Η Κούβα θα μπορούσε να ξεπεράσει οριστικά τον ενεργειακό αποκλεισμό των Ηνωμένων Πολιτειών με μια επένδυση ύψους μόλις 8 δισ. δολαρίων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), σύμφωνα με ανάλυση think tank, η οποία υποστηρίζει επίσης ότι το κόστος αυτής της μετάβασης θα πρέπει να καλυφθεί από τη διεθνή κοινότητα ως μορφή «επανορθωτικής» κλιματικής χρηματοδότησης. Η έκθεση της οργάνωσης Common Wealth, την οποία μετέδωσε το Guardian, παρουσιάζει ένα φιλόδοξο σενάριο για την ενεργειακή πολιτική της Κούβας, υποστηρίζοντας ότι η χώρα θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για την Καραϊβική, δείχνοντας τον δρόμο προς ένα βιώσιμο ενεργειακό μέλλον βασισμένο σε καθαρές πηγές.

Σύμφωνα με την ανάλυση, επένδυση 8 δισ. δολαρίων θα επαρκούσε για την κάλυψη του 93,4% των αναγκών ηλεκτροπαραγωγής της χώρας από ανανεώσιμες πηγές. Με λιγότερα από 20 δισ. δολάρια, η Κούβα θα μπορούσε να γίνει η πρώτη χώρα στην Καραϊβική με ηλεκτρικό δίκτυο που λειτουργεί εξ ολοκλήρου με ανανεώσιμη ενέργεια.

Η ενεργειακή κρίση που βιώνει η Κούβα και η προοπτική των ΑΠΕ

Οι προτάσεις αυτές διατυπώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Κούβα βιώνει έντονη ενεργειακή κρίση, εξαιτίας του αμερικανικού αποκλεισμού που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, στοχεύει σε μια κυβέρνηση με «επιβλαβή επιρροή» στην περιοχή. Από τον Ιανουάριο, η χώρα έχει λάβει μόλις μία αποστολή πετρελαίου, από τη Ρωσία, μετά από εκτελεστικό διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ που απειλεί με εμπορικούς δασμούς όποια χώρα προμηθεύει την Κούβα με πετρέλαιο.

Μέχρι τον Μάρτιο, το εθνικό ηλεκτρικό δίκτυο της χώρας είχε καταρρεύσει, αφήνοντας περίπου 10 εκατομμύρια πολίτες αντιμέτωπους με επαναλαμβανόμενες διακοπές ρεύματος. Νοσοκομεία, μεταφορές και βιομηχανία επηρεάστηκαν σοβαρά, ενώ μονάδες εντατικής θεραπείας βρέθηκαν χωρίς ηλεκτροδότηση.

Η ανάλυση του Transition Security Project (TSP), που λειτουργεί υπό την αιγίδα του Common Wealth, περιγράφει πώς η Κούβα θα μπορούσε να αποκτήσει πλήρη ενεργειακή ανεξαρτησία, μετατρέποντας το δίκτυό της ώστε να βασίζεται σε ανανεώσιμες πηγές. Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με τους συντάκτες, όχι μόνο θα εξάλειφε την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές, αλλά θα αποτελούσε και παράδειγμα για άλλες χώρες της περιοχής.

Ο ερευνητής του TSP, Κέβιν Κάσμαν, επισημαίνει ότι η στρατηγική ενεργειακής κυριαρχίας των ΗΠΑ επιδιώκει να διατηρήσει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και να επιβραδύνει την πράσινη μετάβαση. Ωστόσο, η ραγδαία μείωση του κόστους της ηλιακής ενέργειας και των συστημάτων αποθήκευσης καθιστά αυτή τη στρατηγική όλο και λιγότερο αποτελεσματική.

Η μελέτη εξετάζει τέσσερα διαφορετικά σενάρια και καταλήγει ότι ένα πλήρως ανανεώσιμο ενεργειακό σύστημα θα κόστιζε περίπου 19,2 δισ. δολάρια, ενώ ακόμη και επένδυση 5 δισ. θα περιόριζε τη χρήση ορυκτών καυσίμων στο 20% της ηλεκτροπαραγωγής. Στο πιο φιλόδοξο σενάριο, το 75% της ενέργειας θα προέρχεται από ηλιακή ενέργεια, το 20% από αιολική και το υπόλοιπο από υδροηλεκτρικά και βιοενέργεια.

Παράλληλα, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας εκτιμάται ότι θα μειωθεί σημαντικά: από 14,3 σεντς ανά κιλοβατώρα σήμερα, σε μόλις 6,5 σεντς με επένδυση 8 δισ. δολαρίων. Η μετάβαση αυτή απαιτεί ευρεία κοινωνική προσαρμογή, ωστόσο η Κούβα έχει ιστορικό επιτυχημένων μετασχηματισμών, όπως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης τη δεκαετία του 1990, όταν στράφηκε σε πιο αυτάρκη αγροτικά μοντέλα. Ήδη, μέσα στον τελευταίο χρόνο, η χώρα έχει προσθέσει πάνω από 1.000 MW ηλιακής ισχύος με τη στήριξη της Κίνας.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ποιος θα χρηματοδοτήσει αυτή τη μετάβαση. Η έκθεση υποστηρίζει ότι η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να αναλάβει το κόστος, στο πλαίσιο της κλιματικής δικαιοσύνης. Όπως σημειώνεται, η Κούβα θα μπορούσε να αποπληρώσει τις επενδύσεις μέσω της εξοικονόμησης από φθηνότερη ενέργεια, ενώ η επιτυχία της θα αποτελούσε ισχυρό παράδειγμα ταχείας ενεργειακής μετάβασης υπό συνθήκες εξωτερικής πίεσης.

Διαβάστε ακόμη