Με αισθητή αποκλιμάκωση και τιμή χαμηλότερη από το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης μπαίνει η Ελλάδα στην αγορά ηλεκτρισμού της Τετάρτης 16 Σεπτεμβρίου. Η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας υποχωρεί στα 123,37 ευρώ/MWh, από 170,25 ευρώ/MWh σήμερα, καταγράφοντας πτώση 27,54% μέσα σε ένα 24ωρο, την ώρα που σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές οι τιμές παραμένουν κοντά ή πάνω από τα 180 ευρώ/MWh.

Η εικόνα ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο μέσα στο νέο κύμα ενεργειακών πιέσεων που προκαλούν το ακριβότερο φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. Η ελληνική αγορά δεν είναι η φθηνότερη της Ευρώπης, χαμηλότερα κινούνται η Ισπανία και η Πορτογαλία,  βρίσκεται όμως καθαρά στο χαμηλό άκρο του ευρωπαϊκού χάρτη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η ισχυρή συμμετοχή των ΑΠΕ, οι οποίες καλύπτουν πάνω από το 63% του εγχώριου μείγματος και συμπιέζουν σημαντικά τη χονδρεμπορική τιμή.

Μέσα σε μόλις ένα 24ωρο, δηλαδή, η ελληνική χονδρεμπορική γίνεται φθηνότερη κατά σχεδόν 47 ευρώ/MWh, ενώ σε σχέση με τις 14 Σεπτεμβρίου, όταν η μέση τιμή είχε ανέλθει στα 186,76 ευρώ/MWh, η αποκλιμάκωση ξεπερνά τα 63 ευρώ/MWh. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς ενεργειακές αγορές δέχονται εκ νέου ισχυρές πιέσεις από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

Η Ελλάδα δεν είναι η φθηνότερη αγορά της Ευρώπης. Η Ιβηρική κινείται ακόμη χαμηλότερα, με την Ισπανία στα 104,63 ευρώ/MWh και την Πορτογαλία στα 104,64 ευρώ/MWh. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση από ορισμένες ζώνες της Σκανδιναβίας: η Φινλανδία βρίσκεται στα 8,99 ευρώ/MWh, η βόρεια Σουηδία κινείται κάτω από τα 10 ευρώ/MWh, ενώ οι υπόλοιπες σουηδικές ζώνες εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις, από περίπου 15 έως 67 ευρώ/MWh.

Από εκεί και πέρα όμως, η Ελλάδα ξεχωρίζει καθαρά έναντι μεγάλου μέρους της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Η Γερμανία διαμορφώνεται στα 182,33 ευρώ/MWh, η Ολλανδία στα 182,43 ευρώ/MWh, το Βέλγιο στα 182,67 ευρώ/MWh, η Αυστρία στα 183,73 ευρώ/MWh και η Γαλλία στα 178,28 ευρώ/MWh. Η Ελβετία ξεπερνά τα 200 ευρώ/MWh, η Μεγάλη Βρετανία κινείται κοντά στα 199,92 ευρώ/MWh, ενώ Ιρλανδία και Βόρεια Ιρλανδία φθάνουν στα 219,15 ευρώ/MWh.

Ακόμη πιο έντονη είναι η απόκλιση από την Ιταλία. Ο ιταλικός δείκτης κινείται περίπου στα 227,7 ευρώ/MWh, ενώ οι επιμέρους ζώνες της χώρας παρουσιάζουν τιμές άνω των 200 ευρώ/MWh και στη Σικελία η μέση τιμή φθάνει ακόμη και τα 280,36 ευρώ/MWh. Η διαφορά της ελληνικής αγοράς από τα ιταλικά επίπεδα ξεπερνά έτσι τα 100 ευρώ/MWh.

Ένα τρίτο «μέτωπο» χαμηλότερων τιμών στα Βαλκάνια

Ο αυριανός ευρωπαϊκός χάρτης εμφανίζει όμως και ένα ευρύτερο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό. Πέρα από τις παραδοσιακά χαμηλότερες σκανδιναβικές αγορές και την Ιβηρική, αρχίζει να διακρίνεται μια τρίτη περιοχή στην οποία οι τιμές εμφανίζονται σε αρκετές περιπτώσεις χαμηλότερες από τον σκληρό πυρήνα της Κεντρικής Ευρώπης: η Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η Ελλάδα στα 123,37 ευρώ/MWh και η Βουλγαρία στα 140,29 ευρώ/MWh βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της εικόνας. Η Σερβία ακολουθεί στα 151,88 ευρώ/MWh, ενώ η Ρουμανία βρίσκεται στα 169,18 ευρώ/MWh, η Ουγγαρία στα 168,02 ευρώ/MWh, η Κροατία στα 168,92 ευρώ/MWh και η Σλοβενία στα 170,45 ευρώ/MWh. Στην ίδια περίπου ζώνη κινούνται η Σλοβακία, στα 167,01 ευρώ/MWh, και η Πολωνία, στα 162,68 ευρώ/MWh.

Ενεργειακοί αναλυτές παρατηρούν ότι η συγκεκριμένη γεωγραφία τιμών αρχίζει να εμφανίζεται συχνότερα: χαμηλότερες τιμές στην Ιβηρική και τις σκανδιναβικές αγορές, αλλά και όλο και περισσότερες ημέρες κατά τις οποίες τμήματα των Βαλκανίων αποσυνδέονται προς τα κάτω από την Κεντρική και Δυτική Ευρώπη.

Η ανάγνωση αυτή χρειάζεται ασφαλώς προσοχή. Μία μόνο ημέρα δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει μια μόνιμη ανατροπή στον ευρωπαϊκό χάρτη τιμών, ούτε σημαίνει ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη έχει μετατραπεί ήδη σε ζώνη φθηνού ηλεκτρισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, το μοτίβο επανεμφανίζεται συχνότερα και συνδέεται με την ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ και, σταδιακά, της αποθήκευσης στην περιοχή.

Η Ελλάδα διαθέτει πλέον μεγάλη εγκατεστημένη βάση φωτοβολταϊκών και αιολικών, ενώ η Βουλγαρία έχει αναπτύξει ισχυρό χαρτοφυλάκιο ηλιακής ενέργειας και επιταχύνει τις επενδύσεις σε συστήματα μπαταριών. Εφόσον η τάση αυτή ενισχυθεί, σε συνδυασμό με νέες διασυνδέσεις και βαθύτερη ενοποίηση των περιφερειακών αγορών, η Νοτιοανατολική Ευρώπη θα μπορούσε σταδιακά να αποκτήσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις και περισσότερες ώρες ηλεκτροπαραγωγής με χαμηλό μεταβλητό κόστος.

Οι ΑΠΕ ρίχνουν την ελληνική χονδρεμπορική

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εξήγηση για την αυριανή «βουτιά» βρίσκεται πρωτίστως στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής. Η κατηγορία των ΑΠΕ καλύπτει 63,22% του ενεργειακού μείγματος, με συνολικό όγκο περίπου 122,2 GWh, ενώ καταγράφεται επιπλέον συμμετοχή 0,70% από τις ΑΠΕ της Κρήτης.

Αντίθετα, το φυσικό αέριο περιορίζεται στο 22,14%, ο λιγνίτης στο 5,30% και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά στο 3,40%. Η συμβατική παραγωγή της Κρήτης αντιστοιχεί σε 3,23%, οι εισαγωγές μόλις σε 1,25% και η αποθήκευση σε περίπου 0,75%.

Με άλλα λόγια, σχεδόν τα δύο τρίτα της ηλεκτρικής ενέργειας προέρχονται από ανανεώσιμες πηγές. Η αυξημένη ηλιακή και αιολική παραγωγή περιορίζει την ανάγκη ένταξης ακριβότερων θερμικών μονάδων και, κατ’ επέκταση, την έκθεση της αγοράς στο υψηλό κόστος του φυσικού αερίου.

Η επίδραση αυτή αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στην ωριαία καμπύλη των τιμών. Καθώς ενισχύεται η παραγωγή των φωτοβολταϊκών, η τιμή υποχωρεί κατακόρυφα και για αρκετές ώρες κινείται σε μηδενικά ή σχεδόν μηδενικά επίπεδα, με την ελάχιστη τιμή της ημέρας να φθάνει στα 0 ευρώ/MWh.

Η σύγκριση με την προηγούμενη ημέρα είναι χαρακτηριστική. Στις 15 Σεπτεμβρίου η ελάχιστη τιμή είχε διαμορφωθεί στα 2,39 ευρώ/MWh, ενώ η μέγιστη είχε φθάσει στα 285,16 ευρώ/MWh. Για τις 16 Σεπτεμβρίου, το ανώτατο επίπεδο περιορίζεται στα 234,98 ευρώ/MWh.

Μηδενικό ρεύμα το μεσημέρι, πάνω από 200 ευρώ το βράδυ

Το φθηνό ρεύμα, ωστόσο, δεν διαρκεί σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Η καμπύλη αλλάζει απότομα μετά τη δύση του ήλιου. Καθώς η φωτοβολταϊκή παραγωγή υποχωρεί και το σύστημα χρειάζεται να καλύψει τη ζήτηση με διαφορετικές πηγές, η χονδρεμπορική τιμή ανεβαίνει ξανά γρήγορα, περνώντας στις βραδινές ώρες πάνω από τα 200 ευρώ/MWh.

Αυτή η τεράστια ενδοημερήσια απόκλιση αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αγοράς. Μέσα στην ίδια ημέρα, η Ελλάδα περνά από μηδενικές τιμές σε επίπεδα άνω των 200 ευρώ/MWh. Η εξέλιξη αναδεικνύει ταυτόχρονα τη δύναμη και τον περιορισμό της μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ: μπορούν να συμπιέζουν εντυπωσιακά τις τιμές όταν υπάρχει αφθονία παραγωγής, αλλά χωρίς επαρκή αποθήκευση ένα μεγάλο μέρος αυτής της φθηνής ενέργειας δεν μπορεί ακόμη να μεταφερθεί στις ώρες της βραδινής αιχμής.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα για την επόμενη φάση της ελληνικής ενεργειακής μετάβασης. Η προσθήκη περισσότερων μπαταριών μπορεί να επιτρέψει στο σύστημα να αποθηκεύει μέρος της φθηνής μεσημεριανής παραγωγής και να την επαναφέρει στην αγορά όταν η ηλιακή παραγωγή έχει μηδενιστεί και οι τιμές ανεβαίνουν.

Η ελληνική πτώση μέσα σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό σοκ

Η αυριανή αποκλιμάκωση δεν σημαίνει, πάντως, ότι η Ελλάδα έχει απομονωθεί από τις πιέσεις που αναπτύσσονται στις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Αντιθέτως, έρχεται σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη συγκυρία για ολόκληρη την Ευρώπη.

Η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και οι νέες επιθέσεις στις κρίσιμες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς ενέργειας έχουν οδηγήσει το Brent κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο έχει επιστρέψει πάνω από τα 80 ευρώ/MWh, από επίπεδα κοντά στα 32 ευρώ/MWh προηγουμένως, επαναφέροντας στην αγορά μνήμες έντονης ενεργειακής μεταβλητότητας.

Για την ηλεκτροπαραγωγή, η σημασία είναι προφανής. Όσο το αέριο παραμένει ακριβό, οι ώρες κατά τις οποίες οι μονάδες φυσικού αερίου χρειάζονται για να καλύψουν τη ζήτηση είναι εκτεθειμένες σε σημαντικά υψηλότερο κόστος. Η αυριανή ελληνική αγορά δείχνει όμως ταυτόχρονα ότι η μετάδοση αυτής της πίεσης δεν είναι μηχανική. Το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται κάθε ημέρα από το μείγμα παραγωγής, τον καιρό, την παραγωγή ΑΠΕ, τη ζήτηση, τις εισαγωγές και τη διαθεσιμότητα των διασυνδέσεων.

Από την ενεργειακή κρίση στον πληθωρισμό

Το πρόβλημα για την Ευρώπη, εξάλλου, δεν περιορίζεται πλέον στην άμεση αύξηση της τιμής του ρεύματος. Εάν οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αποκτήσουν διάρκεια, το ενεργειακό σοκ μπορεί σταδιακά να περάσει στα καύσιμα, στην ηλεκτροπαραγωγή, στις μεταφορές και στο παραγωγικό κόστος της βιομηχανίας και από εκεί στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επανέρχεται στο προσκήνιο ο φόβος ενός νέου πληθωριστικού σπιράλ, σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν ή επαναφέρουν έκτακτα μέτρα στήριξης για να περιορίσουν τον αντίκτυπο της νέας ενεργειακής αναταραχής.

Η Ελλάδα, τουλάχιστον για τις 16 Σεπτεμβρίου, βρίσκεται στην ευνοϊκή πλευρά αυτής της εξίσωσης. Η υψηλή παραγωγή ΑΠΕ επιτρέπει στην αγορά να κινηθεί αισθητά χαμηλότερα από το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Το ερώτημα πλέον είναι εάν τέτοιες ημέρες μπορούν να γίνουν συχνότερες και, κυρίως, αν η ανάπτυξη αποθήκευσης και διασυνδέσεων μπορεί να μετατρέψει το σημερινό συγκυριακό πλεονέκτημα σε πιο μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής και ευρύτερα της βαλκανικής αγοράς ηλεκτρισμού.

Διαβάστε ακόμη