Τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκριναν επισήμως, τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου, τον κανονισμό για τη σταδιακή κατάργηση των ρωσικών εισαγωγών φυσικού αερίου, τόσο μέσω αγωγών όσο και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Με τον τρόπο αυτό, καθίσταται νομικά δεσμευτική η δέσμευση της Ένωσης να διακόψει τις ενεργειακές σχέσεις της με τον μέχρι πρότινος προνομιακό προμηθευτή της, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Ο νέος κανονισμός συνιστά κομβικό βήμα για την υλοποίηση του στόχου του REPowerEU σχετικά με τον τερματισμό της εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη ρωσική ενέργεια. Παράλληλα, περιλαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για την αποτελεσματική παρακολούθηση του ενεργειακού εφοδιασμού, καθώς και για τη διαφοροποίησή του, ενισχύοντας τη συνολική ενεργειακή ασφάλεια της Ένωσης.

Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, η απαγόρευση προβλέπεται να αρχίσει να εφαρμόζεται έξι εβδομάδες μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, ενώ για τις υφιστάμενες συμβάσεις προβλέπεται μεταβατική περίοδος. Η σταδιακή αυτή προσέγγιση αποσκοπεί στο να περιορίσει τον αντίκτυπο στις τιμές και τις αγορές. Η πλήρης απαγόρευση θα τεθεί σε ισχύ για τις εισαγωγές LNG από τις αρχές του 2027 και για τις εισαγωγές αερίου αγωγών από το φθινόπωρο του ίδιου έτους.

Παράλληλα, πριν από την έγκριση της εισόδου εισαγωγών αερίου στην Ένωση, τα κράτη-μέλη θα υποχρεούνται να επαληθεύουν τη χώρα παραγωγής του αερίου, ενισχύοντας τον έλεγχο και τη διαφάνεια στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Κυρώσεις για τους παραβάτες

Ο κανονισμός προβλέπει αυστηρό πλαίσιο κυρώσεων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Συγκεκριμένα, οι μέγιστες ποινές μπορούν να φθάσουν τουλάχιστον τα 2,5 εκατ. ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα και τουλάχιστον τα 40 εκατ. ευρώ για τις εταιρείες, ή το 3,5% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών τους, ή ακόμη και το 300% των εκτιμώμενων εσόδων από τη σχετική συναλλαγή.

Έως την 1η Μαρτίου 2026, τα κράτη-μέλη οφείλουν να καταρτίσουν εθνικά σχέδια για τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού με φυσικό αέριο, εντοπίζοντας παράλληλα πιθανές προκλήσεις που σχετίζονται με την αντικατάσταση του ρωσικού αερίου. Στο πλαίσιο αυτό, οι εταιρείες θα υποχρεούνται να κοινοποιούν στις εθνικές αρχές και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε εναπομένουσα σύμβαση ρωσικού αερίου. Αντίστοιχα, τα κράτη-μέλη που εξακολουθούν να εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο θα πρέπει να υποβάλουν σχέδια διαφοροποίησης και για τον συγκεκριμένο ενεργειακό πόρο.

Ο κανονισμός προβλέπει, ωστόσο, και ρήτρα ευελιξίας. Σε περίπτωση κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης και εφόσον η ασφάλεια του εφοδιασμού απειλείται σοβαρά σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται να αναστείλει την απαγόρευση εισαγωγών για χρονικό διάστημα έως και τεσσάρων εβδομάδων.

Το επόμενο βήμα αφορά τη δημοσίευση του κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα τεθεί σε ισχύ μία ημέρα μετά τη δημοσίευσή του και θα εφαρμοστεί άμεσα σε όλα τα κράτη-μέλη.

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να προτείνει επιπλέον νομοθεσία για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου έως το τέλος του 2027, συμπληρώνοντας το συνολικό πλαίσιο απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια.

Από σήμερα, η αγορά ενέργειας της ΕΕ θα είναι ισχυρότερη, πιο ανθεκτική και πιο διαφοροποιημένη. Απεξαρτόμαστε από την επιζήμια εξάρτησή μας από το ρωσικό φυσικό αέριο και κάνουμε ένα σημαντικό βήμα, με πνεύμα αλληλεγγύης και συνεργασίας, προς μια αυτόνομη Ενεργειακή Ένωση, δήλωσε ο Μιχάλης Δαμιανός, Υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κύπρου.

Κατά του νέου μέτρου Σλοβακία και Ουγγαρία

Η Σλοβακία και η Ουγγαρία ψήφισαν κατά. Η Ουγγαρία δήλωσε ότι θα προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το μέτρο απαιτούσε έγκριση από ενισχυμένη πλειοψηφία των χωρών ώστε να ξεπεραστεί η αντίθεση της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις ρωσικές εισαγωγές ενέργειας και επιθυμούν να διατηρήσουν στενές σχέσεις με τη Μόσχα.

Η Ρωσία προμήθευε περισσότερο από το 40% του φυσικού αερίου της ΕΕ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτό το ποσοστό μειώθηκε στο 13% περίπου το 2025, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΕ.

Διαβάστε ακόμη