Χωρίς σαφώς προσδιορισμένο ορίζοντα ολοκλήρωσης προχωρά ο διαγωνισμός για την αντικατάσταση των υδρομέτρων της ΕΥΔΑΠ, ένα έργο εμβληματικής κλίμακας που αφορά περίπου 2,5 εκατομμύρια μετρητές και συνιστά τον πυρήνα του λειτουργικού μετασχηματισμού της εταιρείας. Παρά τη στρατηγική του σημασία και την εξασφαλισμένη χρηματοδοτική του βάση, η διαδικασία δεν έχει ακόμη «κλειδώσει» ως προς τη δομή και το χρονοδιάγραμμά της.

Σύμφωνα με πληροφορίες του energygame.gr, το έργο βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε φάση αξιολόγησης προτάσεων από την PwC, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η διαδικασία παραμένει σε στάδιο τεχνικής και συμβουλευτικής προετοιμασίας και δεν έχει εισέλθει ακόμη στην τελική, δεσμευτική διαγωνιστική φάση. Η εμπλοκή συμβούλου αυτού του βεληνεκούς αποτυπώνει την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος, τόσο ως προς τις τεχνολογικές επιλογές όσο και ως προς τη διαμόρφωση των όρων του διαγωνισμού.

Το ενδιαφέρον της αγοράς είναι ήδη έντονο και διεθνοποιημένο. Έντεκα κορυφαίοι «παίκτες» διεκδικούν θέση σε έναν από τους μεγαλύτερους διαγωνισμούς έξυπνων υδρομέτρων που έχουν προκηρυχθεί στη χώρα. Πρόκειται για τη γερμανική Zenner, την αμερικανική Itron, τη δανέζικη Kamstrup, την ελβετική Landis+Gyr, τη Neptune Technology Group, τη Honeywell μέσω της Elster, τη Diehl Metering, τη Sensus της Xylem, τη Badger Meter, τη γαλλική Sagemcom και την ιταλική Pietro Fiorentini.

Με βάση τις ίδιες πληροφορίες, στην επόμενη φάση αναμένεται να περάσουν έξι υποψήφιοι, οι οποίοι θα αποτελέσουν και τη βάση για τη διαμόρφωση των τεχνικών προδιαγραφών του διαγωνισμού. Ωστόσο, το μοντέλο που εξετάζεται δεν παραπέμπει σε μια «κλειστή» διαδικασία: παρότι οι προδιαγραφές θα ευθυγραμμίζονται με τις λύσεις αυτών των έξι, στο τραπέζι βρίσκεται έντονα η πρόβλεψη να μπορούν να συμμετάσχουν σε δεύτερο χρόνο και άλλοι ενδιαφερόμενοι, υπό την προϋπόθεση ότι καλύπτουν τα ίδια τεχνικά standards.

Πηγές που παρακολουθούν στενά τη διαδικασία επισημαίνουν ότι η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ βλέπει σε αυτή τη δομή έναν τρόπο ενίσχυσης του ανταγωνισμού και, κυρίως, της διαφάνειας. Ωστόσο, εγείρονται ερωτήματα ως προς το πώς θα προχωρήσει η εν λόγω διαδικασία.

Την ίδια στιγμή, ανοιχτό παραμένει ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα του έργου. Η ίδια η αρχιτεκτονική του διαγωνισμού. Ειδικότερα, δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση για το εάν το σύστημα τηλεμετρίας, δηλαδή η υποδομή συλλογής, μετάδοσης και διαχείρισης των δεδομένων κατανάλωσης θα ενταχθεί στο ίδιο πακέτο με τα υδρόμετρα ή θα αποτελέσει ξεχωριστό διαγωνιστικό αντικείμενο. Πρόκειται για επιλογή με σημαντικές τεχνικές και εμπορικές προεκτάσεις, καθώς επηρεάζει τόσο τη διάρθρωση της αγοράς όσο και το εύρος συμμετοχής των υποψηφίων.

Στο φόντο αυτών των εκκρεμοτήτων, ο διαγωνισμός προχωρά μεν, αλλά χωρίς πλήρως διαμορφωμένο πλαίσιο. Η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή ενός έργου ώριμου ως προς τη στρατηγική του στόχευση και το επενδυτικό του μέγεθος, αλλά ακόμη «ανοικτού» ως προς τις κρίσιμες τεχνικές και θεσμικές του παραμέτρους, γεγονός που εξηγεί και την απουσία σαφούς χρονοδιαγράμματος για την ολοκλήρωσή του.

Χρηματοδοτική ένεση  αναζητά η ΕΥΔΑΠ για τα υδρόμετρα

Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης αναλυτών, ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χάρης Σαχίνης, επεσήμανε εντός περίπου έξι μηνών αναμένεται να έχει ξεκαθαρίσει το χρηματοδοτικό σχήμα για τα «έξυπνα» υδρόμετρα.

Ο επικεφαλής της εταιρείας εστίασε ιδιαίτερα στη λογική του ρυθμιστικού πλαισίου, εξηγώντας με τεχνική σαφήνεια πώς μεταφράζεται μια τέτοια επένδυση στα οικονομικά της επιχείρησης και, τελικά, στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Όπως ανέφερε, στην περίπτωση που το έργο χρηματοδοτηθεί από ίδια κεφάλαια, η επένδυση εντάσσεται στη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση (RAB). Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία δικαιούται απόδοση επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου, με βάση το εγκεκριμένο από τον ρυθμιστή σταθμισμένο κόστος κεφαλαίου (WACC), το οποίο σήμερα διαμορφώνεται στο 6,24%. Η απόδοση αυτή ενσωματώνεται στα μελλοντικά έσοδα της εταιρείας και, κατ’ επέκταση, αντανακλάται –σε βάθος χρόνου– στα τιμολόγια ύδρευσης.

Ωστόσο, ο ίδιος έσπευσε να αποσαφηνίσει ότι η επίδραση στους καταναλωτές δεν αναμένεται να είναι έντονη, καθώς τέτοιου τύπου επενδύσεις αποσβένονται σε μακροχρόνιο ορίζοντα, συνήθως δεκαετίας, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση να κατανέμεται σταδιακά. Την ίδια στιγμή, ξεκαθάρισε ότι εάν μέρος ή το σύνολο της επένδυσης καλυφθεί από τρίτες πηγές χρηματοδότησης και όχι από ίδια κεφάλαια τότε το αντίστοιχο κόστος δεν μετακυλίεται στα τιμολόγια, καθώς δεν εντάσσεται στη ρυθμιζόμενη βάση.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται και η στρατηγική επιλογή της εταιρείας. Όπως ανέφερε ο κ. Σαχίνης, η ΕΥΔΑΠ, σε συνεργασία με το Δημόσιο, αναζητά ενεργά χρηματοδοτικά εργαλεία επιχορηγήσεων (grants) και όχι απλώς δανειακή στήριξη. Στόχος είναι να ενταχθεί το έργο των ψηφιακών υδρομέτρων σε ένα σχήμα που θα αναγνωρίζει τον περιβαλλοντικό του χαρακτήρα, προβάλλοντάς το ως «πράσινη» επένδυση με ουσιαστικό αποτύπωμα στην εξοικονόμηση υδάτινων πόρων.

Ο ίδιος ανέδειξε και τη λειτουργική διάσταση της τεχνολογίας, τονίζοντας ότι τα έξυπνα υδρόμετρα δεν περιορίζονται στη μέτρηση της κατανάλωσης, αλλά αποτελούν εργαλείο ενεργής διαχείρισης του δικτύου και πρόληψης απωλειών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, δίνουν τη δυνατότητα άμεσης ενημέρωσης του καταναλωτή ακόμη και την επόμενη ημέρα σε περίπτωση διαρροής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον περιορισμό της σπατάλης νερού.

Τα έξυπνα υδρόμετρα στη «μάχη» κατά των διαρροών

Τα έξυπνα υδρόμετρα δεν αποτελούν μόνο εργαλείο ακριβέστερης μέτρησης, αλλά κρίσιμο κρίκο στη στρατηγική μείωσης των απωλειών, καθώς επιτρέπουν τον έγκαιρο εντοπισμό διαρροών και τη στοχευμένη παρέμβαση στο δίκτυο. Όπως εξήγησε ο Διευθύνων Σύμβουλος Χάρης Σαχίνης, οι πραγματικές διαρροές στο δίκτυο της Αθήνας υπολογίζονται σήμερα περίπου στο 15%, με τον στόχο να τίθεται στο 10%, ένα επίπεδο που θεωρείται διεθνώς σχεδόν βέλτιστο.

Ο ίδιος διευκρίνισε ότι η επιδίωξη μηδενικών διαρροών δεν είναι ούτε τεχνικά εφικτή ούτε οικονομικά ορθολογική. Υπάρχει, όπως σημείωσε, ένα σημείο ισορροπίας, πέρα από το οποίο το κόστος περαιτέρω μείωσης αυξάνεται δυσανάλογα σε σχέση με το όφελος. Ενδεικτικά, για να περιοριστούν οι απώλειες από το 15% στο 10%, απαιτούνται επενδύσεις της τάξης των 250–300 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, μια προσπάθεια προσέγγισης του μηδενός θα συνεπαγόταν εκτεταμένη αντικατάσταση του παλαιού δικτύου, με κόστος που θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 2,5 δισ. ευρώ.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εταιρεία έχει αναπτύξει μια πιο στοχευμένη στρατηγική παρεμβάσεων, βασισμένη σε ανάλυση δεδομένων και τεχνολογικά εργαλεία. Όπως ανέφερε ο κ. Σαχίνης, η ΕΥΔΑΠ έχει συνεργαστεί με το Πολυτεχνείο για τη δημιουργία μοντέλων που προσδιορίζουν το βέλτιστο επίπεδο επενδύσεων και τις περιοχές προτεραιότητας. Η προσέγγιση δεν βασίζεται σε οριζόντια αντικατάσταση του δικτύου, αλλά σε παρεμβάσεις «εκεί που χρειάζεται περισσότερο».

Για τον σκοπό αυτό αξιοποιούνται τρεις βασικές πηγές πληροφόρησης: τα ιστορικά στοιχεία και οι ψηφιακοί χάρτες της εταιρείας, που αποτυπώνουν τα σημεία με συχνότερες βλάβες· ένα προγνωστικό μοντέλο που λαμβάνει υπόψη χαρακτηριστικά όπως το υλικό, η ηλικία και η διάμετρος των αγωγών και, τέλος, συνεργασία με εξειδικευμένη εταιρεία που χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για την πρόβλεψη πιθανών αστοχιών.

Ο συνδυασμός αυτών των εργαλείων επιτρέπει ήδη την ιεράρχηση των παρεμβάσεων. Όπως σημείωσε, εργασίες έχουν ξεκινήσει σε επιλεγμένες περιοχές, ενώ δρομολογούνται και τρεις νέες εργολαβίες, τις οποίες η εταιρεία επιδιώκει να επιταχύνει. Πρόκειται, ωστόσο, για σύνθετα έργα εντός αστικού ιστού, με εκτιμώμενο χρονικό ορίζοντα υλοποίησης τριών έως τεσσάρων ετών. Παρ’ όλα αυτά, τα πρώτα απτά αποτελέσματα αναμένονται από το 2027, όταν η συνδυασμένη επίδραση των επενδύσεων στο δίκτυο και της ψηφιοποίησης μέσω των υδρομέτρων θα αρχίσει να αποτυπώνεται μετρήσιμα στις απώλειες νερού.

Διαβάστε ακόμη