Η Ευρώπη εισέρχεται στον χειμώνα με σημαντικά χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου από τα συνήθη για την εποχή, την ώρα που οι τιμές ενέργειας παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Ο συνδυασμός αυτός εντείνει τις πιέσεις στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες καλούνται να περιορίσουν το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς να επιβαρύνουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Gas Infrastructure Europe, που επικαλείται το Reuetrs, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι σήμερα γεμάτες κατά περίπου 69%, έναντι μέσου όρου 85% την ίδια περίοδο των τελευταίων πέντε ετών. Γερμανία και Ολλανδία, που διαθέτουν συνολικά περίπου το 35% της αποθηκευτικής δυναμικότητας της ΕΕ, εμφανίζουν ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις. Η καθυστέρηση στην αναπλήρωση των αποθεμάτων συνδέεται με την εκτίμηση ότι η πολεμική σύγκρουση γύρω από το Ιράν θα ήταν σύντομη και ότι οι τιμές θα υποχωρούσαν, επιτρέποντας στις εταιρείες να αγοράσουν φυσικό αέριο σε χαμηλότερο κόστος. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε, αυξάνοντας τον κίνδυνο περαιτέρω πίεσης όσο πλησιάζει η περίοδος υψηλής ζήτησης του χειμώνα.

Η τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου στην Ευρώπη διαμορφώνεται πλέον γύρω στα 81 ευρώ ανά MWh, καταγράφοντας άνοδο περίπου 150% σε σχέση με πέρυσι και ξεπερνώντας το δυσμενές σενάριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αναλυτές της Morgan Stanley εκτιμούν ότι, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, η τιμή θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 100 ευρώ/MWh.

Την ίδια στιγμή, οι τιμές των καυσίμων ενισχύουν περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις. Η βενζίνη στην ΕΕ είναι περίπου 24% ακριβότερη από πέρυσι, το ντίζελ 38%, ενώ το κόστος των αεροπορικών καυσίμων έχει αυξηθεί περισσότερο από 100%.

Το φυσικό αέριο προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στην ΕΚΤ, καθώς οικονομικές μελέτες δείχνουν ότι οι αυξήσεις του έχουν πιο επίμονες επιπτώσεις στον πληθωρισμό από τα πετρελαϊκά σοκ. Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν πλέον πιθανές νέες αυξήσεις επιτοκίων, εξέλιξη που θα επιβάρυνε την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι θεωρούνται κλάδοι όπως οι αερομεταφορές, η χημική βιομηχανία, η αυτοκινητοβιομηχανία και τα δομικά υλικά. Μεγαλύτερη πίεση αντιμετωπίζει η Γερμανία λόγω της μεγάλης ενεργοβόρου βιομηχανικής της βάσης. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις εξετάζουν μέτρα για την ανακούφιση των καταναλωτών. Ωστόσο, η δυνατότητα χρηματοδότησής τους διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών, ενώ οι οριζόντιες επιδοτήσεις ενδέχεται να αυξήσουν περαιτέρω το δημόσιο χρέος. Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη ισορροπία: να περιορίσει το ενεργειακό κόστος χωρίς να μετατρέψει την ενεργειακή κρίση σε νέα δημοσιονομική και πληθωριστική δοκιμασία.

Διαβάστε ακόμη