Σαφές μήνυμα υπέρ της επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης, με αιχμή την οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, εκπέμπει η διοίκηση της ΔΕΗ, μέσω επιστολής του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου Γιώργου Στάσση προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η επιστολή, εντάσσεται στο πλαίσιο της απάντησης του ΥΠΕΝ σε κοινοβουλευτική ερώτηση για τους κινδύνους της βίαιης απολιγνιτοποίησης και τη μετάβαση «από τον λιγνίτη στα data centers», αποτυπώνοντας με σαφήνεια τη στρατηγική προσέγγιση της επιχείρησης.
Στον πυρήνα της τοποθέτησης του επικεφαλής της ΔΕΗ βρίσκεται η ανάδειξη της ενεργειακής μετάβασης ως πολυδιάστατης αναγκαιότητας. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, «η μετάβαση σε ένα καθαρότερο ενεργειακό μείγμα δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά οικονομική και εθνική αναγκαιότητα», υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση για το ενεργειακό μείγμα υπερβαίνει τα όρια της περιβαλλοντικής πολιτικής και αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της ανταγωνιστικότητας και της ενεργειακής αυτάρκειας της χώρας.
Η επιστολή τεκμηριώνει τη θέση αυτή με συγκεκριμένα λειτουργικά και οικονομικά δεδομένα για τον λιγνίτη. Σύμφωνα με τον κ. Στάσση, «η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη έχει καταστεί εξαιρετικά κοστοβόρα, γεγονός που θα επιβάρυνε δυσανάλογα τους λογαριασμούς ρεύματος των καταναλωτών», ενώ η ίδια η λειτουργική εικόνα των μονάδων επιβεβαιώνει την απώλεια ανταγωνιστικότητας. Ενδεικτικά, επισημαίνεται ότι το 2025 η μονάδα «Πτολεμαΐδα 5» λειτούργησε με συντελεστή χρησιμοποίησης μόλις 17,37%, στοιχείο που, όπως τονίζεται, «αποδεικνύει πως οι λιγνιτικές μονάδες καθίστανται ολοένα και λιγότερο ανταγωνιστικές σε σχέση με άλλες μορφές παραγωγής», επηρεάζοντας καθοριστικά τη θέση του λιγνίτη στο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής.
Στο ίδιο πλαίσιο, η διοίκηση της ΔΕΗ επαναπροσδιορίζει και τον ρόλο του λιγνίτη ως «στρατηγικού αποθέματος», συνδέοντας πλέον την έννοια της ενεργειακής ασφάλειας με ένα διαφορετικό ενεργειακό υπόδειγμα. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «η ενεργειακή ασφάλεια θωρακίζεται πλέον μέσω της αύξησης της διείσδυσης των Ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ο ήλιος και ο άνεμος δεν είναι εισαγόμενες πηγές) σε συνδυασμό με τη διαφοροποίησή τους, την αποθήκευση ενέργειας (μπαταρίες) και την ενίσχυση των διεθνών διασυνδέσεων», αποτυπώνοντας την κατεύθυνση προς ένα πιο αποκεντρωμένο και ευέλικτο ενεργειακό σύστημα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στην επόμενη ημέρα των λιγνιτικών περιοχών, με σαφή αναφορά στον σχεδιασμό μετασχηματισμού της Δυτικής Μακεδονίας. Σύμφωνα με την επιστολή, «η πρόβλεψη για μετατροπή της σε Data Center ή άλλη χρήση μετά το 2026 εντάσσεται στον σχεδιασμό της ΔΕΗ για την αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας», με τα data centers να παρουσιάζονται όχι ως απειλή αλλά ως εργαλείο σταθεροποίησης του συστήματος. Ειδικότερα, όπως σημειώνεται, «δεν αποτελούν “απειλή” για το σύστημα, αλλά πελάτες που μπορούν να λειτουργήσουν ως σταθερά φορτία, διευκολύνοντας την απορρόφηση της πλεονάζουσας ενέργειας που παράγεται στην περιοχή και παρέχοντας σταθερότητα στο σύστημα ηλεκτρισμού».
Παράλληλα, περιγράφεται ένα ευρύτερο ενεργειακό οικοσύστημα που συνοδεύει τη μετάβαση, με έμφαση σε υποδομές και τεχνολογίες που ενισχύουν την ευελιξία και την επάρκεια του συστήματος. Όπως αναφέρεται, η ανάπτυξη αυτή «περιλαμβάνει τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου, την ανάπτυξη έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης ενέργειας (συμπεριλαμβανομένων μπαταριών και αντλησιοταμιευτικών), σύγχρονων δικτύων καθώς και μονάδα παραγωγής πράσινου υδρογόνου», διαμορφώνοντας ένα νέο παραγωγικό και ενεργειακό υπόδειγμα για τη χώρα.
Σημαντική είναι και η κοινωνικοοικονομική διάσταση της μετάβασης που αναδεικνύεται στην επιστολή. Όπως επισημαίνεται, «η λιγνιτική δραστηριότητα ενώ ήταν έντασης εργασίας, ήταν ταυτόχρονα φθίνουσα», ενώ αντίθετα «η εγκατάσταση data centers, σε συνδυασμό με τις νέες ενεργειακές υποδομές, στοχεύει στη δημιουργία ποιοτικών και μόνιμων θέσεων εργασίας στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας και των κατασκευών». Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι οι θέσεις αυτές αφορούν εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, ενώ δημιουργούνται και έμμεσες θέσεις απασχόλησης σε τομείς όπως η συντήρηση, η ασφάλεια και τα logistics.
Συνολικά, η παρέμβαση του επικεφαλής της ΔΕΗ σκιαγραφεί μια σαφή στρατηγική κατεύθυνση: την οριστική μετατόπιση από ένα μοντέλο βασισμένο στον λιγνίτη σε ένα νέο ενεργειακό και παραγωγικό οικοσύστημα, στο οποίο η καθαρή ενέργεια, η αποθήκευση, οι διασυνδέσεις και οι ψηφιακές υποδομές συγκροτούν τον βασικό κορμό της ενεργειακής και αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας.
Διαβάστε ακόμη
