Η πρώτη επίσημη κίνηση για να ανοίξει στην Ελλάδα ο φάκελος της πυρηνικής ενέργειας έγινε, όμως μαζί με τη δημοσίευση του ΦΕΚ άνοιξε και μια δεύτερη, πιο πρακτική συζήτηση στην αγορά: με ποια χρήματα, ποιους ανθρώπους και ποια τεχνική υποστήριξη θα γίνει στην πράξη η δουλειά που ανατίθεται στη νέα Κυβερνητική Επιτροπή. Η Επιτροπή έχει προθεσμία 24 μηνών για να παραδώσει την Τελική Έκθεση που θα κρίνει, σε τεχνικό επίπεδο, εάν η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει ή όχι σε εθνικό πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας.

Το γεγονός ότι η πυρηνική ενέργεια περνά πλέον από τις κατά καιρούς δηλώσεις σε μια επίσημη διαδικασία διερεύνησης αξιολογείται θετικά από ανθρώπους της αγοράς. «Είναι θετικό ότι ακούστηκε, έστω και στα χαρτιά, η λέξη πυρηνική ενέργεια», είναι το πνεύμα με το οποίο υποδέχονται την απόφαση. Η συνέχεια, όμως, αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Και αυτό γιατί πίσω από μια τεχνολογία με υψηλό κόστος, μεγάλους χρόνους προετοιμασίας και αυστηρές απαιτήσεις ασφάλειας, η θεσμική εκκίνηση από μόνη της δεν αρκεί.

Το ΦΕΚ, πάντως, κάνει ένα βήμα περισσότερο από το να συγκροτήσει απλώς ακόμη μία κυβερνητική επιτροπή. Η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου δεν συνιστά απόφαση για την κατασκευή πυρηνικού σταθμού, αλλά θεσμοθετεί τον μηχανισμό που θα εξετάσει εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις η πυρηνική ενέργεια μπορεί να ενταχθεί στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας. Η Επιτροπή αναλαμβάνει μάλιστα επισήμως τον ρόλο του Nuclear Energy Programme Implementing Organization – NEPIO και τη διαχείριση της πρώτης, διερευνητικής φάσης σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας.

Στη σύνθεσή της αποτυπώνεται και το εύρος του εγχειρήματος. Στο ίδιο τραπέζι κάθονται εκπρόσωποι των υπουργείων Οικονομικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Υγείας, Υποδομών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ανάπτυξης, Ναυτιλίας και Κλιματικής Κρίσης, μαζί με στελέχη της Προεδρίας της Κυβέρνησης. Συμμετέχουν ακόμη η ΡΑΑΕΥ, η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, ο «Δημόκριτος» και το ΓΕΕΘΑ, ενώ μπορούν να κληθούν χωρίς δικαίωμα ψήφου οι επικεφαλής του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ, το ΚΑΠΕ, το ΤΕΕ, ο ΣΕΒ, η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και ιδιώτες εμπειρογνώμονες.

Ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα, όμως, είναι που κάνει την αγορά να κοιτά περισσότερο τα «ψιλά γράμματα» της απόφασης.

Ο διπλός ρόλος Τσάφου και τα πρώτα σχόλια

Η πρώτη αντίδραση ήταν μάλιστα περισσότερο σκωπτική παρά τεχνική. Ο αρμόδιος υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος ορίζεται πρόεδρος όχι μόνο της Κυβερνητικής Επιτροπής αλλά και της Τεχνικής Ομάδας Έργου Πυρηνικής Ενέργειας, στην οποία ανατίθεται η ουσιαστική επεξεργασία των παραδοτέων, των προμελετών και του οδικού χάρτη.

Η «διπλή προεδρία» δεν πέρασε απαρατήρητη και σχολιάστηκε στην αγορά, όχι τόσο ως θέμα προσώπου, όσο ως επιλογή που συγκεντρώνει στο ίδιο κέντρο την πολιτική εποπτεία και τον τεχνικό συντονισμό ενός ιδιαίτερα απαιτητικού αντικειμένου. Για ορισμένους, αυτό αφήνει εξαρχής ανοιχτό το ερώτημα πόσο ισχυρή και αυτόνομη θα είναι τελικά η τεχνική πλευρά του εγχειρήματος.

Το πρώτο μεγάλο ερώτημα είναι τα χρήματα

Το ουσιαστικότερο κενό που εντοπίζεται, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: στη χρηματοδότηση.

Το ΦΕΚ αναφέρει ρητά ότι από τη συγκεκριμένη Πράξη δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. Η διατύπωση δεν σημαίνει βεβαίως ότι δεν μπορούν να εξασφαλιστούν πόροι στη συνέχεια. Για την αγορά, όμως, δημιουργεί ένα εύλογο πρώτο ερώτημα: πώς θα χρηματοδοτηθεί η δουλειά που το ίδιο το ΦΕΚ απαιτεί να γίνει;

Και μόνο η διερευνητική φάση έχει κόστος. Χρειάζονται εξειδικευμένες μελέτες, τεχνικοί σύμβουλοι, θεσμική και νομική προεργασία, συντονισμός πολλών υπουργείων και πρόσβαση σε τεχνογνωσία που σήμερα δεν υπάρχει συγκεντρωμένη στη χώρα. Η Επιτροπή καλείται να πραγματοποιήσει gap analysis σε 19 διαφορετικά πεδία, να συντονίσει προμελέτες σκοπιμότητας και κόστους-οφέλους και να καταρτίσει συγκεκριμένο οδικό χάρτη.

«Ο σχεδιασμός απαιτεί χρήματα, συντονισμένες ενέργειες και διαδικασίες», είναι η παρατήρηση που επανέρχεται από ανθρώπους της αγοράς. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η Επιτροπή έχει σαφές αντικείμενο. Είναι εάν θα αποκτήσει και τα μέσα για να το φέρει εις πέρας.

Τα 19 πεδία δεν συμπληρώνονται απλώς σε ένα χαρτί

Το δεύτερο σημείο προβληματισμού αφορά το ρυθμιστικό και θεσμικό πλαίσιο. Τα 19 πεδία της IAEA καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα: χρηματοδότηση, νομικό και κανονιστικό πλαίσιο, πυρηνική ασφάλεια, ακτινοπροστασία, ηλεκτρικό σύστημα, ανθρώπινο δυναμικό, χωροθέτηση, περιβαλλοντική προστασία, σχέδια έκτακτης ανάγκης, κύκλο καυσίμου, διαχείριση αποβλήτων και βιομηχανική συμμετοχή.

Η αγορά επισημαίνει ότι αυτά δεν αποτελούν ένα απλό checklist που μπορεί να συμπληρωθεί με μια σειρά από μελέτες. Σε αρκετά πεδία απαιτείται να αρχίσει παράλληλα η οικοδόμηση ενός ρυθμιστικού οικοσυστήματος που σήμερα δεν υπάρχει. Το ίδιο το ΦΕΚ, άλλωστε, προβλέπει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εντοπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές παρεμβάσεις βάσει του εθνικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου. Και κάπου εδώ βρίσκεται μια από τις βασικές παρατηρήσεις της αγοράς: η αποτύπωση των κενών έχει αξία μόνο εάν συνοδευτεί από σχέδιο για το πώς αυτά θα καλυφθούν.

Οι άνθρωποι που θα κάνουν τη «βαριά» δουλειά

Το τρίτο ερώτημα αφορά τη στελέχωση. Η Τεχνική Ομάδα Έργου μπορεί να αποτελείται από έως 18 μέλη, ενώ προβλέπεται η συμμετοχή έως οκτώ εξειδικευμένων ιδιωτών εμπειρογνωμόνων. Η ακριβής σύνθεσή της, όμως, δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.

Εκεί η αγορά περιμένει να δει ποιοι θα καθίσουν πραγματικά γύρω από το τραπέζι. «Δεν γίνεται να συζητάς για πυρηνική ενέργεια χωρίς πυρηνικούς μηχανικούς και φυσικούς», σημειώνουν χαρακτηριστικά πηγές, προσθέτοντας ότι η δουλειά δεν τελειώνει εκεί. Χρειάζονται ειδικοί στην ακτινοπροστασία, στα απόβλητα και στον κύκλο του καυσίμου, αλλά και οικονομολόγοι, νομικοί και κοινωνικοί επιστήμονες με σχετική εμπειρία.

Γιατί πριν φτάσει η συζήτηση σε αντιδραστήρες, επενδύσεις και τοποθεσίες, υπάρχουν πολύ πιο δύσκολες ερωτήσεις. Τι σημαίνει πυρηνική ασφάλεια σε μια σεισμογενή χώρα; Πώς θα αντιμετωπιστούν τα ραδιενεργά απόβλητα; Ποιο θα είναι το πλαίσιο πολιτικής προστασίας; Και κυρίως, πώς θα οργανωθεί ένας δημόσιος διάλογος γύρω από μια τεχνολογία που παραμένει σε μεγάλο βαθμό ξένη για την ελληνική κοινωνία;

Ο φόβος να γίνει «μια ακόμη μελέτη»

Οι πιο δύσπιστες φωνές της αγοράς προχωρούν ακόμη περισσότερο. Εκφράζουν τον φόβο ότι η τεχνική προεργασία μπορεί τελικά να καταλήξει να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη γενική συμβουλευτική εργασία.

Δεν θα τους προκαλούσε, όπως λένε, ιδιαίτερη έκπληξη εάν σημαντικό μέρος της μελέτης ανατεθεί τελικά σε έναν από τους μεγάλους διεθνείς συμβουλευτικούς οίκους αντί σε έναν εξειδικευμένο τεχνικό φορέα με βαθιά εμπειρία στην πυρηνική βιομηχανία. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τέτοια ανάθεση και το ΦΕΚ δεν προδικάζει την επιλογή συμβούλου. Η κριτική αφορά περισσότερο το μοντέλο που θεωρούν ότι πρέπει να ακολουθηθεί.

Το ζητούμενο, λένε, είναι η Τελική Έκθεση να μην αποτελέσει απλώς ακόμη ένα κείμενο που θα ολοκληρώσει μια διοικητική διαδικασία. Θα πρέπει να αντέχει σε αυστηρό τεχνικό έλεγχο και να δίνει στην κυβέρνηση πραγματικά δεδομένα πάνω στα οποία θα μπορέσει να λάβει μια απόφαση με ορίζοντα δεκαετιών. Σε διαφορετική περίπτωση, ο φόβος είναι το εγχείρημα να αφήσει την αίσθηση ότι «γίνεται για να γίνει».

Η Ελλάδα δεν μπορεί να πάει μόνη της

Σε ένα σημείο υπάρχει μεγαλύτερη σύγκλιση: εάν η Ελλάδα αποφασίσει να προχωρήσει, δεν μπορεί να χτίσει μόνη της όλη την απαραίτητη τεχνογνωσία.

Οι διεθνείς συνεργασίες θα είναι βασική προϋπόθεση. Θα απαιτηθούν συνέργειες με χώρες που διαθέτουν ώριμη πυρηνική βιομηχανία, εξειδικευμένους τεχνικούς φορείς και προμηθευτές τεχνολογίας. Το ΦΕΚ προβλέπει άλλωστε ότι η Επιτροπή θα υποστηρίζει την κυβέρνηση στις επαφές με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς και θα εκπροσωπεί την Ελλάδα απέναντι στην IAEA, στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.

Στην αγορά υπάρχει παράλληλα η εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ παρακολουθούν με ενδιαφέρον το ελληνικό άνοιγμα προς την πυρηνική ενέργεια, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις νεότερες τεχνολογίες. Το ΦΕΚ, άλλωστε, δεν περιορίζει τη διερεύνηση στους συμβατικούς αντιδραστήρες. Βάζει ρητά στο τραπέζι και τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες, τους SMRs, εξετάζοντάς τους με κριτήρια το κόστος, την ασφάλεια, την ωριμότητα και τη συμβατότητά τους με το ελληνικό ενεργειακό μίγμα, ενώ ανοίγει ακόμη τη συζήτηση για πιθανές εφαρμογές σε βιομηχανία, ναυτιλία, μικροδίκτυα, μη διασυνδεδεμένα νησιά και data centers.

Και εδώ επιστρέφει η αγορά στην αρχική της παρατήρηση. Το γεγονός ότι η πυρηνική ενέργεια μπήκε επιτέλους θεσμικά στο χαρτί είναι θετικό. Από τη στιγμή όμως που μπήκε, πρέπει να αντιμετωπιστεί με το βάρος που της αναλογεί.

Διαβάστε ακόμη