτών. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο αυτή η τάση θα συνεχιστεί με την ίδια ένταση στο μέλλον.

Η αβεβαιότητα που προκάλεσαν οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή φαίνεται να ενισχύει περαιτέρω την προτίμηση προς τα σταθερά τιμολόγια, καθώς ενδυναμώνει το αφήγημα της ασφάλειας που προσφέρει μια σταθερή τιμή. Τα τιμολόγια αυτά δίνουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να «κλειδώσουν» το κόστος της ενέργειας για μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο μπορεί να φτάσει ακόμη και τους 24 μήνες.

Σημαντικό ρόλο στην αύξηση της ζήτησης για τα σταθερά πακέτα έπαιξαν και οι ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές που προσφέρθηκαν το προηγούμενο διάστημα. Ωστόσο, η εικόνα αυτή έχει μεταβληθεί, ως προς τις τιμές καθώς τα σταθερά πακέτα εμφανίζονται πλέον αυξημένα, ακόμη και κατά 45% σε σχέση με το παρελθόν, περιορίζοντας εν μέρει το πλεονέκτημα κόστους που είχαν.

Παράλληλα, η αγορά παρουσιάζει μεγαλύτερη διαφοροποίηση, με την εμφάνιση προγραμμάτων όπου η σταθερή τιμολόγηση προσαρμόζεται ανά ζώνη κατανάλωσης. Με αυτόν τον τρόπο, νοικοκυριά με χαμηλότερη κατανάλωση μπορούν να επωφεληθούν από πιο ανταγωνιστικές χρεώσεις. Στην παρούσα φάση, τα σταθερά τιμολόγια κυμαίνονται περίπου μεταξύ 13 και 16 λεπτών, προσφέροντας μια σχετικά σαφή εικόνα κόστους για τους καταναλωτές.

Επιπλέον, αρκετοί πάροχοι ενσωματώνουν στα προγράμματά τους τη δυνατότητα διζωνικού τιμολογίου, δίνοντας κίνητρα για μετατόπιση της κατανάλωσης σε ώρες χαμηλότερης χρέωσης, ενώ ταυτόχρονα τα περισσότερα προγράμματα συνοδεύονται από εκπτώσεις συνέπειας.

Συνολικά, ο καταναλωτής βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια ευρεία γκάμα επιλογών, γεγονός που του επιτρέπει να επιλέξει το τιμολόγιο που ανταποκρίνεται καλύτερα στο ενεργειακό του προφίλ και στις ανάγκες του.

Όσον αφορά τα τιμολόγια που παραμένουν ιδιαίτερα δημοφιλή, δηλαδή τα πράσινα, η τιμή τους ανακοινώνεται κάθε πρώτη του μήνα και διαμορφώνεται κατά μέσο όρο περίπου στα 17 ευρώ. Με βάση τα τρέχοντα δεδομένα, εκτιμάται ότι θα διατηρηθούν σε παρόμοια επίπεδα και τον επόμενο μήνα.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα, όπως έχει αναφερθεί και στο Energygame, καταφέρνει να διατηρεί τον εξαγωγικό της χαρακτήρα στον τομέα της ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει υψηλά ποσοστά παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Το στοιχείο αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι τιμές συγκρατήθηκαν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, παρά τις διεθνείς πιέσεις.

Διαβάστε ακόμη