Το ενεργειακό κόστος αποτελεί εμπόδιο για νέες επενδύσεις για το 72% των ελληνικών επιχειρήσεων, έναντι 37% στην Ευρώπη. Η απόσταση των 35 ποσοστιαίων μονάδων αποτυπώνει την πίεση που δέχεται η εγχώρια παραγωγή και συνοδεύεται από μια ακόμη δυσμενή κατάταξη, η Ελλάδα βρίσκεται τελευταία μεταξύ 24 χωρών της ΕΕ ως προς την ανταγωνιστικότητα του ενεργειακού κόστους για τη μεταποίηση.
Τα ευρήματα περιλαμβάνονται στον δείκτη διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), ο οποίος εκπονήθηκε σε συνεργασία με την Deloitte και παρουσιάζεται σήμερα, Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, στην Αθήνα. Ο δείκτης αξιολογεί οκτώ παραμέτρους που επηρεάζουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Η ενέργεια είναι μία από αυτές, μαζί με το «ενεργειακό περιβάλλον και την αξιοπιστία των δικτύων».
Η αξιολόγηση δεν περιορίζεται στις τιμές του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου. Συνυπολογίζει την ενεργειακή ασφάλεια, την εξάρτηση από εισαγωγές, την αποδοτικότητα και την κατάσταση των υποδομών. Σε αυτή τη συνολική ενεργειακή διάσταση, η Ελλάδα καταλαμβάνει επίσης την τελευταία θέση στο δείγμα.
Τι αποτυπώνει ο δείκτης
Μια πρώτη εικόνα των αποτελεσμάτων έδωσε χθες η γενική διευθύντρια του ΣΒΕ, Βίκυ Λοΐζου, μιλώντας στο συνέδριο «Ενέργεια και Ανάπτυξη 2026» του ΙΕΝΕ. Όπως ανέφερε, η ελληνική μεταποίηση υστερεί τόσο στην ανταγωνιστικότητα του ενεργειακού κόστους όσο και στην αξιολόγηση του ευρύτερου ενεργειακού περιβάλλοντος και των δικτύων.
Το δείγμα περιλαμβάνει 24 κράτη-μέλη της ΕΕ. Έχουν εξαιρεθεί η Μάλτα, η Κύπρος και το Λουξεμβούργο, καθώς η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ τους είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, κοντά ή κάτω από το 5%.
Τα στοιχεία της μελέτης προέρχονται από τη Eurostat και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ενώ αξιοποιούνται και απαντήσεις επιχειρήσεων σε ερωτηματολόγια. Το ενεργειακό σκέλος αφορά το 2025, επομένως δεν περιλαμβάνει τις πρόσφατες κυβερνητικές παρεμβάσεις ούτε την ενίσχυση μέσω των ευρωπαϊκών εργαλείων CISAF και METSAF.
Η πίεση στις επενδυτικές αποφάσεις
Το 72% των ελληνικών επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα θεωρεί ότι το ενεργειακό κόστος δυσκολεύει την πραγματοποίηση επενδύσεων. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη διαμορφώνεται περίπου στο 37%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΤΕπ που αξιοποιεί η μελέτη.
Η διαφορά δείχνει ότι η ενέργεια δεν επιβαρύνει μόνο τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων. Επηρεάζει και το κατά πόσο μπορούν να επεκτείνουν την παραγωγή τους, να ανανεώσουν τον εξοπλισμό τους ή να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις. Η Λοΐζου υπογράμμισε ότι η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται να συνοδεύεται από μείωση του κόστους για την οικονομία.
Στην ίδια συζήτηση, η γενική διευθύντρια του ΣΒΕ χαρακτήρισε τα μέτρα στήριξης της βιομηχανίας θετικά, αλλά επισήμανε ότι δεν προσφέρουν από μόνα τους την προβλεψιμότητα που απαιτεί ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Κατά την ίδια, χρειάζεται συνολική στρατηγική με σταθερές παρεμβάσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία για αποθήκευση και εξηλεκτρισμό, καθώς και αναβάθμιση των δικτύων.
Οι υποδομές επηρεάζουν το κόστος και με τρόπους που δεν αποτυπώνονται μόνο στον λογαριασμό της ενέργειας. Διακοπές και βυθίσεις τάσης μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στον εξοπλισμό ή διακοπή της παραγωγής, ενώ οι περιορισμοί του δικτύου δυσχεραίνουν επενδύσεις αυτοπαραγωγής και αποθήκευσης.
Τα 95 εκατ. ευρώ και η αβεβαιότητα για το 2027
Η πρόσθετη ενίσχυση των 95 εκατ. ευρώ που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση προσφέρει στήριξη στις βιομηχανίες, ωστόσο στον κλάδο παραμένει το ερώτημα για το τι θα ισχύσει την επόμενη χρονιά. Ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, ανέφερε ότι η ενίσχυση δίνει έναν βαθμό ορατότητας για το 2026, χωρίς να υπάρχει ακόμη αντίστοιχη εικόνα για το 2027.
Όπως εξήγησε, οι επιχειρήσεις καλούνται να σχεδιάσουν την παραγωγή και να κλείσουν συμβόλαια σε ένα περιβάλλον όπου δεν γνωρίζουν πώς θα διαμορφωθεί το ενεργειακό κόστος την επόμενη χρονιά. Επισήμανε, επίσης, ότι η πορεία των τιμών επηρεάζεται από τη διασύνδεση της ελληνικής αγοράς με τις ευρωπαϊκές, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια της χώρας να τις συγκρατήσει μονομερώς.
Η ευρωπαϊκή σύγκριση
Το ζήτημα του κόστους αναδείχθηκε και στην έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για τον εξηλεκτρισμό, την οποία παρουσίασε στο συνέδριο του ΙΕΝΕ ο αναλυτής του οργανισμού Απόστολος Πετρόπουλος. Σύμφωνα με την έκθεση, το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη μπορεί να είναι έως και διπλάσιο από εκείνο των ΗΠΑ και κατά 60% υψηλότερο από το αντίστοιχο στην Κίνα.
Η σύγκριση γίνεται ενώ το 49,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ το 2025 προήλθε από ανανεώσιμες πηγές. Η έκθεση θέτει, παράλληλα, ως στόχο για την COP31 την αύξηση του μεριδίου του ηλεκτρισμού στην παγκόσμια τελική κατανάλωση ενέργειας στο 35% έως το 2035, από περίπου 23% σήμερα.
Διαβάστε ακόμη
