Οι πρόσφατες συζητήσεις στις Βρυξέλλες για την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κλιματική ουδετερότητα ανέδειξαν ένα έντονο δίλημμα: μπορεί η Ευρώπη να διατηρήσει υψηλές κλιματικές φιλοδοξίες χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα τις κοινωνίες και τις οικονομίες της; Πολλοί σχολιαστές έσπευσαν να μιλήσουν για «χαλάρωση» ή «υποχώρηση» της πράσινης ατζέντας. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μετατόπιση στρατηγικής που αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές: τον ενεργειακό ρεαλισμό.

Η έννοια αυτή, που προβάλλεται έντονα από την ελληνική πλευρά, δεν συνιστά εγκατάλειψη των κλιματικών στόχων. Αντιθέτως, αποτελεί προσπάθεια ευθυγράμμισης της πράσινης μετάβασης με τις οικονομικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές πραγματικότητες της εποχής. Όπως είχε αναδείξει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο άρθρο του στους Financial Times για τους «Πέντε χρυσούς κανόνες για την πράσινη μετάβαση της Ευρώπης», η ήπειρος κινδυνεύει να κερδίσει τον αγώνα για την κλιματική ουδετερότητα αλλά να διαπιστώσει ότι «έτρεξε λάθος αγώνα», αν δεν συνυπολογίσει τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.

Η πολιτική έκφραση του ενεργειακού ρεαλισμού

Στην ελληνική κυβέρνηση, η φιλοσοφία αυτή έχει βρει σαφή πολιτική έκφραση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τον υπουργό Σταύρο Παπασταύρου να αναδεικνύει συστηματικά την ανάγκη για μια μετάβαση που θα είναι όχι μόνο πράσινη αλλά και εφαρμόσιμη. Η παρέμβασή του στο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος, όπου η Ελλάδα συνέβαλε στην ενσωμάτωση ρητρών αναθεώρησης των στόχων για το κλίμα μέχρι το 2040 ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λογική: η ευελιξία δεν αναιρεί τη φιλοδοξία αλλά ενισχύει τη δυνατότητα επίτευξής της.

Οι ρήτρες αυτές λειτουργούν ως ασφαλιστική δικλείδα για την προσαρμογή πολιτικών ανάλογα με την τεχνολογική πρόοδο και τις συνθήκες της αγοράς, ενώ η δυνατότητα κάλυψης μικρού ποσοστού εκπομπών μέσω διεθνών πιστωτικών μονάδων εισάγει ένα επιπλέον εργαλείο ισορροπίας.

Οι αναλυτές και η μετατόπιση του ευρωπαϊκού πλαισίου

Η στροφή αυτή προς τον ενεργειακό ρεαλισμό δεν καταγράφεται μόνο σε πολιτικό επίπεδο αλλά και στη διεθνή ενεργειακή ανάλυση. Ο Leon Stille, διευθυντής του New Energy Institute και ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας ενέργειας, στο άρθρο του στο Oilprice επισημαίνει ότι αυτό που έχει αλλάξει στην Ευρώπη δεν είναι ο στόχος της κλιματικής ουδετερότητας, αλλά ο τρόπος υλοποίησης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ευελιξία στους ενδιάμεσους στόχους δεν ισοδυναμεί με υποχώρηση· αντίθετα, αποτελεί ένδειξη πολιτικής ωριμότητας.

Ο Stille υπογραμμίζει ότι οι άκαμπτες ενιαίες λύσεις δύσκολα εφαρμόζονται σε 27 κράτη-μέλη με διαφορετικά ενεργειακά μείγματα, βιομηχανικές βάσεις και πολιτικές κουλτούρες. Η δημιουργία μηχανισμών που επιτρέπουν διαφοροποιημένες διαδρομές προς έναν κοινό στόχο θεωρείται, κατά την ανάλυσή του, η πιο ρεαλιστική μορφή ευρωπαϊκής συναίνεσης.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ανάλυση του ειδικού για τις αγορές ενέργειας Gabor Szatmari, ειδικού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στην Montel EnAppSys. Στο άρθρο του για τις εξελίξεις του Ιανουαρίου 2026, ο Szatmari αναδεικνύει πόσο ευαίσθητο έχει γίνει το ευρωπαϊκό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας: μικρές μεταβολές στην παραγωγή ΑΠΕ, στις καιρικές συνθήκες ή στις διασυνοριακές ροές οδηγούν πλέον σε μεγάλες διακυμάνσεις τιμών.

Τα ευρήματά του αποδεικνύουν ότι η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε θεωρητικές παραδοχές. Η πρακτική λειτουργία των αγορών, η συμφόρηση των δικτύων και οι ανάγκες ασφάλειας εφοδιασμού απαιτούν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα — ακριβώς δηλαδή τα χαρακτηριστικά του ενεργειακού ρεαλισμού.

Η ελληνική περίπτωση: από ακριβή αγορά σε παράδειγμα σταθερότητας

Μέσα σε αυτό το ασταθές ευρωπαϊκό περιβάλλον, η Ελλάδα παρουσίασε μια αξιοσημείωτη μεταστροφή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο Szatmari, η χώρα βρέθηκε τον Ιανουάριο του 2026 να καταγράφει τιμές ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλότερες από τη Γερμανία — εξέλιξη σπάνια για χειμερινή περίοδο, καθώς τα προηγούμενα χρόνια η ελληνική αγορά διαπραγματευόταν σημαντικά ακριβότερα.

Η μεταβολή αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Η εγχώρια παραγωγή αυξήθηκε θεαματικά, με σημαντική συμβολή των ανανεώσιμων πηγών, ενώ η χώρα πέρασε από καθαρός εισαγωγέας σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας προς γειτονικές αγορές. Πρόκειται για πρακτική απόδειξη ότι η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να οδηγήσει και σε οικονομικά οφέλη όταν συνοδεύεται από σωστό σχεδιασμό υποδομών και αγορών.

Ενέργεια και γεωπολιτική: η νέα διάσταση

Η γεωπολιτική αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα της ενεργειακής στρατηγικής. Στο άρθρο γνώμης του Chris Kremidas-Courtney στο Euractiv, υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει να μετατρέψει την ενεργειακή της πολιτική σε εργαλείο ευρύτερης στρατηγικής ισχύος. Η ανάπτυξη υποδομών LNG και η συνεργασία με αμερικανικές εταιρείες όπως η Chevron και η ExxonMobil τοποθετούν τη χώρα στο κέντρο μιας νέας ενεργειακής διαδρομής που συνδέει τις Ηνωμένες Πολιτείες με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο τερματικός σταθμός της Ρεβυθούσα λειτουργεί ως πύλη εισόδου LNG, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση προμηθειών και μειώνοντας την εξάρτηση από παραδοσιακές πηγές. Η διάσταση αυτή επιβεβαιώνει ότι ο ενεργειακός ρεαλισμός δεν αφορά μόνο τις τιμές αλλά και την στρατηγική αυτονομία.

Πώς η Ελλάδα πέτυχε τη μείωση τιμών

Η ελληνική εμπειρία αναδεικνύει ένα μοντέλο που βασίζεται σε τέσσερις κύριους άξονες:

  • Διεύρυνση της παραγωγής από ΑΠΕ, χωρίς όμως απότομη εγκατάλειψη εφεδρικής ισχύος.
  • Ανάπτυξη υποδομών LNG και διαφοροποίηση εισαγωγών, ώστε να μειώνεται η ευαλωτότητα στις κρίσεις.
  • Ενίσχυση διασυνδέσεων και διασυνοριακού εμπορίου, που επιτρέπουν καλύτερη αξιοποίηση των περιφερειακών τιμών.
  • Συνδυασμός αγοροκεντρικών μηχανισμών και στοχευμένων παρεμβάσεων, για την προστασία καταναλωτών και επιχειρήσεων.

Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά πιο ανθεκτική και λιγότερο εκτεθειμένη στις ακραίες διακυμάνσεις που καταγράφηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές περιοχές.

Η ευρωπαϊκή στροφή και το ελληνικό αποτύπωμα

Η Ευρώπη φαίνεται να εγκαταλείπει σταδιακά την ιδέα μιας ομοιόμορφης ενεργειακής πορείας. Η αποδοχή διαφορετικών διαδρομών, η έμφαση στην ευελιξία και η σύνδεση κλίματος και γεωπολιτικής συνθέτουν ένα νέο πλαίσιο στο οποίο η ελληνική προσέγγιση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ο ενεργειακός ρεαλισμός δεν είναι συμβιβασμός με το παρελθόν, αλλά προσαρμογή στις απαιτήσεις του παρόντος. Η Ελλάδα επιχειρεί να αποδείξει ότι η πράσινη μετάβαση μπορεί να είναι ταυτόχρονα φιλόδοξη και κοινωνικά βιώσιμη, τεχνολογικά προσαρμοστική και γεωπολιτικά έξυπνη.

Αν η ευρωπαϊκή στρατηγική καταφέρει να διατηρήσει αυτή την ισορροπία —και αν οι πολιτικές μετατραπούν σε πραγματικές μειώσεις εκπομπών και σταθερότερες αγορές— τότε η σημερινή περίοδος ίσως καταγραφεί ως το σημείο όπου η Ευρώπη πέρασε από την ιδεολογική ένταση στην ώριμη εφαρμογή. Και μέσα σε αυτή τη μετάβαση, η Ελλάδα φαίνεται να διεκδικεί ρόλο όχι απλώς παρατηρητή, αλλά διαμορφωτή του νέου ενεργειακού παραδείγματος.

Διαβάστε ακόμη