Τα στάσιμα νερά στα οποία είχε περιέλθει η ηλεκτρική διασύνδεση του Great Sea Interconnector (GSI) επιχειρεί να «ταράξει» η κοινή πρωτοβουλία Αθήνας–Λευκωσίας προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για χρηματοδότηση του έργου. Ειδικότερα, σύμφωνα με κύκλους του ΥΠΕΝ, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο Κύπριος ομόλογός του Μιχαήλ Δαμιανός απέστειλαν κοινή επιστολή προς την ΕΤΕπ, ζητώντας τη χρηματοδότηση της διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, κατόπιν μελέτης δέουσας επιμέλειας (due diligence).

Πρόκειται όπως επισημαίνουν κύκλοι της αγοράς για μια εξέλιξη που, εφόσον επιβεβαιωθεί στην πράξη, επαναφέρει το έργο στο προσκήνιο, αποτελώντας την πρώτη συντονισμένη προσπάθεια υπέρβασης της παρατεταμένης στασιμότητας των τελευταίων μηνών. Κύκλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων επισημαίνουν ότι μέσω της επιστολής οι δύο πλευρές επαναβεβαιώνουν την ισχυρή πολιτική τους βούληση να προχωρήσει το έργο το συντομότερο δυνατό, ζητώντας παράλληλα από την Τράπεζα να αναλάβει την αξιολόγηση της βιωσιμότητάς του και να εξετάσει τη χρηματοδότησή του. Όπως τονίζεται, το ανταγωνιστικό κόστος δανεισμού που μπορεί να προσφέρει η ΕΤΕπ εκτιμάται ότι θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την υλοποίηση της διασύνδεσης.

Τι σήματα στέλνει το κοινό αίτημα Αθήνας – Λευκωσίας για τη διασύνδεση GSI

Σε πρακτικό επίπεδο, μια ενδεχόμενη θετική απόφαση της ΕΤΕπ θα συνιστούσε σαφή «ψήφο εμπιστοσύνης» προς το έργο, σηματοδοτώντας ένα κρίσιμο ορόσημο για την εξέλιξή του. Όπως επισημαίνουν πηγές, η εμπλοκή της Τράπεζας δεν έχει μόνο χρηματοδοτική διάσταση, αλλά λειτουργεί και ως μηχανισμός επαναξιολόγησης και «επανεκκίνησης» του project, σε μια περίοδο κατά την οποία είχε ουσιαστικά «παγώσει». Υπό αυτό το πρίσμα, η εξέλιξη εκλαμβάνεται ως ένδειξη ότι το βασικό ζητούμενο δεν είναι εκ νέου η διερεύνηση της βιωσιμότητας της διασύνδεσης, αλλά η επικαιροποίηση και τεκμηρίωση των κρίσιμων παραμέτρων του έργου, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει με πιο στέρεες βάσεις. Την ίδια ώρα, η ενεργή συμμετοχή της κυπριακής πλευράς προσδίδει νέα δυναμική, επαναφέροντας τη διασύνδεση σε τροχιά συντονισμένης προώθησης.

Το αίτημα προς την ΕΤΕπ έρχεται, μάλιστα, να «ξεμπλοκάρει» τη διαδικασία που είχε βαλτώσει από τον περασμένο Νοέμβριο, όταν οι δύο πλευρές αναζητούσαν ανεξάρτητο σύμβουλο για την επικαιροποίηση των δεδομένων. Το έργο, που σχεδιάστηκε για να άρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και να ενισχύσει τον άξονα συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο έχει βρεθεί σε μια ιδιότυπη κατάσταση. Η αμφισβήτηση της βιωσιμότητάς του από τη Λευκωσία οδήγησε σε ουσιαστικό «πάγωμα» της διαδικασίας υλοποίησης, μεταφέροντας το βάρος από την κατασκευή στην επανεξέταση των θεμελιωδών παραδοχών του έργου.

Σε μια προσπάθεια αποφυγής τετελεσμένων Αθήνα και Λευκωσία συμφώνησαν στην επικαιροποίηση των τεχνικών και οικονομικών μελετών. Η έννοια της «επικαιροποίησης» στην πράξη μεταφράζεται σε εκ νέου Μελέτη Κόστους–Οφέλους (Cost–Benefit Analysis – CBA) και σε συνολική αναθεώρηση κρίσιμων παραμέτρων: από το τελικό κόστος κατασκευής και το ρίσκο υλοποίησης, έως τη δομή χρηματοδότησης, τις αποδόσεις της επένδυσης και τη ρυθμιστική κατανομή του κόστους μεταξύ των εμπλεκόμενων χωρών. Πρόκειται ουσιαστικά για επαναξιολόγηση της τεχνικοοικονομικής μελέτης του 2016, πάνω στην οποία είχε βασιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για να εγκρίνει χρηματοδότηση ύψους 657 εκατ. ευρώ.

Κρίσιμος παράγοντας που οδήγησε σε εμπλοκή μεταξύ των δυο πλευρών ήταν αφενός το γεγονός ότι μια τέτοια μελέτη δεν μπορούσε να προχωρήσει με απευθείας ανάθεση, αλλά απαιτούσε διαγωνιστική διαδικασία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε χρόνο και καθυστερήσεις. Αφετέρου, οι δύο πλευρές προσέγγισαν εξαρχής διαφορετικά το αντικείμενό της. Η κυπριακή πλευρά εστίαζε κυρίως στην αξιολόγηση της βιωσιμότητας του έργου για τους τελικούς καταναλωτές, δίνοντας έμφαση στο κόστος και τις επιπτώσεις για την εγχώρια αγορά, ενώ από ελληνικής πλευράς το βάρος δινόταν περισσότερο στην επενδυτική διάσταση, δηλαδή στην ενίσχυση της ελκυστικότητας του έργου για διεθνή κεφάλαια και στη δυνατότητα χρηματοδότησής του.

Τώρα, η επιλογή ενός θεσμικού ευρωπαϊκού φορέα εκλαμβάνεται ως πιο αξιόπιστη και λειτουργική λύση, ικανή να δώσει στο έργο την απαιτούμενη ευρωπαϊκή «σφραγίδα». Μέσω της διαδικασίας due diligence, η επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών δεδομένων αναμένεται να αποτελέσει τη βάση για την επαναξιολόγηση της βιωσιμότητας του έργου, ανοίγοντας τον δρόμο για στοχευμένες προσαρμογές σε τεχνικές, οικονομικές και ρυθμιστικές παραμέτρους.

Ο ρόλος της Τουρκίας και η απάντηση της Κομισιόν για το καλώδιο

Την ίδια ώρα, το Great Sea Interconnector εξακολουθεί να «θωρακίζεται» θεσμικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με κρίσιμες παρεμβάσεις που ξεπερνούν το στενό τεχνικό πλαίσιο και αγγίζουν ευθέως τη γεωπολιτική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο ENTSO-E έχει ήδη βάλει σαφείς «κόκκινες γραμμές», απορρίπτοντας κατηγορηματικά κάθε σενάριο διασύνδεσης της Κύπρου μέσω Τουρκίας και επιβεβαιώνοντας ότι το GSI αποτελεί τη μοναδική εγκεκριμένη οδό σύνδεσης της Μεγαλονήσου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Κομισιόν επανέρχεται με σαφή τοποθέτηση υπέρ του έργου, με αφορμή και την πρόσφατη απάντηση του Επιτρόπου Ενέργειας και Στέγασης Νταν Γιόργκενσεν, σε ερώτηση του Κύπριου ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου για την τουρκική στάση απέναντι στο έργο. Στην τοποθέτησή του, ο Επίτροπος δεν περιορίστηκε σε μια τυπική αναφορά στη σημασία της διασύνδεσης, αλλά ανέδειξε με σαφήνεια το ευρύτερο πλαίσιο, υπογραμμίζοντας τόσο τον ρόλο του έργου για την ενεργειακή ασφάλεια της Ένωσης όσο και την ανάγκη διασφάλισης σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. «Οι μονομερείς ενέργειας που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών, παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση ενός σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο και την ανάπτυξη μιας συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας», αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Με αυτόν τον τρόπο, το μήνυμα της Κομισιόν αποκτά σαφές πολιτικό αποτύπωμα, καθιστώντας σαφές ότι το έργο δεν εξελίσσεται σε ένα ουδέτερο τεχνικό πεδίο, αλλά σε ένα περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών τριβών. Η Κομισιόν, διά στόματος Νταν Γιόργκενσεν εξέφρασε εκ νέου την στήριξή της στο project της ηλεκτρικής ενέργειας σημειώνοντας την κρίσιμη σημασία που έχει τόσο για την περιφερειακή σταθερότητα όσο και για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά.

Διαβάστε ακόμη