Τρεις παράγοντες αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας καθώς πλησιάζει το 2027: η οικονομική ελκυστικότητα των έργων αποθήκευσης με μπαταρίες, η συνεχιζόμενη εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο και η έκθεση της χώρας στις γεωπολιτικές αναταράξεις που συνδέονται με τις ρωσικές προμήθειες αερίου.
Αυτοί είναι οι τρεις άξονες που αναδεικνύει η Aurora Energy Research στην ανάλυσή της για τις δυνάμεις που αναδιαμορφώνουν την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού. Η εικόνα που προκύπτει είναι μιας αγοράς που βρίσκεται σε μεταβατική φάση: από τη μία πλευρά, η αποθήκευση δημιουργεί ένα νέο επενδυτικό πεδίο με υψηλές δυνητικές αποδόσεις και, από την άλλη, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει τέτοιο βάρος στο ηλεκτρικό σύστημα ώστε οι διεθνείς τιμές και οι γεωπολιτικές εξελίξεις να μπορούν να επηρεάζουν άμεσα το κόστος ηλεκτρισμού στην Ελλάδα.
Το 2027 αποκτά ιδιαίτερη σημασία κυρίως για την αγορά των μπαταριών. Σύμφωνα με τα μοντέλα της Aurora, ένα αυτόνομο σύστημα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας με μπαταρίες, διάρκειας δύο ωρών, το οποίο θα τεθεί σε λειτουργία εκείνη τη χρονιά, μπορεί να επιτύχει εσωτερικό βαθμό απόδοσης 11%-12%. Πρόκειται για απόδοση περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από εκείνη ενός αντίστοιχου έργου που θα εισέλθει στην αγορά το 2030.
Το «παράθυρο» του 2027 για τις μπαταρίες
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή αφορά, επομένως, την αποθήκευση. Η εκτίμηση της Aurora για απόδοση 11%-12% σε έργα που θα λειτουργήσουν το 2027 καταδεικνύει ότι οι επενδυτές που θα καταφέρουν να μπουν νωρίτερα στην αγορά ενδέχεται να βρεθούν σε ευνοϊκότερη θέση σε σύγκριση με όσους ακολουθήσουν λίγα χρόνια αργότερα. Η διαφορά των δύο ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με ένα αντίστοιχο έργο που θα ξεκινήσει το 2030 είναι αξιοσημείωτη, ιδιαίτερα σε έναν κλάδο στον οποίο η απόδοση μιας επένδυσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρονική στιγμή εισόδου στην αγορά. Με βάση τα στοιχεία της Aurora, η αντίστοιχη απόδοση για ένα έργο του 2030 διαμορφώνεται περίπου στο 9%-10%.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί και γιατί η περίοδος έως το 2027 αναμένεται να είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη της αγοράς αποθήκευσης. Τα αυτόνομα συστήματα μπαταριών καλούνται να αποκτήσουν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στο ηλεκτρικό σύστημα, ενώ το επενδυτικό ενδιαφέρον στρέφεται σταδιακά και σε έργα που θα λειτουργούν με περισσότερο εμπορικούς όρους, με τους ενδιαφερόμενους να εστιάζουν πέρα από την αδειοδοτική ωρίμανση των έργων και στο κατά πόσο αυτά μπορούν να καταστούν οικονομικά βιώσιμα.
Φυσικό αέριο: Παραμένει ο μεγάλος ρυθμιστής των τιμών
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η μεγάλη παρουσία του φυσικού αερίου στο ελληνικό μείγμα ηλεκτροπαραγωγής. Σύμφωνα με την Aurora, το 35%-45% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα προέρχεται από μονάδες φυσικού αερίου, ποσοστό που αποτυπώνει την ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στην αγορά ηλεκτρισμού και στην αγορά αερίου, παρά την ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Ακριβώς αυτή η εξάρτηση είναι που οδηγεί την Aurora να προβλέπει ότι οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα θα κινηθούν κατά μέσο όρο κοντά στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα την περίοδο 2026-2029, εκτίμηση που καλύπτει μια τετραετία κατά την οποία η ελληνική αγορά θα συνεχίσει να προσθέτει νέες μονάδες καθαρής ενέργειας και αποθήκευσης και ενέχει την πεποίθηση ότι το αέριο δεν πρόκειται να πάψει άμεσα να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διαμόρφωση των τιμών.
Ο γεωπολιτικός κίνδυνος και η συμμετοχή του ρωσικού αερίου
Ο τρίτος και ενδεχομένως πιο απρόβλεπτος παράγοντας είναι γεωπολιτικός. Η Aurora υπολογίζει ότι το 45% της προμήθειας φυσικού αερίου της Ελλάδας εξακολουθεί να προέρχεται από τη Ρωσία. Η εξάρτηση αυτή δημιουργεί έναν σαφή κίνδυνο για την ελληνική αγορά σε περίπτωση πλήρους διακοπής των ρωσικών ροών. Η εταιρεία έχει μάλιστα μοντελοποιήσει τις πιθανές επιπτώσεις ενός τέτοιου σεναρίου. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, η διακοπή των ρωσικών προμηθειών θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των ελληνικών τιμών φυσικού αερίου κατά 27%, οι δε τιμές ηλεκτρισμού θα μπορούσαν να είναι κατά 13% υψηλότερες έως το 2028.
Μια αγορά ανάμεσα στις μπαταρίες και το αέριο
Οι τρεις παράγοντες που ξεχωρίζει η Aurora συνθέτουν τελικά δύο διαφορετικές όψεις της ελληνικής ενεργειακής μετάβασης. Από τη μία βρίσκεται η νέα αγορά της αποθήκευσης, όπου ένα έργο μπαταριών δύο ωρών που θα τεθεί σε λειτουργία το 2027 μπορεί, με βάση τα μοντέλα της εταιρείας, να προσφέρει απόδοση 11%-12%. Πρόκειται για έναν νέο επενδυτικό χώρο που αποκτά μεγαλύτερο βάρος καθώς αλλάζει η δομή του ηλεκτρικού συστήματος. Από την άλλη, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντική έκθεση στο φυσικό αέριο: 35%-45% της ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται από μονάδες που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο καύσιμο και 45% των προμηθειών αερίου προέρχεται από τη Ρωσία. Το βασικό μήνυμα της Aurora φαίνεται να είναι ότι η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού μπαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν επενδυτικές ευκαιρίες, χωρίς όμως να έχουν εξαφανιστεί οι παραδοσιακοί κίνδυνοι…
Διαβάστε ακόμα
