Από την εποχή του λιγνίτη σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπου η καθαρή ενέργεια συναντά τα data centers και την τεχνητή νοημοσύνη, επιχειρεί να περάσει η Δυτική Μακεδονία, με τη ΔΕΗ να τοποθετεί πλέον τις ψηφιακές υποδομές στον πυρήνα του σχεδίου για την επόμενη ημέρα της περιοχής. Το μήνυμα συμπύκνωσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, περιγράφοντας τη μετάβαση ως πορεία «from coal to AI» και συνδέοντάς την όχι μόνο με την απολιγνιτοποίηση, αλλά με τη δημιουργία μιας νέας οικονομικής βάσης σε μια περιοχή που για δεκαετίες στήριξε την ανάπτυξή της στην εξόρυξη και την ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη.

Σε βίντεο του World Economic Forum για τον μετασχηματισμό της Δυτικής Μακεδονίας, ο κ. Στάσσης παρουσιάζει ουσιαστικά το επόμενο κεφάλαιο του σχεδιασμού της ΔΕΗ: την αξιοποίηση των ενεργειακών υποδομών, των δικτύων, του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού και της νέας παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ώστε η περιοχή να αποκτήσει ξανά ισχυρή παραγωγική δραστηριότητα. Αυτή τη φορά, όμως, το μοντέλο δεν θα στηρίζεται στον λιγνίτη, αλλά στον συνδυασμό πράσινης ηλεκτροπαραγωγής, αποθήκευσης, ευέλικτων μονάδων και ψηφιακών υποδομών μεγάλης κλίμακας.

Το μέγεθος της αλλαγής γίνεται σαφέστερο εάν αναλογιστεί κανείς το σημείο εκκίνησης. Η Δυτική Μακεδονία αποτέλεσε για δεκαετίες την ενεργειακή καρδιά της χώρας, με τον λιγνίτη να καλύπτει στην κορύφωση της δραστηριότητας έως και το 70% της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής. Η σταδιακή υποχώρησή του δεν άλλαξε μόνο το ενεργειακό μείγμα. Περιόρισε μια ολόκληρη οικονομική δραστηριότητα που είχε αναπτυχθεί γύρω από τα ορυχεία και τις μονάδες παραγωγής, με επιπτώσεις στην απασχόληση, στις τοπικές επιχειρήσεις και τελικά στον πληθυσμό της περιοχής.

Ακριβώς αυτή την κοινωνική διάσταση αναδεικνύει ο επικεφαλής της ΔΕΗ. Όπως επισημαίνει, οι κάτοικοι έχουν δει τα τελευταία χρόνια τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας να μειώνονται μαζί με τη λιγνιτική δραστηριότητα, ενώ η υποχώρηση της οικονομικής κίνησης έγινε αισθητή από τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια έως τις υπόλοιπες τοπικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, ένα μέρος της νεότερης γενιάς αναζήτησε εργασία και προοπτικές στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή στο εξωτερικό, επιτείνοντας τη δημογραφική συρρίκνωση.

Το ενεργειακό υπόβαθρο του νέου μοντέλου

Η απάντηση που επιχειρεί να δώσει η ΔΕΗ δεν περιορίζεται στην αντικατάσταση των λιγνιτικών MW με αντίστοιχη ισχύ ΑΠΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το World Economic Forum, στην περιοχή σχεδιάζονται περισσότερα από 3 GW καθαρής ενεργειακής ισχύος, ενώ στον ευρύτερο σχεδιασμό περιλαμβάνονται φωτοβολταϊκά, συστήματα αποθήκευσης και 660 MW υδροηλεκτρικής ισχύος.

Παράλληλα, η Πτολεμαΐδα 5, η τελευταία λιγνιτική μονάδα της ΔΕΗ, σχεδιάζεται να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου, αναλαμβάνοντας έναν διαφορετικό ρόλο στο νέο σύστημα: να προσφέρει την απαιτούμενη ευελιξία και να υποστηρίζει την αυξανόμενη παραγωγή από ΑΠΕ.

Ο κ. Στάσσης περιγράφει αυτή την πορεία ως μια διπλή μετάβαση. Από τη μία πλευρά, όπως σημειώνει, η ΔΕΗ υλοποίησε ένα από τα ταχύτερα προγράμματα απεξάρτησης από τον άνθρακα στην Ευρώπη. Από την άλλη, την ίδια περίοδο επιτάχυνε την ανάπτυξη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το επόμενο βήμα είναι αυτή η νέα ενεργειακή βάση να λειτουργήσει ως μοχλός για δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Το data center αλλάζει την εξίσωση

Εδώ εισέρχεται στην εικόνα το μεγάλο data center που σχεδιάζει η ΔΕΗ, με δυνατότητα ανάπτυξης έως το 1 GW. Πρόκειται για το στοιχείο που μετατοπίζει το σχέδιο πέρα από τα στενά όρια της ενεργειακής μετάβασης και εξηγεί τη φράση «from coal to AI».

Η λογική είναι ότι μια περιοχή με ισχυρές ηλεκτρικές διασυνδέσεις, μεγάλη παραγωγή ενέργειας και διαθέσιμη βιομηχανική γη μπορεί να φιλοξενήσει ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέα ζήτηση για την καθαρή ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγεται εκεί. Έτσι, η Δυτική Μακεδονία επιχειρεί να διατηρήσει τον χαρακτήρα της ως ενεργειακού κέντρου, αλλά με διαφορετική παραγωγική βάση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο βίντεο, το συνολικό εγχείρημα αποτιμάται σε περίπου 6,4 δισ. δολάρια και συνδέεται με τη δημιουργία περίπου 20.000 θέσεων εργασίας, από τις οποίες 2.000 εκτιμάται ότι θα είναι μόνιμες.

Για τον επικεφαλής της ΔΕΗ, ωστόσο, η σημασία του data center δεν εξαντλείται στην τοπική οικονομία. Όπως υποστηρίζει, η ανάπτυξη μιας τέτοιας υποδομής δημιουργεί πρόσθετη ψηφιακή δυναμικότητα εντός της Ευρώπης και προσφέρει τη δυνατότητα επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων και αναλύσεων επί ευρωπαϊκού εδάφους. Με αυτή την έννοια, το σχέδιο συνδέεται και με την ευρύτερη συζήτηση για την ψηφιακή αυτονομία της Ευρώπης, σε μια περίοδο κατά την οποία η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει κατακόρυφα τις ανάγκες για υπολογιστική ισχύ και, μαζί, για ηλεκτρική ενέργεια.

Η ενεργειακή διάσταση παραμένει καθοριστική. Ο κ. Στάσσης εκτιμά ότι η ανάπτυξη του νέου οικοσυστήματος μπορεί παράλληλα να συμβάλει στη βελτίωση του κόστους του ενεργειακού μείγματος και, κατ’ επέκταση, της ανταγωνιστικότητας τόσο της ελληνικής οικονομίας όσο και, σε ευρύτερη κλίμακα, της Ευρώπης.

DATA CENTER ΔΕΗ

Μακέτα για το data center της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία © ΔΕΗ

Η βιομηχανική κληρονομιά ως πλεονέκτημα

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα πίσω από την επιλογή της Δυτικής Μακεδονίας είναι ότι η περιοχή δεν ξεκινά από το μηδέν. Διαθέτει ηλεκτρικές διασυνδέσεις, βιομηχανικές εκτάσεις και, κυρίως, ανθρώπινο δυναμικό με δεκαετίες εμπειρίας σε μεγάλης κλίμακας βιομηχανικές και ενεργειακές δραστηριότητες.

«Κάνοντας αυτή τη μετάβαση, πρέπει να σκέφτεσαι τους ανθρώπους και το πώς θα τους πάρεις μαζί σου», σημειώνει ο κ. Στάσσης, εξηγώντας ότι για τη ΔΕΗ ήταν αναγκαίο να δημιουργηθεί μια νέα οικονομία στην περιοχή. Η βιομηχανική κουλτούρα της Δυτικής Μακεδονίας, το εκπαιδευμένο προσωπικό και οι υφιστάμενες συνδέσεις με το ηλεκτρικό σύστημα αποτελούν, κατά τον ίδιο, πλεονεκτήματα που μπορούν να επιταχύνουν την εγκατάσταση νέων δραστηριοτήτων.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι η απολιγνιτοποίηση να μην αφήσει πίσω της ένα παραγωγικό κενό. Η ΔΕΗ επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τις υποδομές που δημιουργήθηκαν σε πολλές δεκαετίες λιγνιτικής δραστηριότητας ως βάση για τον επόμενο κύκλο επενδύσεων, συνδέοντας την παραγωγή καθαρής ενέργειας με τη νέα ψηφιακή ζήτηση.

Αυτή είναι και η ουσία του «from coal to AI» που χρησιμοποιεί ο Γιώργος Στάσσης: η φιλοδοξία η Δυτική Μακεδονία να περάσει από ένα μοντέλο στο οποίο παρήγαγε καύσιμο και ηλεκτρική ενέργεια για ολόκληρη τη χώρα σε ένα νέο οικοσύστημα όπου η ενέργεια θα εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα, αλλά θα λειτουργεί πλέον ως βάση για data centers, ψηφιακές υποδομές και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Το World Economic Forum εντάσσει, άλλωστε, την περίπτωση της Δυτικής Μακεδονίας στην ευρύτερη συζήτηση για τη μετάβαση των βιομηχανικών clusters. Μέσω της πρωτοβουλίας Transitioning Industrial Clusters, η οποία περιλαμβάνει αντίστοιχα οικοσυστήματα σε 21 χώρες, επιχειρείται να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων, βιομηχανιών και δημόσιων φορέων που βρίσκονται στην ίδια γεωγραφική περιοχή, με τριπλό στόχο την οικονομική ανάπτυξη, τη διατήρηση και δημιουργία θέσεων εργασίας και τη μείωση των εκπομπών CO₂.

Διαβάστε ακόμη