Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν αφήνει χρηματοδοτικό κενό στην ενεργειακή μετάβαση. Αντίθετα, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας περνά σε μια νέα περίοδο, με διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης που καλύπτουν από την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και την αυτοκατανάλωση έως τις διασυνδέσεις των νησιών, την αποθήκευση, την ηλεκτροκίνηση και τη μείωση του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία.
Ο νέος σχεδιασμός στηρίζεται κυρίως στο Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, στο Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών και στο Ταμείο Εκσυγχρονισμού. Σε αυτά προστίθεται πλέον ακόμη μία πηγή, η ευρωπαϊκή ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια, η οποία εκτιμάται ότι μπορεί να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο περίπου 1 δισ. ευρώ για ενεργειακές παρεμβάσεις μέσα στην επόμενη διετία.
Η αλλαγή σκυτάλης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το ενεργειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης αντιστοιχούσε σε περίπου 3,5 δισ. ευρώ και αποτέλεσε βασικό χρηματοδοτικό βραχίονα για έργα και προγράμματα των τελευταίων ετών. Τώρα το ενδιαφέρον μεταφέρεται σε εργαλεία με διαφορετική στόχευση και μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνική διάσταση της ενεργειακής μετάβασης, στην απανθρακοποίηση των νησιών και στη μείωση του κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η προετοιμασία της νέας περιόδου επιταχύνθηκε μέσα στο καλοκαίρι, όταν ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τις ενεργειακές δράσεις του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου και του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νησιών. Την ίδια περίοδο, το ΥΠΕΝ επιδίωξε να κλείσει χωρίς απώλειες τον κύκλο του Ταμείου Ανάκαμψης, διασφαλίζοντας την απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων.
Κατοικίες, αντλίες θερμότητας και φωτοβολταϊκά
Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο αναμένεται να αποτελέσει το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο για παρεμβάσεις που αγγίζουν άμεσα τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις. Οι ενεργειακές δράσεις που συνδέονται με αυτό κινούνται στην περιοχή των 1,7 δισ. ευρώ, με βασικό στόχο να μειωθεί η κατανάλωση και, κατ’ επέκταση, η επιβάρυνση από το ενεργειακό κόστος.
Κεντρική θέση έχουν οι ανακαινίσεις και οι ενεργειακές παρεμβάσεις στις κατοικίες. Στον σχεδιασμό προβλέπονται δράσεις ύψους 1,748 δισ. ευρώ, μέσω των οποίων εκτιμάται ότι θα υποστηριχθούν περίπου 62.000 κατοικίες και η εγκατάσταση τουλάχιστον 200.000 ενεργειακά αποδοτικών συστημάτων.
Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι αντλίες θερμότητας και οι ηλιακοί θερμοσίφωνες, ενώ στις επιλέξιμες παρεμβάσεις περιλαμβάνονται και φωτοβολταϊκά συστήματα αυτοπαραγωγής. Η κατεύθυνση είναι σαφής: ένα μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης των νοικοκυριών να καλύπτεται είτε με λιγότερη ενέργεια είτε με παραγωγή που γίνεται στο ίδιο το κτίριο.
Παράλληλα, σχεδιάζεται η λειτουργία 13 One-Stop Shops, ενός σε κάθε Περιφέρεια, ώστε οι πολίτες να έχουν ένα ενιαίο σημείο ενημέρωσης και καθοδήγησης για τα προγράμματα, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και την υλοποίηση των επενδύσεων.
Ιδιαίτερη μέριμνα προβλέπεται για τα ευάλωτα νοικοκυριά, καθώς περίπου 200.000 δικαιούχοι θα μπορούν να αποκτήσουν δωρεάν Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης. Με τον τρόπο αυτό αφαιρείται ένα αρχικό κόστος που σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί αποτρεπτικά για την ένταξη σε προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δημιουργία Μητρώου Ενεργειακής Στήριξης, μέσω του οποίου θα συγκεντρώνονται στοιχεία για τους δικαιούχους και την εφαρμογή των μέτρων, ώστε η υποστήριξη να κατευθύνεται πιο στοχευμένα προς όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Σχέδιο για 4.400 δημόσιους φορτιστές
Σημαντικό μέρος του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου αφορά και την ηλεκτροκίνηση. Ο σχεδιασμός προβλέπει χρηματοδότηση 135 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη 4.400 δημόσια προσβάσιμων σημείων φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων.
Το βάρος αναμένεται να πέσει κυρίως σε περιοχές όπου η εμπορική ανάπτυξη υποδομών φόρτισης παραμένει περιορισμένη. Πρόκειται για κρίσιμο κρίκο στην προσπάθεια διεύρυνσης της ηλεκτροκίνησης πέρα από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου το δίκτυο φορτιστών είναι ήδη πιο αναπτυγμένο.
Έως 2,3 δισ. ευρώ για την ενεργειακή μετάβαση των νησιών
Το δεύτερο μεγάλο χρηματοδοτικό μέτωπο αφορά τα νησιά. Το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών είχε αρχικά σχεδιαστεί με εκτιμώμενους πόρους περίπου 1,9 δισ. ευρώ, ωστόσο η άνοδος της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών CO2 έχει ανεβάσει τον δυνητικό προϋπολογισμό ακόμη και στα 2,3 δισ. ευρώ.
Το ακριβές ύψος των εσόδων θα εξαρτηθεί από τις τιμές στις οποίες θα δημοπρατηθούν τα σχετικά δικαιώματα το 2027. Ωστόσο, ο υφιστάμενος σχεδιασμός δίνει ήδη σαφή εικόνα για το πού θα κατευθυνθεί το μεγαλύτερο μέρος των πόρων.
Περίπου 1,1 δισ. ευρώ προορίζονται για τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των Δωδεκανήσων, των Κυκλάδων και των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Η χρηματοδότηση των διασυνδέσεων αποτελεί κομβική παρέμβαση, καθώς επιτρέπει τη σταδιακή υποκατάσταση της τοπικής ηλεκτροπαραγωγής με πετρέλαιο και δημιουργεί περισσότερο χώρο για την αξιοποίηση των ΑΠΕ.
Ένα δεύτερο πακέτο, ύψους 977 εκατ. ευρώ, κατευθύνεται σε έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σε συνδυασμό με αποθήκευση, με ιδιαίτερη βαρύτητα στην αυτοκατανάλωση.
Το εύρος των δυνητικών δικαιούχων είναι μεγάλο. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται κατοικίες, ξενοδοχειακές μονάδες, εστιατόρια, εμπορικά καταστήματα, γραφεία, νοσοκομεία, σχολεία, δημόσια κτίρια και αγροτικές εγκαταστάσεις. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και συστημάτων αποθήκευσης μπορεί να περιορίσει την ενέργεια που αντλούν οι καταναλωτές από το δίκτυο, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για περιοχές με υψηλό ενεργειακό κόστος και έντονη εποχικότητα της ζήτησης.
Στο Ταμείο έχουν επίσης ενταχθεί 200 εκατ. ευρώ για φράγματα και ταμιευτήρες πολλαπλού σκοπού, ενώ ακόμη 56 εκατ. ευρώ προβλέπονται για υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων.
Τα πρώτα 315 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού
Το Ταμείο Εκσυγχρονισμού βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά, καθώς συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις έχουν ήδη εγκριθεί.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται πρόγραμμα 100 εκατ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό της θέρμανσης και της ψύξης θερμοκηπίων. Η παρέμβαση βασίζεται στην εγκατάσταση αντλιών θερμότητας και φωτοβολταϊκών και αποσκοπεί στη μείωση της ενεργειακής δαπάνης μιας δραστηριότητας με ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις σε ενέργεια.
Παράλληλα, 15 εκατ. ευρώ προβλέπονται για την ενεργειακή αναβάθμιση περίπου 80 δημοτικών κολυμβητηρίων. Το σχέδιο προβλέπει μεταξύ άλλων την αντικατάσταση συμβατικών λεβήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου από αντλίες θερμότητας.
Το μεγαλύτερο από τα συγκεκριμένα πακέτα αφορά τη βιομηχανία. Πρόκειται για πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ για επενδύσεις ενεργειακής εξοικονόμησης, σε μία περίοδο κατά την οποία το κόστος ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα πίεσης για την ανταγωνιστικότητα του εγχώριου παραγωγικού ιστού.
Η ρήτρα διαφυγής και το νέο πακέτο για αυτοκατανάλωση
Η επόμενη πηγή χρηματοδότησης που μπαίνει στην εξίσωση είναι η ευρωπαϊκή ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια. Οι μέχρι στιγμής εκτιμήσεις τοποθετούν τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο που μπορεί να αξιοποιηθεί περίπου στο 1 δισ. ευρώ σε ορίζοντα διετίας.
Ένα σημαντικό κομμάτι των χρημάτων εξετάζεται να διοχετευθεί στην αυτοκατανάλωση, αρχικά για επιχειρήσεις και δήμους, χωρίς να αποκλείεται η διεύρυνση των κινήτρων και προς τους ιδιώτες.
Στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται υπό επεξεργασία και η ενίσχυση για εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης. Η επιδότηση μπαταριών μπορεί να αυξήσει το ποσοστό της παραγόμενης πράσινης ενέργειας που καταναλώνεται επιτόπου και να περιορίσει την ανάγκη αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο τις ακριβότερες ώρες.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση αποκτά πρόσθετη σημασία μετά τη δέσμευση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της ΔΕΘ για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία.
Η ρήτρα διαφυγής αναμένεται, άλλωστε, να αποτελέσει ένα από τα βασικά σημεία της εξειδίκευσης των ενεργειακών μέτρων που θα παρουσιάσει το ΥΠΕΝ την Τρίτη, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τις νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση και εξοικονόμηση με ένα πιο άμεσο οικονομικό όφελος για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Σε σχέση με την περίοδο του Ταμείου Ανάκαμψης, η νέα γενιά προγραμμάτων αλλάζει σε έναν βαθμό και την κατανομή των πόρων. Οι μεγάλες υποδομές παραμένουν στο επίκεντρο, ιδιαίτερα στα νησιά, όμως αυξάνεται αισθητά το βάρος της αυτοκατανάλωσης, της αποθήκευσης, της ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων και της αντικατάστασης συμβατικών τεχνολογιών από ηλεκτρικές.
Έτσι, το επόμενο κεφάλαιο της χρηματοδότησης της ενεργειακής μετάβασης δεν περιορίζεται στην προσθήκη νέων ΑΠΕ. Το ζητούμενο μεταφέρεται πλέον στο πώς περισσότερη από αυτή την ενέργεια θα αξιοποιείται εκεί όπου παράγεται, πώς θα περιοριστεί η κατανάλωση και, κυρίως, πώς οι επενδύσεις που έχουν γίνει και εκείνες που ακολουθούν θα αρχίσουν να αποτυπώνονται πιο καθαρά στους λογαριασμούς και στο κόστος λειτουργίας της οικονομίας.
Διαβάστε ακόμη
