Ιδιαίτερα ανθεκτικό εμφανίζεται το ρωσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά, παρά την έναρξη της σταδιακής απαγόρευσης εισαγωγών που έχει αποφασίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Νεότερη έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, ACER, καταγράφει ότι στο διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών αυξήθηκαν κατά 7% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, ενώ οι εισαγωγές ρωσικού LNG ενισχύθηκαν κατά 11%.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα μετά τις 18 Μαρτίου, όταν τέθηκε σε εφαρμογή ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός. Από τότε έως το τέλος Μαΐου, οι ρωσικές ροές μέσω αγωγών αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση και το ρωσικό LNG κατά 17%, παρότι από τις 25 Απριλίου δεν επιτρέπονται πλέον εισαγωγές LNG βάσει βραχυχρόνιων συμβάσεων. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ότι η απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο έχει μεν εισέλθει στη νομοθετική της φάση, δεν έχει όμως ακόμη μεταφραστεί σε πλήρη αναδιάταξη των πραγματικών ροών προς την Ευρώπη.

Η εξήγηση βρίσκεται στο μεταβατικό καθεστώς που διατηρεί ενεργές τις προϋφιστάμενες συμβάσεις. Από τις 18 Μαρτίου απαγορεύονται οι εισαγωγές ρωσικού αερίου που στηρίζονται σε νέες συμβάσεις, ενώ οι παλαιότερες συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από τις 17 Ιουνίου 2025 μπορούν να συνεχιστούν προσωρινά, υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης. Για τις βραχυχρόνιες συμβάσεις, η μεταβατική περίοδος έληξε στις 25 Απριλίου για το LNG και στις 17 Ιουνίου για τους αγωγούς. Για τις μακροχρόνιες συμβάσεις, η απαγόρευση θα ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2027 για το LNG και από τις 30 Σεπτεμβρίου 2027 για το αέριο μέσω αγωγών, με περιορισμένη δυνατότητα εξαίρεσης έως την 1η Νοεμβρίου 2027.

Μέχρι το τέλος Μαΐου, οι ρωσικές ποσότητες που εξακολουθούσαν να εισέρχονται στην ΕΕ στο πλαίσιο των εγκεκριμένων συμβάσεων αντιστοιχούσαν περίπου στο 12% της συνολικής ευρωπαϊκής ζήτησης φυσικού αερίου. Το ποσοστό είναι αισθητά χαμηλότερο από την περίοδο πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, όταν η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 35%-45% της ευρωπαϊκής προμήθειας. Ωστόσο, αποδεικνύει ότι η ρωσική παρουσία δεν έχει εκλείψει, αλλά έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες συμβάσεις, διαδρομές και αγορές.

Το LNG παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα

Το ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει ουσιαστική παρουσία στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μίγμα. Ο ACER εκτιμά ότι οι εισαγωγές ρωσικού LNG το 2026 μπορεί να φθάσουν περίπου τα 20 bcm, ποσότητα που αντιστοιχεί σε πάνω από το 15% των συνολικών εισαγωγών LNG της ΕΕ και περίπου στο 5%-6% της συνολικής ευρωπαϊκής κατανάλωσης φυσικού αερίου.

Η επίδραση αυτών των ποσοτήτων δεν περιορίζεται στις χώρες όπου φτάνουν τα φορτία. Στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, ένα φορτίο LNG που εκφορτώνεται στη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ισπανία ή την Ολλανδία μπορεί να αποθηκευτεί, να επαναπωληθεί, να επαναεξαχθεί ή να αεριοποιηθεί και να διοχετευθεί μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων σε άλλες αγορές. Από τη στιγμή που το αέριο εισέρχεται στο δίκτυο και αναμιγνύεται με άλλες ποσότητες, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί η φυσική προέλευσή του έως τον τελικό καταναλωτή.

Η αύξηση του ρωσικού LNG στους πρώτους μήνες του έτους δεν αποδίδεται από τον ACER σε έναν μόνο παράγοντα. Ο Οργανισμός κάνει λόγο για προεξόφληση των αυστηρότερων περιορισμών και για προσπάθεια αξιοποίησης των υφιστάμενων μακροχρόνιων συμβάσεων πριν από την πλήρη απαγόρευση. Παράλληλα, η κρίση στη Μέση Ανατολή και η διαταραχή στις θαλάσσιες διαδρομές μέσω του Στενού του Ορμούζ επηρέασαν συνολικά την αγορά LNG.

Από τον Απρίλιο, οι συνολικές εισαγωγές LNG της ΕΕ υποχώρησαν κατά 10% σε ετήσια βάση, καθώς οι εισαγωγές από το Κατάρ σχεδόν μηδενίστηκαν, καταγράφοντας πτώση 95%. Το κενό καλύφθηκε εν μέρει από αυξημένες ποσότητες άλλων προελεύσεων, μεταξύ των οποίων ρωσικό και αμερικανικό LNG. Ο ACER σημειώνει επίσης ότι η απαγόρευση μεταφόρτωσης ρωσικού LNG μέσω ευρωπαϊκών λιμένων, η οποία εφαρμόζεται από τα τέλη Μαρτίου του 2025, ενδέχεται να συνέβαλε στη διατήρηση περισσότερων ρωσικών φορτίων εντός της ευρωπαϊκής αγοράς. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατάλληλων πλοίων για απευθείας αποστολές προς την Ασία μείωσε την ευελιξία ανακατεύθυνσης των φορτίων εκτός Ευρώπης.

Οι ειδικές περιπτώσεις της Ουγγαρίας, της Σλοβακίας και της Ελλάδας

Παρά τη σημαντική μείωση της ρωσικής παρουσίας στην ευρωπαϊκή αγορά από το 2022 και μετά, η εξάρτηση παραμένει υψηλή σε ορισμένες χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η Ουγγαρία και η Σλοβακία εκτιμάται ότι κάλυπταν περίπου το 70%-80% των αναγκών τους σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία το 2024, ενώ για την Ελλάδα το ρωσικό αέριο αντιστοιχούσε περίπου στο 50%-55% των εισαγωγών της.

Και οι τρεις χώρες λαμβάνουν τις βασικές ρωσικές ποσότητες μέσω του TurkStream, του τελευταίου μεγάλου διαδρόμου εισόδου ρωσικού αερίου προς την Ευρώπη. Η κοινή αυτή εξάρτηση σημαίνει ότι τυχόν περιορισμοί ή διακοπή των ροών μέσω της συγκεκριμένης διαδρομής θα επηρέαζαν άμεσα τις αντίστοιχες αγορές.

Η Ελλάδα, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικό προφίλ από την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Η ετήσια ζήτηση φυσικού αερίου εκτιμάται περίπου στα 6,5 bcm για το 2025 και η χώρα δεν διαθέτει εγχώρια παραγωγή. Το αέριο έχει, όμως, κομβικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή: οι μονάδες αερίου απορροφούν το 65%-70% της συνολικής εγχώριας ζήτησης φυσικού αερίου, ενώ η συμμετοχή του καυσίμου στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται στο 35%-45%.

Το στοιχείο αυτό εξηγεί γιατί η ενεργειακή εξάρτηση δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση το μερίδιο των ρωσικών εισαγωγών. Παρά την ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ, την οποία ο ACER συνδέει με τη θέση της Ελλάδας στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες ευρωπαϊκές αγορές ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής, το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμο για την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος και την κάλυψη των αιχμών ζήτησης.

Την ίδια ώρα, η Ελλάδα διαθέτει το πιο διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο εισαγωγών από τις τρεις χώρες με υψηλή έκθεση στον TurkStream. Η Ρεβυθούσα και το FSRU Αλεξανδρούπολης προσφέρουν πρόσβαση σε φορτία LNG, ενώ ο TAP επιτρέπει την εισαγωγή αζερικού αερίου μέσω του Νότιου Διαδρόμου. Η χώρα εξάγει επίσης περιορισμένες ποσότητες προς τη Βουλγαρία, κάτω από 1 bcm ετησίως, και λειτουργεί ως διάδρομος μεταφοράς αζερικού αερίου προς την Ιταλία.

Η διαφοροποίηση αυτή δίνει στην Ελλάδα καλύτερη αφετηρία για την αντικατάσταση των ρωσικών ποσοτήτων σε σχέση με την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Δεν προδικάζει, όμως, την τελική έκβαση. Η δυνατότητα αντικατάστασης θα εξαρτηθεί από τη διαθεσιμότητα φορτίων LNG, τις τιμές, την εμπορική πρόσβαση στις υποδομές και τη δυνατότητα μεταφοράς αερίου προς τα κέντρα κατανάλωσης της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

Οι συμβάσεις που κρατούν ανοιχτή τη ρωσική στρόφιγγα

Σύμφωνα με τον ACER, οι εγκεκριμένες μακροχρόνιες συμβάσεις για ρωσικό αέριο αντιστοιχούν σε ετήσια δυναμικότητα 45 έως 55 bcm. Από αυτές, οι συμβάσεις LNG καλύπτουν 20 έως 32 bcm και οι συμβάσεις μέσω αγωγών 16 έως 26 bcm.

Οι κύριες εισαγωγές ρωσικού LNG αφορούν τη Γαλλία, με 6 έως 9,5 bcm ετησίως, την Ισπανία με 5 έως 8 bcm, το Βέλγιο με 7,5 έως 12 bcm και την Ολλανδία μαζί με λοιπές ενδοευρωπαϊκές παραδόσεις με 1,5 έως 3 bcm. Στους αγωγούς, οι ενεργές συμβάσεις συγκεντρώνονται στην Ελλάδα, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία: για την Ελλάδα το εύρος διαμορφώνεται σε 4 έως 7 bcm τον χρόνο και για Ουγγαρία και Σλοβακία μαζί σε 12 έως 19 bcm. Οι ποσότητες αυτές αποτελούν συμβατική δυναμικότητα και όχι δεδομένες φυσικές εισαγωγές, καθώς η αξιοποίησή τους εξαρτάται από τις τιμές, τη ζήτηση και τις εμπορικές αποφάσεις των εταιρειών.

Στις αρχές Ιουνίου είχαν εγκριθεί εισαγωγές που αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από το 85% των συμβολαιοποιημένων ποσοτήτων μέσω αγωγών, έναντι περίπου του ενός τρίτου για το LNG, καθώς οι ροές αγωγών προγραμματίζονται συνεχώς ενώ το LNG αδειοδοτείται ανά φορτίο. Δεν υποβλήθηκαν αιτήματα για βραχυχρόνιες συμβάσεις, με αποτέλεσμα οι εισαγωγές της μεταβατικής περιόδου να στηρίζονται αποκλειστικά σε προϋφιστάμενα μακροχρόνια συμβόλαια.

Οι εναλλακτικές υπάρχουν, αλλά η αγορά θα κρίνει την αξιοποίησή τους

Η κατάργηση του ρωσικού αερίου μέσω TurkStream έως το φθινόπωρο του 2027 δημιουργεί ένα σύνθετο περιφερειακό στοίχημα. Το 2025 οι παραδόσεις μέσω του συγκεκριμένου διαδρόμου ανήλθαν περίπου σε 16 bcm, από τα οποία περίπου 3 bcm κατευθύνθηκαν προς τη Σερβία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Βόρεια Μακεδονία. Το υπόλοιπο δίκτυο εξακολουθεί να εξυπηρετεί σε σημαντικό βαθμό την Ελλάδα, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία.

Ο ACER θεωρεί ότι οι εναλλακτικές πηγές υπάρχουν, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από τη λειτουργία της αγοράς και την επάρκεια των δικτύων. Η ενίσχυση των εισαγωγών LNG μέσω Ελλάδας, Κροατίας, Γερμανίας, Πολωνίας, Λιθουανίας και Τουρκίας, η αύξηση των ροών αζερικού αερίου μέσω του Νότιου Διαδρόμου και η μελλοντική παραγωγή της Ρουμανίας από το Neptune Deep αποτελούν τους βασικούς άξονες της περιφερειακής διαφοροποίησης.

Ο ρόλος του Κάθετου Διαδρόμου

Στη νέα γεωγραφία των ροών που αποτυπώνει και ο χάρτης του ACER, ο Κάθετος Διάδρομος μπορεί να αποκτήσει κρίσιμο ρόλο στην κάλυψη του κενού που θα αφήσει η σταδιακή αποχώρηση του ρωσικού αερίου από τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη. Οι ποσότητες που εξακολουθούν να διοχετεύονται σήμερα στην ευρύτερη περιοχή μέσω TurkStream εκτιμώνται από κυβερνητικές πηγές σε περίπου 15 έως 18 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως και θα πρέπει να αντικατασταθούν καθώς οι ρωσικές ροές μέσω αγωγών οδεύουν προς πλήρη τερματισμό έως το φθινόπωρο του 2027. Η πρωτοβουλία του Κάθετου Διαδρόμου, που συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία, την Ουγγαρία και τη Σερβία, φιλοδοξεί ακριβώς να δημιουργήσει μια ενιαία διαδρομή μεταφοράς μη ρωσικού αερίου προς αγορές περίπου 100 εκατομμυρίων πολιτών.

H μεταφορική ικανότητα του Κάθετου Διαδρόμου από Νότο προς Βορρά είναι της τάξης των 9 δισ. κυβικών μέτρων (bcm) ετησίως. Αυτό παραπέμπει σε μια μεγάλη «ψαλίδα», κάτι που αντανακλά πρώτον την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της μεταφορικής ικανότητας του Κάθετου Διαδρόμου -συμπεριλαμβανομένης και της επέκτασής του προς τα Δυτικά Βαλκάνια και δεύτερον την ανάγκη για διαφοροποίηση των ίδιων των διαδρόμων, ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες ανταγωνισμού στην περιοχή, προς όφελος και των τελικών καταναλωτών

Η Ελλάδα εμφανίζεται βασικός «αρωγός» σε αυτή την προσπάθεια με την εξαγωγική ικανότητα της χώρας να φτάνει σήμερα τα 5 bcm με προοπτική να αυξηθεί σε βάθος εξαμήνου στα 8 bcm μετά και την θέση σε πλήρη λειτουργία των σταθμών συμπίεσης σε Αμπελιά και Κομοτηνή. Το νούμερο θα αυξηθεί περαιτέρω στα 9 bcm με την θέση σε λειτουργία του διασυνδετήριου αγωγού Ελλάδας-Βόρειας Μακεδονίας με ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξει περαιτέρω αύξηση της δυναμικότητας στον εν λόγω αγωγό που στο καλύτερο σενάριο δύναται να αυξήσει το «export capacity» της Ελλάδας στα 12 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου προς Βορρά με σημαντικές ποσότητες να διέρχονται κατά μήκος του Κάθετου Διαδρόμου.

Η αγορά δεν έχει ακόμη απορροφήσει την πλήρη έξοδο

Η πρώτη αποτίμηση του ACER δείχνει ότι η σταδιακή απαγόρευση δεν έχει ακόμη επιφέρει ουσιαστική αναδιάταξη στην ευρωπαϊκή αγορά αερίου. Το χρονικό δείγμα είναι περιορισμένο και η επίδραση του νέου κανονισμού δεν μπορεί να διαχωριστεί πλήρως από τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και τη διαταραχή των ροών LNG μέσω του Στενού του Ορμούζ.

Μέχρι στιγμής δεν καταγράφονται σημαντικές αλλαγές στις συνολικές ροές, ούτε σαφής επιδείνωση της σύγκλισης των τιμών μεταξύ των ευρωπαϊκών hubs ή γενικευμένη συμφόρηση στις εναλλακτικές διαδρομές. Ο ACER επισημαίνει, πάντως, ότι η χρήση δυναμικότητας είναι ήδη αυξημένη σε ορισμένες διασυνδέσεις που θα αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία μετά την πλήρη διακοπή των ρωσικών ροών.

Μία από τις λίγες άμεσα ορατές επιπτώσεις αφορά την είσοδο Strandzha 1 από την Τουρκία, όπου οι εισαγωγές μη αζερικού αερίου υποχώρησαν κατά 65% σε ετήσια βάση μετά τις 18 Μαρτίου, καθώς μη εγκεκριμένες ρωσικές ποσότητες δεν μπορούν πλέον να εισέρχονται στην ΕΕ. Η επίδραση παραμένει περιορισμένη, αφού οι βασικές ρωσικές ροές συνεχίζουν μέσω TurkStream και των ενεργών μακροχρόνιων συμβάσεων LNG.

Ο Οργανισμός εφιστά επίσης προσοχή στα τελωνειακά στοιχεία: ενώ οι τελωνειακές δηλώσεις Ιανουαρίου-Απριλίου εμφάνιζαν εισαγωγές χαμηλότερες κατά 11,9 TWh, οι φυσικές παραδόσεις ρωσικού αερίου και LNG ήταν αυξημένες κατά 13,6 TWh, λόγω της χρονικής υστέρησης στην καταχώριση των δηλώσεων.

Η πραγματική δοκιμασία μετατίθεται για το 2027, όταν θα σταματήσουν πλήρως οι εισαγωγές ρωσικού LNG από την 1η Ιανουαρίου και οι ροές μέσω αγωγών από τις 30 Σεπτεμβρίου. Τότε θα φανεί αν το LNG από τις ΗΠΑ, το Κατάρ και άλλες αγορές, οι ροές αζερικού αερίου, η ρουμανική παραγωγή και οι περιφερειακές διασυνδέσεις μπορούν να καλύψουν οριστικά το κενό.

Διαβάστε ακόμη