Η ισχυρή ανταπόκριση που καταγράφει η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών δεν αποτελεί απλώς μια επιτυχημένη χρηματοοικονομική συναλλαγή. Για τη διοίκηση του Διαχειριστή συνιστά επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης προς το μεγαλύτερο επενδυτικό πρόγραμμα που έχει αναλάβει ποτέ ο οργανισμός, σε μια περίοδο κατά την οποία κρίσιμες ηλεκτρικές διασυνδέσεις περνούν από το στάδιο του σχεδιασμού στη φάση της υλοποίησης.
Η στήριξη του Ελληνικού Δημοσίου, η συμμετοχή της State Grid και το έντονο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα συνθέτουν αυτό που η διοίκηση του ΑΔΜΗΕ περιγράφει ως μια τριπλή ψήφο εμπιστοσύνης προς τον οργανισμό και το αναπτυξιακό του σχέδιο. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τις επαφές με επενδυτικά κεφάλαια, αρκετοί εξέφρασαν ενδιαφέρον που ξεπερνούσε τις ανάγκες της συγκεκριμένης αύξησης, φτάνοντας στο σημείο να διερωτώνται γιατί ο ΑΔΜΗΕ δεν επιλέγει να αντλήσει ακόμη περισσότερα κεφάλαια από την αγορά. Η πρόθεση του Capital Group να συμμετάσχει με 70 εκατ. ευρώ προσέδωσε επιπλέον βαρύτητα στην επενδυτική διαδικασία, ενώ, όπως τόνισε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ Μάνος Μανουσάκης, ο Διαχειριστής βρίσκεται πλέον στο «ραντάρ» των διεθνών κεφαλαιαγορών.
Η αύξηση κεφαλαίου έρχεται σε μια χρονική συγκυρία όπου ο ΑΔΜΗΕ καλείται να υλοποιήσει επενδύσεις ύψους 6 δισ. ευρώ έως το 2029. Πρόκειται για έργα που δεν περιορίζονται στην ενίσχυση του εγχώριου συστήματος μεταφοράς, αλλά αναμένεται να επηρεάσουν συνολικά τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη, ενισχύοντας τόσο τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας όσο και την αξιοποίηση νέας παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Παράλληλα, η διοίκηση ξεκαθαρίζει ότι τα νέα κεφάλαια δεν χρηματοδοτούν από μόνα τους το επενδυτικό πρόγραμμα. Αντιθέτως, αποτελούν τον βασικό μοχλό που επιτρέπει στον ΑΔΜΗΕ να ενεργοποιήσει τον απαιτούμενο δανεισμό και να υλοποιήσει τη χρηματοδοτική δομή που έχει σχεδιαστεί για τα μεγάλα έργα της επόμενης τετραετίας. Με άλλα λόγια, η ΑΜΚ αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να περάσουν οι επενδύσεις από τη θεωρία στην πράξη.
Τα έργα που «κουμπώνουν» στην ΑΜΚ
Περίπου το 60% των κεφαλαίων που θα αντληθούν από την αύξηση θα κατευθυνθεί σε τρία έργα τα οποία αποτελούν την αιχμή του επενδυτικού προγράμματος του Διαχειριστή: τη δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Ιταλίας, τη διασύνδεση των νησιών του Βορείου Αιγαίου και τη διασύνδεση των Δωδεκανήσων.
Το υπόλοιπο μέρος των κεφαλαίων θα διοχετευθεί σε έργα ενίσχυσης και ψηφιοποίησης του συστήματος μεταφοράς, καθώς και σε υποδομές που απαιτούνται για τη σύνδεση νέων έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες πρόσβασης στο δίκτυο αυξάνονται συνεχώς.
Κοινό χαρακτηριστικό των τριών εμβληματικών έργων είναι ότι έχουν πλέον περάσει από τη φάση της μελέτης και της προετοιμασίας στη φάση των διαγωνισμών, της αξιολόγησης προσφορών και των επικείμενων συμβασιοποιήσεων. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του ΑΔΜΗΕ Γιάννη Μάργαρη, τα περισσότερα βασικά πακέτα βρίσκονται είτε στο στάδιο υπογραφής συμβάσεων είτε σε διαδικασίες που οδηγούν άμεσα σε αναθέσεις.
Συμβάσεις μέσα στο έτος για το Βόρειο Αιγαίο
Το πιο ώριμο τμήμα του προγράμματος αφορά τη διασύνδεση των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Ο ΑΔΜΗΕ βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από την υπογραφή των συμβάσεων για τα υποβρύχια καλώδια εναλλασσόμενου ρεύματος που θα συνδέσουν τη Λήμνο, τη Λέσβο, τη Χίο και τη Σάμο με το διασυνδεδεμένο σύστημα.
Παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη ο δεύτερος κρίσιμος διαγωνισμός του έργου, ο οποίος αφορά τους 11 υποσταθμούς που θα εγκατασταθούν στα νησιά για να υποστηρίξουν τη λειτουργία της νέας υποδομής. Οι προσφορές αναμένονται το αμέσως επόμενο διάστημα και στη συνέχεια θα ακολουθήσει η διαδικασία αξιολόγησης και ανάθεσης.
Στόχος του Διαχειριστή είναι όλα τα βασικά τμήματα του έργου να έχουν συμβασιοποιηθεί εντός του έτους, ώστε να ξεκινήσει άμεσα η κατασκευαστική περίοδος. Πρόκειται για ένα έργο που θα αλλάξει ριζικά τον ενεργειακό χάρτη του βορειοανατολικού Αιγαίου, ενισχύοντας την ασφάλεια εφοδιασμού και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Η «ηλεκτρική λεωφόρος» προς τα Δωδεκάνησα
Σε εξίσου προχωρημένο στάδιο βρίσκεται και η διασύνδεση των Δωδεκανήσων, με βασικό κορμό τη γραμμή συνεχούς ρεύματος Κόρινθος – Κως. Το έργο συγκαταλέγεται στα πλέον απαιτητικά τεχνικά εγχειρήματα του επενδυτικού προγράμματος, καθώς περιλαμβάνει τόσο το υποβρύχιο καλωδιακό τμήμα όσο και δύο σταθμούς μετατροπής υψηλής τεχνολογίας στα δύο άκρα της διασύνδεσης.
Ο ΑΔΜΗΕ αξιολογεί ήδη τις προσφορές για το καλωδιακό σκέλος του έργου, ενώ παράλληλα αναμένει τις προσφορές πρώτης φάσης για τους σταθμούς μετατροπής σε Κόρινθο και Κω. Ταυτόχρονα βρίσκονται σε εξέλιξη οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις που απαιτούνται για την έναρξη της κατασκευαστικής φάσης.
Με την ολοκλήρωση του έργου, τα Δωδεκάνησα θα ενσωματωθούν πλήρως στο ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα, περιορίζοντας την εξάρτηση από τις τοπικές μονάδες παραγωγής και ενισχύοντας την αξιοπιστία ηλεκτροδότησης ενός από τα σημαντικότερα τουριστικά συμπλέγματα της χώρας.
Ελλάδα – Ιταλία: Το επόμενο μεγάλο βήμα στις διεθνείς διασυνδέσεις
Το τρίτο έργο που συνδέεται άμεσα με την αύξηση κεφαλαίου είναι η δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Ιταλίας (GRITA 2). Σε αντίθεση με τα δύο νησιωτικά έργα, η διασύνδεση βρίσκεται σε προγενέστερο στάδιο, ωστόσο η τεχνική της ωρίμανση έχει ήδη ξεκινήσει. Ο ΑΔΜΗΕ και ο ιταλικός διαχειριστής TERNA αξιολογούν τις προσφορές για τις έρευνες βυθού, οι οποίες θα καθορίσουν την τελική όδευση του νέου υποθαλάσσιου καλωδίου.
Οι έρευνες αναμένεται να ξεκινήσουν το επόμενο διάστημα και να ολοκληρωθούν στα τέλη του 2027 ή στις αρχές του 2028. Παράλληλα, οι δύο διαχειριστές επεξεργάζονται τις τεχνικές προδιαγραφές των καλωδίων και των σταθμών μετατροπής, ενώ προχωρούν οι απαραίτητες παρεμβάσεις στα εθνικά συστήματα μεταφοράς.
Για τον ΑΔΜΗΕ, η δεύτερη σύνδεση με την Ιταλία δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία διεθνή διασύνδεση. Θεωρείται κρίσιμη υποδομή για την ενίσχυση των διασυνοριακών ροών ηλεκτρικής ενέργειας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επιδιώκει να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ως πύλης μεταφοράς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Το έργο διατηρεί ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2033.
Η επόμενη δοκιμασία: το Great Sea Interconnector
Πέρα από τα τρία έργα που αποτελούν τον πυρήνα της αύξησης κεφαλαίου, η διοίκηση του ΑΔΜΗΕ εξακολουθεί να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο Great Sea Interconnector, τη διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου. Το αμέσως επόμενο κρίσιμο ορόσημο είναι η αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων του αιτήματος για δανειοδότηση έως 1 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ του συνολικού προϋπολογισμού του έργου, ο οποίος ανέρχεται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ.
Η διοίκηση του Διαχειριστή εμφανίζεται αισιόδοξη για τη θετική έκβαση της διαδικασίας, επισημαίνοντας τόσο τη στήριξη που παρέχουν οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου όσο και τη στρατηγική σημασία του έργου για την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου.
Μια θετική απόφαση της ΕΤΕπ θα επιτρέψει να καλυφθεί το βασικό χρηματοδοτικό κενό του έργου και να ανοίξει ο δρόμος για την επανεκκίνηση των ερευνών που παραμένουν σε εκκρεμότητα στα διεθνή ύδατα νοτίως της Κάσου. Παράλληλα, θα διευκολύνει και τις συζητήσεις για την είσοδο νέων επενδυτών στο έργο, οι οποίες παραμένουν ανοικτές.
Από τις διασυνδέσεις των νησιών στον περιφερειακό ρόλο
Για τη διοίκηση του ΑΔΜΗΕ, το πραγματικό διακύβευμα της αύξησης κεφαλαίου δεν περιορίζεται στην ολοκλήρωση συγκεκριμένων έργων. Η ολοκλήρωση των νησιωτικών διασυνδέσεων, η δεύτερη σύνδεση με την Ιταλία και οι υπό συζήτηση ενεργειακοί διάδρομοι με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που φιλοδοξεί να μετατρέψει τον Διαχειριστή από έναν εθνικό φορέα μεταφοράς σε έναν περιφερειακό παίκτη της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Διαβάστε ακόμη
