Η Ελλάδα εισέρχεται πλέον σε φάση προετοιμασίας για την ενδεχόμενη ενσωμάτωση της πυρηνικής ενέργειας στο μελλοντικό ενεργειακό της μείγμα, με την κυβέρνηση να δρομολογεί τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία του αναγκαίου θεσμικού πλαισίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο αναμένεται σήμερα να εγκρίνει τη σύσταση, τη συγκρότηση και τη λειτουργία της Κυβερνητικής Επιτροπής για την Πυρηνική Ενέργεια, έπειτα από κοινή εισήγηση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου και του υφυπουργού Νίκου Τσάφου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο νέος μηχανισμός θα θεσμοθετηθεί με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου και θα έχει διπλή δομή.  Στην κορυφή θα βρίσκεται η Κυβερνητική Επιτροπή με διυπουργική σύνθεση και πρόεδρο τον Νίκο Τσάφο, ενώ στο δεύτερο επίπεδο θα λειτουργεί εξειδικευμένη τεχνική ομάδα, η οποία θα αναλάβει τις μελέτες και την ουσιαστική προετοιμασία του εγχειρήματος. 

Η σύσταση της Επιτροπής δεν αποτελεί πράσινο φως για την κατασκευή πυρηνικού σταθμού, δεν προκρίνει συγκεκριμένη τεχνολογία και δεν ανοίγει διαδικασία επιλογής τοποθεσίας, προμηθευτή ή επενδυτή. Θέτει, όμως, τις βάσεις για να απαντηθεί με τεχνικούς και οικονομικούς όρους εάν η χώρα μπορεί να εντάξει την πυρηνική ενέργεια στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της. Η απάντηση θα προκύψει μέσα από έναν πολυετή κύκλο αξιολόγησης, ο οποίος θα καλύψει από το κόστος και τη χωροθέτηση έως την ασφάλεια, το ρυθμιστικό πλαίσιο, το ηλεκτρικό δίκτυο, την κοινωνική αποδοχή και τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων.

Πίσω από τη θεσμική απόφαση βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη μετατόπιση. Η Ελλάδα αρχίζει να αντιμετωπίζει την πυρηνική τεχνολογία όχι μόνο ως πιθανή πηγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ως ένα εγχείρημα που μπορεί να επηρεάσει την εγχώρια βιομηχανία, τη ναυπηγική, την έρευνα, τα πανεπιστήμια και ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού. Παράλληλα, ανοίγει η συζήτηση για τις διεθνείς συνεργασίες και τη χρηματοδότηση, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να εμφανίζονται ως ένας από τους βασικούς πιθανούς εταίρους στην τεχνική και θεσμική προετοιμασία.

Πρόεδρος της Επιτροπής ο Νίκος Τσάφος – Ποιοι θα συμμετέχουν

Στην προεδρία της Κυβερνητικής Επιτροπής αναμένεται να τεθεί ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, ενώ το ΥΠΕΝ θα έχει τον κεντρικό συντονισμό. Ως προς τη δομή, στην Επιτροπή αναμένεται να συμμετέχουν, γενικοί γραμματείς και εκπρόσωποι των υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Παιδείας, Υγείας, καθώς και Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. Οι εκπρόσωποι των υπουργείων θα συγκροτούν τον πυρήνα λήψης αποφάσεων και, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα διαθέτουν δικαίωμα ψήφου. Κεντρικό ρόλο αναμένεται να έχει και η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, κυρίως στα ζητήματα ακτινοπροστασίας, πυρηνικής ασφάλειας και ρυθμιστικής προετοιμασίας. 

Η τεχνική ομάδα 

Κάτω από την Κυβερνητική Επιτροπή, ως δεύτερο σκέλος του ίδιου σχήματος, θα συγκροτηθεί τεχνική υποομάδα, στελεχωμένη από πρόσωπα με γνώση της πυρηνικής ενέργειας και της ενεργειακής πολιτικής. Η υποομάδα θα διαθέτει πρόεδρο και συντονιστή και θα αναλάβει την ουσιαστική προετοιμασία γύρω από τα 19 πεδία της IAEA.

Για κάθε επιμέρους αντικείμενο θα μπορεί να συνεργάζεται με πανεπιστήμια και εξειδικευμένες επιστημονικές ομάδες. Ενδεικτικά, διαφορετικές ομάδες θα μπορούν να εξετάσουν τις πιθανές επιλογές χωροθέτησης μιας πυρηνικής εγκατάστασης ή το κόστος της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα. Η τεχνική υποομάδα θα συντονίζει τις επιμέρους μελέτες, θα συγκεντρώνει τα αποτελέσματα και θα τα συνθέτει σε ενιαίες εκθέσεις, οι οποίες θα υποβάλλονται στην Κυβερνητική Επιτροπή, με τελικό στόχο την προετοιμασία του ελληνικού φακέλου για την IAEA.

Παράλληλα, προβλέπεται η κατά περίπτωση συμμετοχή στην Κυβερνητική Επιτροπή φορέων όπως ο ΣΕΒ, πανεπιστημίων και ενεργειακών εταιρειών, μεταξύ των οποίων η ΔΕΗ. Ο ρόλος τους θα είναι συμβουλευτικός, με δυνατότητα να συνεισφέρουν στοιχεία, τεχνογνωσία και προτάσεις, χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου, το οποίο θα διαθέτουν αποκλειστικά οι εκπρόσωποι των υπουργείων.

Σύμφωνα με πηγές η Επιτροπή θα αναλάβει να διαμορφώσει την εθνική στρατηγική, να οργανώσει τη συνεργασία των συναρμόδιων υπουργείων και να κινητοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό. Παράλληλα, θα καθορίσει τις προτεραιότητες των μελετών που απαιτούνται για να διαπιστωθεί εάν η πυρηνική επιλογή είναι τεχνικά εφαρμόσιμη, οικονομικά βιώσιμη και θεσμικά διαχειρίσιμη για την Ελλάδα. Το έργο δεν θα περιοριστεί στην αξιολόγηση ενός υποθετικού πυρηνικού σταθμού. Θα εξεταστούν οι εναλλακτικές τεχνολογίες, οι δυνατότητες των SMRs, η ανάγκη για σταθερή ηλεκτροπαραγωγή σε ένα σύστημα με μεγάλη διείσδυση ΑΠΕ, το κόστος της ενέργειας, οι εφαρμογές στη βιομηχανία και στη ναυτιλία. 

Το διπλό σχήμα

Πηγές της αγοράς τονίζουν στο energygame.gr πως η αρχιτεκτονική των δύο επιπέδων επιχειρεί να συνδυάσει την πολιτική βούληση με την τεχνική ευελιξία. Η Κυβερνητική Επιτροπή θα μπορεί να κινητοποιεί υπουργεία και δημόσιες υπηρεσίες, εξασφαλίζοντας ότι τα απαραίτητα στοιχεία φτάνουν εγκαίρως στους επιστήμονες. Η τεχνική ομάδα θα έχει, από την άλλη πλευρά, την τεχνική γνώση και την ελευθερία να οργανώνει μελέτες και να συνεργάζεται με ειδικούς, χωρίς κάθε επιμέρους εργασία να χρειάζεται νέα πολιτική απόφαση.

Εάν, για παράδειγμα, μια μελέτη χωροθέτησης χρειάζεται σεισμικά δεδομένα που βρίσκονται στην κατοχή διαφορετικών δημόσιων υπηρεσιών, η παρουσία των συναρμόδιων υπουργείων στην Επιτροπή θα επιτρέπει την άμεση διαβίβασή τους στην τεχνική ομάδα. Το σχήμα φιλοδοξεί έτσι να περιορίσει τις καθυστερήσεις που προκαλεί ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων και να εξασφαλίσει συνέχεια σε ένα εγχείρημα που θα ξεπεράσει τη διάρκεια μιας κυβερνητικής θητείας.

Οι ΗΠΑ και ο χρηματοδοτικός γρίφος

Η Αθήνα γνωρίζει ότι η ανάπτυξη της απαιτούμενης τεχνογνωσίας δεν μπορεί να γίνει χωρίς διεθνείς συμμαχίες. Πληροφορίες θέλουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν εντάξει την ελληνική αγορά στον ευρύτερο χάρτη των συνεργασιών που επιδιώκουν να αναπτύξουν γύρω από τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες.

Το αμερικανικό ενδιαφέρον φέρεται να επικεντρώνεται στη μεταφορά τεχνογνωσίας, στην εκπαίδευση στελεχών και στη δημιουργία συνεργειών ανάμεσα σε αμερικανικές εταιρείες και την ελληνική βιομηχανία. Η επιδίωξη είναι να συνδυαστεί η τεχνολογική βάση των αμερικανικών ομίλων με τις δυνατότητες της εγχώριας παραγωγής σε εξοπλισμό, ειδικά υλικά, μεταλλικές κατασκευές, ναυπηγικές εφαρμογές και ενεργειακές υπηρεσίες.

Ο ρόλος των ΗΠΑ συνδέεται και με το μεγάλο αγκάθι της χρηματοδότησης. Οι δαπάνες αρχίζουν πολύ πριν από οποιαδήποτε απόφαση κατασκευής, καθώς απαιτούνται πόροι για μελέτες σκοπιμότητας, εκπαίδευση, ρυθμιστική προετοιμασία, τεχνική βοήθεια και ανάπτυξη θεσμικών δομών. Σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν αρχίσει οι πρώτες διερευνητικές επαφές με την αμερικανική κυβέρνηση για τη δυνατότητα χρηματοδοτικής υποστήριξης των προκαταρκτικών μελετών. Σε αυτή τη φάση δεν υπάρχει ανακοινωμένη συμφωνία ή δεσμευμένο χρηματοδοτικό εργαλείο, ενώ σαφέστερη εικόνα για τις πιθανές συνέργειες αναμένεται να διαμορφωθεί μέσα στο καλοκαίρι.

Ολόκληρη η εφοδιαστική αλυσίδα στο τραπέζι

Η πυρηνική ενέργεια δεν εξαντλείται στην εγκατάσταση και λειτουργία ενός αντιδραστήρα. «Πρόκειται για ένα project που αγγίζει ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού, από την παραγωγή εξοπλισμού και ειδικών υλικών έως τη ναυπηγική βιομηχανία, τις ενεργειακές εταιρείες, τα πανεπιστήμια και τους θεσμικούς φορείς. Όλοι πρέπει να είναι έτοιμοι να εμπλακούν και να συνεργαστούν», σημειώνουν πηγές με γνώση του σχεδιασμού.

Κρίσιμο μέρος της αξιολόγησης θα είναι η χαρτογράφηση της εγχώριας παραγωγικής βάσης. Στο επίκεντρο θα βρεθούν οι ελληνικές εταιρείες μετάλλου, οι κατασκευαστές εξοπλισμού, τα ναυπηγεία, οι τεχνικοί όμιλοι και οι ενεργειακές επιχειρήσεις, ώστε να αποτιμηθεί ποια τμήματα μιας μελλοντικής πυρηνικής εφοδιαστικής αλυσίδας θα μπορούσαν να υποστηριχθούν εντός της χώρας.

Αντίστοιχα, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα θα πρέπει να ενισχύσουν την εκπαίδευση και την έρευνα σε πεδία στα οποία η Ελλάδα διαθέτει σήμερα περιορισμένο αριθμό εξειδικευμένων στελεχών. Η ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού δεν αφορά μόνο μηχανικούς αντιδραστήρων. Περιλαμβάνει ειδικούς στην ακτινοπροστασία, στη ρύθμιση, στη διαχείριση αποβλήτων, στην κυβερνοασφάλεια, στη φυσική προστασία εγκαταστάσεων, στην περιβαλλοντική αξιολόγηση και στον σχεδιασμό έκτακτης ανάγκης.

Χωρίς επαρκές ανθρώπινο δυναμικό, ανεξάρτητη εποπτεία και εγχώρια τεχνική γνώση, ακόμη και η εισαγωγή μιας ώριμης τεχνολογίας από το εξωτερικό δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί με ασφάλεια και συνέπεια.

Οι τρεις φάσεις και τα 19 σημεία

Σημειώνεται πως η ελληνική προετοιμασία θα βασιστεί στο Milestones Approach της IAEA, το διεθνώς αναγνωρισμένο μοντέλο για τις χώρες που εξετάζουν για πρώτη φορά την ανάπτυξη πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει τρεις διαδοχικές φάσεις και 19 οριζόντια πεδία πυρηνικής υποδομής.

Τα 19 πεδία δεν αποτελούν διαδοχικά «βήματα», με τα τελευταία να αντιστοιχούν στην κατασκευή, στις δοκιμές και στη λειτουργία ενός αντιδραστήρα. Πρόκειται για θεματικές ενότητες με σειρά επιμέρους απαιτήσεων, οι οποίες εξετάζονται σε όλες τις φάσεις και αποκτούν σταδιακά υψηλότερο επίπεδο τεχνικής και θεσμικής ωριμότητας.

Τα πεδία καλύπτουν την εθνική θέση για την πυρηνική ενέργεια, την πυρηνική ασφάλεια, τη διοίκηση του προγράμματος, τη χρηματοδότηση, το νομικό πλαίσιο, τις διεθνείς εγγυήσεις μη διάδοσης, το ρυθμιστικό πλαίσιο, την ακτινοπροστασία και την επάρκεια του ηλεκτρικού δικτύου.

Στο μικροσκόπιο μπαίνουν επίσης η ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, η συμμετοχή της κοινωνίας και των ενδιαφερόμενων φορέων, η χωροθέτηση και οι υποστηρικτικές εγκαταστάσεις, η περιβαλλοντική προστασία, ο σχεδιασμός αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών, η φυσική προστασία των πυρηνικών εγκαταστάσεων και υλικών, ο κύκλος του πυρηνικού καυσίμου, η διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων, η συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας και οι διαδικασίες προμηθειών.

Η Ελλάδα εισέρχεται ουσιαστικά στην πρώτη φάση. Σε αυτήν εξετάζεται η πυρηνική επιλογή πριν ληφθεί οποιαδήποτε δεσμευτική πολιτική απόφαση. Η χώρα θα πρέπει να αξιολογήσει τις ενεργειακές της ανάγκες, την οικονομική σκοπιμότητα, τις διαθέσιμες τεχνολογίες, την ασφάλεια, την κοινωνική αποδοχή, τις πιθανές τοποθεσίες και την επάρκεια των θεσμών της. Το πρώτο ορόσημο είναι η δυνατότητα λήψης μιας τεκμηριωμένης εθνικής απόφασης, η οποία μπορεί να είναι θετική ή αρνητική.

Η δεύτερη φάση θα ξεκινήσει μόνο εφόσον η αρχική αξιολόγηση καταλήξει ότι η χώρα πρέπει να προχωρήσει. Τότε θα απαιτηθούν πλήρες νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, διαδικασίες αδειοδότησης, ανεξάρτητη εποπτεία, χρηματοδοτικό μοντέλο, προετοιμασία της τοποθεσίας και ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού. Στο τέλος της δεύτερης φάσης, η χώρα θα πρέπει να είναι έτοιμη να προσκαλέσει προσφορές και να διαπραγματευτεί τη σύμβαση για τον πρώτο πυρηνικό σταθμό.

Η τρίτη φάση αφορά την υλοποίηση, την κατασκευή, τις δοκιμές και την προετοιμασία της λειτουργίας. Η σημερινή απόφαση απέχει, συνεπώς, σημαντικά από την επιλογή ενός συγκεκριμένου έργου. Δημιουργεί μόνο τις προϋποθέσεις για να κριθεί εάν η Ελλάδα έχει λόγο και δυνατότητα να φτάσει μέχρι εκεί.

Διαβάστε ακόμη