Δύο νέες χώρες, εννέα έργα και σχεδόν 384 MW μέσα σε ένα καλοκαίρι προσθέτουν τα δύο ακόμη καθαρά σημεία στον νέο ευρωπαϊκό χάρτη της ΔΕΗ. Η είσοδος στην Ουγγαρία και η συμφωνία για την απόκτηση χαρτοφυλακίου ΑΠΕ στην Πολωνία δεν αποτελούν δύο αποσπασματικές επιχειρηματικές κινήσεις. Σχηματίζουν τον βόρειο βραχίονα ενός ενεργειακού διαδρόμου που ξεκινά από την Ελλάδα, περνά από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και φτάνει πλέον βαθύτερα στην Κεντρική Ευρώπη.
Στο χαρτί, οι δύο συμφωνίες καλύπτουν συνολικά 383,8 MW. Αυτό δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η ισχύς έχει ήδη περάσει σε λειτουργικό χαρτοφυλάκιο της ΔΕΗ. Στην Πολωνία περιλαμβάνονται έργα υπό ανάπτυξη, ενώ στην Ουγγαρία τα 49 MW αφορούν δικαίωμα εξαγοράς μπαταρίας που δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί. Σε επίπεδο, όμως, χαρτοφυλακίου που εξασφαλίζεται ή τίθεται υπό τον έλεγχο του Ομίλου, η πρώτη εβδομάδα της νέας επέκτασης πλησιάζει τον μέσο ετήσιο στόχο των περίπου 400 MW που προκύπτει για τις νέες αγορές έως το 2030.
Από ελληνική επιχείρηση σε περιφερειακή πλατφόρμα
Η ΔΕΗ δεν επιχειρεί απλώς να αυξήσει τον αριθμό των χωρών στις οποίες διαθέτει έργα. Ο στόχος είναι να δημιουργήσει ένα χαρτοφυλάκιο παραγωγής, αποθήκευσης, προμήθειας και εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο θα λειτουργεί ως ενιαία περιφερειακή πλατφόρμα.
Η Ελλάδα και η Ρουμανία αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες του Ομίλου. Μάλιστα η Ρουμανία είναι ένας κρίσιμος ενδιάμεσος κρίκος σε αυτόν τον διάδρομο, όπου η ΔΕΗ σχεδιάζει να υπερτριπλασιάσει την εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ και ευέλικτης παραγωγής, από 1,6 GW το 2025 σε 5,3 GW το 2030. Η ανάπτυξη νέων αιολικών, φωτοβολταϊκών, μπαταριών και ευέλικτων μονάδων θα ενισχύσει τη δυνατότητα διοχέτευσης ηλεκτρικής ενέργειας προς την Ουγγαρία και τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Ο μέχρι σήμερα βασικός άξονας Ελλάδας–Βουλγαρίας–Ρουμανίας επεκτείνεται έτσι προς την Ουγγαρία και, μέσω των διασυνδεδεμένων αγορών, προς τη Σλοβακία, τη Σλοβενία, την Κροατία και την Ιταλία, όπου ο Όμιλος σχεδιάζει επίσης νέες επενδύσεις.
Η αφετηρία είναι ήδη ισχυρή. Στο τέλος του 2025, ο Όμιλος διέθετε συνολική εγκατεστημένη ισχύ 12,4 GW και παρήγαγε περίπου 21 TWh ηλεκτρικής ενέργειας. Η ισχύς από ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων υδροηλεκτρικών, είχε φτάσει τα 7,2 GW, ενώ 3,7 GW βρίσκονταν υπό κατασκευή ή σε ώριμο στάδιο ανάπτυξης και το ευρύτερο χαρτοφυλάκιο ξεπερνούσε τα 20 GW. Έως το 2030, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς προβλέπεται να σχεδόν διπλασιαστεί στα 24,3 GW, με τις νέες ετήσιες προσθήκες να ανεβαίνουν από τα 1,4 στα 2,4 GW. Η πράσινη ισχύς, μαζί με τα υδροηλεκτρικά, σχεδιάζεται να φτάσει περίπου τα 19 GW. Για να στηριχθεί αυτή η ανάπτυξη, προβλέπονται επενδύσεις 24,2 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2030, από τις οποίες το 48% κατευθύνεται εκτός Ελλάδας.
Στο τέλος της δεκαετίας, το εξωτερικό εκτιμάται ότι θα αντιπροσωπεύει το 45% της εγκατεστημένης ισχύος και περίπου το 37% των λειτουργικών κερδών του Ομίλου, ποσοστό που στρογγυλοποιείται σε σχεδόν τέσσερα από κάθε δέκα ευρώ EBITDA. Με άλλα λόγια, η διεθνής δραστηριότητα παύει να αποτελεί συμπληρωματικό σκέλος και μετατρέπεται σε έναν από τους βασικούς κινητήρες της ΔΕΗ.
Η Πολωνία και το χαρτοφυλάκιο των 277,3 MW
Το μεγαλύτερο βήμα της τελευταίας εβδομάδας έγινε στην Πολωνία, όπου η ΔΕΗ συμφώνησε με τις EDP Renewables Polska και EDP Renewables Polska HoldCo για την απόκτηση επτά αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων συνολικής ισχύος 277,3 MW.
Τα 175,4 MW βρίσκονται ήδη σε εμπορική λειτουργία. Σε αυτά περιλαμβάνονται τρία αιολικά πάρκα συνολικής ισχύος 130,5 MW στις περιοχές Ilza, Tomaszow και Poturzyn, καθώς και δύο φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος 44,9 MW στις περιοχές Pakoslaw και Recz. Τα αιολικά εμφανίζουν συντελεστή απόδοσης έως 33%, ενώ τα φωτοβολταϊκά διαθέτουν συμβάσεις σταθερής τιμής για τα πρώτα χρόνια λειτουργίας τους, περιορίζοντας την έκθεση στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.
Το υπόλοιπο χαρτοφυλάκιο αποτελείται από τα φωτοβολταϊκά Ilza CP και Tomaszow CP, συνολικής ισχύος 101,9 MW, τα οποία αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία το 2029. Τα δύο έργα θα μοιράζονται τις ίδιες υποδομές σύνδεσης με τα γειτονικά αιολικά πάρκα, αξιοποιώντας το μοντέλο του cable pooling.
Η σημασία του μοντέλου είναι μεγαλύτερη από μια απλή εξοικονόμηση κόστους. Επειδή η αιολική και η ηλιακή παραγωγή δεν κορυφώνονται πάντοτε τις ίδιες ώρες, διαφορετικές τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιούν διαδοχικά την ίδια σύνδεση. Έτσι περιορίζεται η ανάγκη για νέο ηλεκτρικό χώρο, βελτιώνεται η χρήση του δικτύου και μειώνονται τα προβλήματα σύνδεσης νέων έργων. Η Πολωνία διαθέτει σχετικό θεσμικό πλαίσιο από την 1η Οκτωβρίου 2023.
Η χώρα αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές καθαρής ενέργειας στην Ευρώπη. Την περίοδο 2016-2025, η ισχύς των ΑΠΕ αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό άνω του 17%, ενώ ο εθνικός σχεδιασμός προβλέπει ότι έως το 2030 περισσότερο από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής θα προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.
Στην επιλογή της Πολωνίας βαρύνει και η γειτνίαση με την Ουκρανία. Πριν από τον πόλεμο, η Ουκρανία ήταν καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2024 κατέγραψε καθαρές εισαγωγές 4,4 TWh, έχοντας χάσει περίπου 27 GW παραγωγικής ισχύος από το 2022, ενώ μετά το 2030 οι ανάγκες εισαγωγών εκτιμώνται σε 5-8 TWh ετησίως. Αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως εξαγωγές της ΔΕΗ προς την Ουκρανία, δημιουργεί όμως μια πρόσθετη πηγή ζήτησης και διατηρεί «σφιχτό» το περιφερειακό ενεργειακό ισοζύγιο.
Η Ουγγαρία ως ενεργειακό σταυροδρόμι
Λίγες ημέρες νωρίτερα, η ΔΕΗ είχε συμφωνήσει με τη Greenvolt για την απόκτηση του φωτοβολταϊκού πάρκου Kira, ισχύος 57,5 MW, κοντά στο Királyegyháza της νότιας Ουγγαρίας. Το έργο λειτουργεί από τον Ιούλιο του 2024, έχει εκτιμώμενη διάρκεια ζωής άνω των 30 ετών και εξασφαλισμένα έσοδα μέσω 25ετούς κρατικά υποστηριζόμενης σύμβασης σταθερής τιμής. Σύμφωνα με τη Greenvolt, το τίμημα ανέρχεται σε 64,2 εκατ. ευρώ.
Η συμφωνία συνοδεύεται από δικαίωμα απόκτησης γειτονικής μπαταρίας 49,1 MW και χωρητικότητας περίπου 196,2 MWh, δηλαδή διάρκειας τεσσάρων ωρών, εφόσον το έργο φτάσει σε στάδιο έτοιμο προς κατασκευή. Η μπαταρία μπορεί να αποθηκεύει την πλεονάζουσα ηλιακή παραγωγή και να τη διοχετεύει στο σύστημα σε ώρες μεγαλύτερης ζήτησης και υψηλότερων τιμών. Η Ουγγαρία αποκτά ιδιαίτερη αξία λόγω της θέσης της στο κέντρο της ηπείρου. Μέσω των διασυνδέσεων και της σύζευξης των αγορών, μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος ανάμεσα στη Ρουμανία, τη Σλοβακία, την Αυστρία, τη Σλοβενία και την Κροατία και, έμμεσα, προς μεγαλύτερες αγορές όπως η Γερμανία και η Ιταλία. Η δυνατότητα αυτή δεν καταργεί τους φυσικούς περιορισμούς των δικτύων, προσφέρει όμως στη ΔΕΗ περισσότερες διαδρομές για την εμπορική αξιοποίηση της παραγωγής της.
Το φυσικό hedging Βορρά και Νότου
Πίσω από τις εξαγορές βρίσκεται μία ευρύτερη ενεργειακή λογική. Στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη αναμένεται να αποσυρθούν έως το 2035 περίπου 69 GW παλαιών μονάδων άνθρακα και φυσικού αερίου. Το κενό θα καλυφθεί από ΑΠΕ, αποθήκευση και νέες ευέλικτες μονάδες, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς ανανεώσιμων πηγών στην περιοχή προβλέπεται να υπερδιπλασιαστεί και να φτάσει περίπου τα 180 GW.
Παράλληλα, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να ενισχυθεί από την οικονομική ανάπτυξη, τον εξηλεκτρισμό, την επιστροφή παραγωγικών δραστηριοτήτων στην Ευρώπη και την ανάπτυξη data centers και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Οι περιορισμένες διασυνδέσεις μεταξύ Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης διατηρούν επίσης σημαντικές αποκλίσεις στις τιμές, δημιουργώντας περιθώρια εμπορικής βελτιστοποίησης.
Το μεγάλο πλεονέκτημα για τη ΔΕΗ είναι ότι το χαρτοφυλάκιο από την Πολωνία έως την Ελλάδα και την Ιταλία μπορεί να λειτουργεί ως φυσικό αντιστάθμισμα. Η ισχυρότερη αιολική παραγωγή του Βορρά συμπληρώνει την ηλιακή παραγωγή του Νότου, ενώ οι μπαταρίες και οι ευέλικτες μονάδες καλύπτουν τις ώρες κατά τις οποίες δεν φυσά ή δεν έχει ήλιο. Η Ρουμανία μπορεί να τροφοδοτεί την Ουγγαρία, η Ουγγαρία να ανοίγει εμπορικές διαδρομές προς την Κεντρική Ευρώπη και ο νότιος άξονας να συνεχίζει προς Βουλγαρία, Ελλάδα, Κροατία και Ιταλία.
Την κλίμακα της ενεργειακής μεταμόρφωσης της ΔΕΗ αποτυπώνει πρωτίστως η ταχεία διεύρυνση των ΑΠΕ, με την εγκατεστημένη ισχύ τους να υπερδιπλασιάζεται από 3,4 GW το 2021 σε 7,2 GW το 2025. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Morgan Stanley, η συνολική ισχύς του Ομίλου μπορεί να φτάσει τα 23,3 GW έως το 2030, έναντι στόχου 24,3 GW που έχει θέσει η διοίκηση. Η καθαρή προσθήκη υπολογίζεται σε 10,9 GW, εκ των οποίων 2,5 GW στην Ελλάδα, 3,8 GW στη Ρουμανία και 4,6 GW στις υπόλοιπες αγορές, με το 98% της νέας ισχύος να αφορά ΑΠΕ και το υπόλοιπο να περιλαμβάνει ευέλικτη παραγωγή, όπως μονάδες συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου σε Ελλάδα και Βουλγαρία.
Καθοριστικό πλεονέκτημα αποτελεί, κατά τον αμερικανικό οίκο, το καθετοποιημένο μοντέλο της ΔΕΗ, το οποίο συνδέει παραγωγή, προμήθεια και δίκτυα σε Ελλάδα και Ρουμανία, περιορίζοντας την έκθεση στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς και προσφέροντας άμεση διέξοδο στη νέα παραγωγή. Το 2025 ο Όμιλος παρήγαγε περίπου 21 TWh, έναντι πωλήσεων περίπου 32 TWh, εμφανίζοντας έλλειμμα παραγωγής 11 TWh. Έως το 2030, το κενό αυτό εκτιμάται ότι θα περιοριστεί σε μόλις 1 TWh, καθώς η παραγωγή προβλέπεται να ανέλθει στις 39 TWh και οι πωλήσεις στις 40 TWh. Επομένως, η νέα ισχύς δεν αναπτύσσεται χωρίς εξασφαλισμένη ζήτηση, αλλά έρχεται να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες της υφιστάμενης πελατειακής βάσης του Ομίλου.
Διαβάστε ακόμη
