Αυστηρότερη αξιολόγηση ρίσκου, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα εσόδων και στενότερη συνεργασία επενδυτών και τραπεζών ήδη από τα πρώτα στάδια σχεδιασμού ενός project απαιτεί πλέον η νέα πραγματικότητα της ενεργειακής αγοράς. Η περίοδος κατά την οποία ένα έργο ΑΠΕ ή αποθήκευσης μπορούσε να προσεγγίσει τη χρηματοδότηση σχεδόν ως τυπικό επόμενο βήμα μετά την αδειοδότηση και την εξασφάλιση σύνδεσης έχει παρέλθει. Στη θέση της διαμορφώνεται ένα πολύ πιο απαιτητικό πλαίσιο, όπου οι τράπεζες δεν εξετάζουν μόνο αν ένα έργο είναι ώριμο αδειοδοτικά, αλλά αν μπορεί να αντέξει οικονομικά, τεχνικά και εμπορικά για τα επόμενα 15 έως 25 χρόνια.

Αυτό ήταν το κοινό μήνυμα που αναδείχθηκε από τις τοποθετήσεις του Βασίλη Καραμούζη και του Νίκου Κολυβοδιάκου, Γενικού Διευθυντή της Enerta, οι οποίοι περιέγραψαν μια αγορά που έχει αλλάξει ριζικά. Η μεταβλητότητα στις τιμές ενέργειας, οι αρνητικές τιμές τις ώρες υψηλής παραγωγής φωτοβολταϊκών, οι περικοπές, η πίεση στα δίκτυα, η αβεβαιότητα στα επιτόκια και οι νέες απαιτήσεις των τραπεζών μετακινούν πλέον το βάρος από την απλή ανάπτυξη έργων στη σοβαρή δομή τους. Το ερώτημα δεν είναι πια μόνο πόσα έργα θα αδειοδοτηθούν ή θα βρουν ηλεκτρικό χώρο, αλλά ποια από αυτά θα μπορούν πραγματικά να χρηματοδοτηθούν και να αποδώσουν σε βάθος χρόνου.

Από την εύκολη χρηματοδότηση στη νέα πειθαρχία της αγοράς

Ο Βασίλης Καραμούζης περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο τη μεταβολή που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια. Όπως ανέφερε, για μεγάλο διάστημα η ενέργεια στην Ελλάδα αντιμετωπιζόταν από τις τράπεζες σχεδόν ως ένα «εικοσαετές ομόλογο», με υψηλή προβλεψιμότητα, ανταγωνιστικούς όρους χρηματοδότησης και περιορισμένο αντιλαμβανόμενο ρίσκο. Αυτή η περίοδος, όμως, έχει τελειώσει.

Η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος, η εκτόξευση του LNG και οι μεγάλες διακυμάνσεις στην αγορά ηλεκτρισμού δημιούργησαν ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Όπως σημείωσε, η αγορά μπορεί πλέον να βλέπει τιμές «μηδέν το μεσημέρι και 300 το βράδυ», μια εικόνα που συμπυκνώνει τη νέα πραγματικότητα της μεταβλητότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, το βασικό ζητούμενο για τις τράπεζες είναι η προβλεψιμότητα των ταμειακών ροών. Έργα που είναι πλήρως εκτεθειμένα στο market risk, χωρίς μηχανισμούς σταθεροποίησης εσόδων, δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται εύκολα χρηματοδοτήσιμα.

Το μήνυμα προς τους επενδυτές είναι σαφές: οι τράπεζες πρέπει να μπαίνουν στη συζήτηση πολύ νωρίτερα. Δεν αρκεί ένας developer να εμφανίζεται στο τέλος της διαδικασίας ζητώντας χρηματοδότηση για ένα έργο που έχει ήδη σχεδιαστεί. Η νέα αγορά απαιτεί κοινό σχεδιασμό από την αρχή, ώστε να ενσωματώνονται εγκαίρως εργαλεία περιορισμού ρίσκου, όπως διμερείς συμβάσεις αγοράς ενέργειας, προϊόντα σταθερής τιμής, hedging και πιο ρεαλιστικές παραδοχές για τα μελλοντικά έσοδα.

Τα πέντε ζητήματα

Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Νίκος Κολυβοδιάκος, ο οποίος έθεσε με καθαρό τρόπο τα πέντε ζητήματα που καθορίζουν πλέον αν ένα μεγάλο έργο ΑΠΕ ή αποθήκευσης μπορεί να θεωρηθεί χρηματοδοτήσιμο.

Το πρώτο ζήτημα είναι η ύπαρξη προβλέψιμων και αξιόπιστων ταμειακών ροών σε βάθος 15 έως 25 ετών. Όπως εξήγησε, ένα έργο large-scale utility ΑΠΕ δεν αρκεί να έχει καλή τεχνική σύλληψη ή αδειοδοτική πρόοδο. Πρέπει να μπορεί να απαντήσει πώς θα παράγει σταθερά έσοδα σε ένα περιβάλλον που δεν είναι ούτε σταθερό ούτε απλό. Η χρηματοδοτησιμότητα κρίνεται πλέον από το αν το τεχνικό, εμπορικό και ρυθμιστικό ρίσκο μπορεί να παραμείνει διαχειρίσιμο σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα.

Το δεύτερο ζήτημα είναι η ασφάλεια σύνδεσης του έργου στο σύστημα. Ο κ. Κολυβοδιάκος ανέδειξε τον ρόλο της θέσης του έργου, του διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου και του βαθμού κορεσμού του δικτύου στην περιοχή όπου αναπτύσσεται η επένδυση. Οι τράπεζες εξετάζουν πλέον αν το δίκτυο μπορεί πράγματι να απορροφήσει την παραγόμενη ενέργεια, ποιος είναι ο κίνδυνος συμφόρησης, αν απαιτούνται έργα ενίσχυσης και ποιο είναι το πραγματικό χρονοδιάγραμμα ενεργοποίησης του έργου. Με άλλα λόγια, το location δεν είναι πια απλώς χωροταξικό ή τεχνικό στοιχείο, αλλά βασικός παράγοντας χρηματοοικονομικής αξιολόγησης.

Το τρίτο ζήτημα είναι ο κίνδυνος εσόδων, το λεγόμενο revenue risk. Ο Γενικός Διευθυντής της Enerta στάθηκε ιδιαίτερα στις αρνητικές τιμές που καταγράφονται όταν τα φωτοβολταϊκά έχουν πολύ υψηλή παραγωγή, κυρίως τις μεσημεριανές ώρες μιας καλοκαιρινής ημέρας. Σε αυτό προστίθενται οι περικοπές παραγωγής, είτε λόγω τοπικής συμφόρησης του δικτύου είτε επειδή συνολικά η παραγωγή υπερβαίνει τη ζήτηση και το σύστημα χρειάζεται να περιορίσει την έγχυση ενέργειας. Οι δύο αυτοί παράγοντες καθιστούν δυσκολότερη την πρόβλεψη των ταμειακών ροών και επηρεάζουν ευθέως το αν, με ποιους όρους και σε ποιο βαθμό ένα έργο μπορεί να χρηματοδοτηθεί από μια τράπεζα.

Το τέταρτο ζήτημα είναι η τεχνολογία και ο εξοπλισμός. Όπως υπογράμμισε ο κ. Κολυβοδιάκος, η επιλογή εξοπλισμού δεν αποτελεί πλέον μια απλή τεχνική παράμετρο. Είναι μέρος της απόδοσης της επένδυσης. Οι τράπεζες ζητούν πλέον προμηθευτές κατηγορίας Tier 1, με αποδεδειγμένο ιστορικό έργων, ισχυρές εγγυήσεις απόδοσης και αξιόπιστες δεσμεύσεις για τη μακροχρόνια λειτουργία του εξοπλισμού. Η ποιότητα του εξοπλισμού συνδέεται άμεσα με την παραγωγή, τα έσοδα και τελικά με την ικανότητα εξυπηρέτησης του δανεισμού.

Το πέμπτο ζήτημα είναι η αξιοπιστία του εργολάβου και της συνολικής αλυσίδας υλοποίησης. Ο κ. Κολυβοδιάκος σημείωσε ότι η επιλογή του κατάλληλου EPC contractor είναι κρίσιμη, καθώς το έργο πρέπει να ολοκληρωθεί σωστά, εντός χρονοδιαγράμματος και με τις προβλεπόμενες τεχνικές προδιαγραφές. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι συμβάσεις λειτουργίας και συντήρησης, τις οποίες συχνά ζητούν οι τράπεζες από τους ίδιους τους προμηθευτές, ώστε να διασφαλιστεί η απόδοση του έργου σε βάθος χρόνου.

Τα δίκτυα, η αποθήκευση και το όριο του παλιού μοντέλου

Η νέα αυτή πειθαρχία συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη εικόνα της ενεργειακής μετάβασης. Η Ελλάδα, όπως ειπώθηκε, είναι σε έναν βαθμό «θύμα της επιτυχίας» της στις ΑΠΕ. Η ταχεία αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος δημιούργησε πλέον νέα ερωτήματα για τη λειτουργία του συστήματος, την επάρκεια των δικτύων και την ανάγκη αποθήκευσης.

Ο Βασίλης Καραμούζης σημείωσε ότι η αποθήκευση έχει μπει δικαίως στο επίκεντρο της συζήτησης, όμως προειδοποίησε ότι και εκεί χρειάζεται σοβαρότερη ανάλυση. Ένα έργο μπαταρίας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην υπόθεση ότι θα αποκομίσει υψηλά έσοδα τα πρώτα χρόνια, πριν αυξηθεί ο ανταγωνισμός. Αν το δάνειο έχει ορίζοντα 20 ετών, τότε το επιχειρηματικό σχέδιο πρέπει να απαντά τι θα συμβεί και στα υπόλοιπα 17 χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι επενδύσεις στα δίκτυα και στις διασυνδέσεις αποκτούν κομβική σημασία. Τα προγράμματα του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΣΦΑ δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως αναπτυξιακά έργα, αλλά και ως προϋπόθεση για να προστατευθεί το σύνολο του ενεργειακού οικοσυστήματος. Αν δεν προχωρήσουν οι αναγκαίες υποδομές, η πίεση στις ΑΠΕ, στις περικοπές και στη δυνατότητα απορρόφησης νέας ισχύος θα ενταθεί.

Το νέο μήνυμα προς τους επενδυτές

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ενεργειακή αγορά εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ωρίμανση των έργων δεν θα κρίνεται μόνο από τις άδειες, τον ηλεκτρικό χώρο ή την ισχύ που θα εγκατασταθεί, αλλά από την ικανότητα των επενδυτών να παρουσιάσουν ολοκληρωμένα, ανθεκτικά και χρηματοδοτήσιμα business plans.

Οι επενδυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα. Να μπαίνουν νωρίς στη συζήτηση με τις τράπεζες, να μην υποτιμούν το ρίσκο των εσόδων, να αξιολογούν σοβαρά τον κίνδυνο περικοπών, να επιλέγουν αξιόπιστη τεχνολογία και να δομούν έργα με πραγματικό βάθος χρόνου. Η αγορά δεν ζητά λιγότερα έργα. Ζητά καλύτερα σχεδιασμένα έργα.

Διαβάστε ακόμη